Ο κύκλος της ζωής

Ο βραβευμένος συγγραφέας Τηλέμαχος Κώτσιας, από τη Δρόπολη Βορείου Ηπείρου, μας έστειλε μια σειρά διηγημάτων για να μας κάνουν παρέα τις ημέρες του κορωνοϊού, που πρέπει να μείνουμε στα σπίτια μας. Μερικά από αυτά δημοσιεύονται για πρώτη φορά και άλλα δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά. Τον ευχαριστούμε πολύ!

Ο κύκλος της ζωής
Τώρα πλέον μόνο τον Αύγουστο επισκεπτόμαστε το χωριό, και
μάλιστα βιαστικά, μετρώντας τις μέρες και τις έγνοιες που μας
περιμένουν όταν επιστρέψουμε.
Η αυλόπορτα της κάκω-Βαγγέλαινας ήταν ανοιχτή και βρήκαμε την
ευκαιρία να προχωρήσουμε, να της πούμε μια καλημέρα, σαν παλιοί
γείτονες.
Με το κινητό στο ζωνάρι εκείνη άλλαζε το λάστιχο του ποτίσματος
στα παρτέρια της αυλής. Χάρηκε που μας είδε και μας κάλεσε να
περάσουμε στη βεράντα.
Μόνη της τώρα στα γεράματα, όμως δεν είχε παράπονο` τα παιδιά
της σπάνια την επισκέπτονται` ας είναι καλά το κινητό που την
παίρνουν κάθε μέρα.
Η αυλή, καταπράσινη μέσα στο κίτρινο τοπίο του Αυγούστου` την
ποτίζει με το νερό της στέρνας που τη γεμίζει, όταν έχει τη σειρά της
στη βρύση της γειτονιάς.
Τα σταφύλια στην κρεβατίνα της αυλής είχαν αρχίσει να
παρδαλίζουν. Ερχόταν και τα κλάδευε ο γιος της το Φλεβάρη κι αυτή
τα βλαστολογούσε και τα πότιζε το καλοκαίρι.

Πίσω από τη φράχτη, το γαϊδουράκι, ξεσαμάρωτο, πάλευε με κάποια
μύγα στα ρουθούνια. Γυάλιζε η τρίχα του από την υγεία. Τα παλιά
σημάδια από τα σαμαρώματα είχαν εξαφανιστεί πριν από πολλά χρόνια.
Ποιος να το σαμαρώσει τώρα, άσε που δεν του κάνει και το σαμάρι
γιατί έχει παχύνει, εξηγούσε η ιδιοκτήτριά του. Κίτσιο τον φωνάζει
κι ο γάιδαρος σηκώνει το κεφάλι περιμένοντας κάτι.

Παρατηρήσαμε στην αυλή τα πλατιά παρτέρια με τους κορμούς των
κλημάτων στη σειρά` η κάκω-Βαγγέλαινα είχε φυτέψει και αγγουριές
αντί για λουλούδια, που είχαν αναρριχηθεί στα ξύλα, στους κορμούς
των κλημάτων, στα σύρματα, στα καλάμια και τα αγγούρια κρέμονταν
τρυφερά και λαχταριστά δίπλα στα σταφύλια.

Μας ρώτησε για την υγεία μας, για τα παιδιά μας και πόσο θα
μέναμε. Μας κέρασε τσίπουρο και γλυκό του κουταλιού. Μας ρώτησε
αν θέλαμε καφέ. Της είπαμε όχι αλλά πήραμε το θάρρος να της
ζητήσουμε λίγο αγγούρι για να συνοδεύσουμε το τσίπουρο.
Διάλεξε και μας έκοψε από ένα και μας τα πρόσφερε στο πιάτο με
ένα μαχαίρι για να τo καθαρίσουμε μόνοι μας και να τo κόψουμε όπως
θέλαμε.
Κι ενώ κουβεντιάζαμε, εκείνη συνέχιζε τη δουλειά της. Σε μια
πλαστική λεκάνη είχε κάτι αγγούρια και τα έκοβε σε μεγάλα κομμάτια.
Τη ρωτήσαμε τι τα θέλει.
Να τα φάει ο Κίτσιος μας είπε με φυσικότητα. Τον προσέχω.
Την παρακολουθήσαμε που τα πήγε στο γαϊδούρι κι εκείνο
ανυπόμονο έχωνε το κεφάλι στη λεκάνη και άρχιζε να τα μασουλάει με
απόλαυση. Το χαζεύαμε.
Σου χρειάζεται το γαϊδούρι; τη ρώτησα.
Το έχω για παρέα μου απάντησε απλά. Σε τούτον τον κόσμο οι
άνθρωποι γίνηκαν γαϊδούρια και τα γαϊδούρια άνθρωποι

Συγκατανεύσαμε με τα λόγια της με ελαφρύ χαμόγελο. Τα βρήκαμε
πολύ έξυπνα.
Το θέλω και για τις καβαλίνες εξήγησε ύστερα από λίγο η Κάκω-
Βαγγέλαινα. Χωρίς αυτές δεν γίνονται τα αγγούρια
Μα και τόσα πολλά αγγούρια, τι τα θέλεις; ρώτησε η γυναίκα μου.
Για να τα τρώει ο Κίτσιος της είπε η κάκω-Βαγγέλαινα. Φυτεύω
και κολοκυθιές, για να τρώει το χειμώνα
Σκέφτηκα: να τρώει ο γάιδαρος και να κάνει καβαλίνες για να γίνουν
τα αγγούρια να τα τρώει ο γάιδαρος...
Τώρα δεν χρειάζονται πια τα γαϊδούρια... προσπάθησα να μιλήσω,
μα η κάκω-Βαγγέλαινα, με διέκοψε:
- Κι εγώ δεν χρειάζομαι. Αλλά ζωή είναι από μόνη της. Δεν
χρειάζεται σε κανέναν.
Αναλογίστηκα το φαύλο κύκλο της ζωής. Όταν δεν θα υπάρχει πια η
κάκω-Βαγγέλαινα δεν θα ποτίζει κανείς τα παρτέρια, δεν θα πρασινίζει
η αυλή με αγγουράκια, δεν θα υπάρχει ούτε ο Κίτσιος να κάνει
καβαλίνες και η αυλή θα ερημώσει από ζωή. Θα έρχονται οι μελετητές
να εξετάζουν τα πελεκημένα αγκωνάρια των ακατοίκητων σπιτιών, σαν
αρχαία απολιθώματα.

Σχόλια