Η πολιτική σκηνή στην Αλβανία εισέρχεται σε μια κρίσιμη καμπή. Στις 11 Σεπτεμβρίου, ο πρωθυπουργός Έντι Ράμα αναμένεται να ανακοινώσει, κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης της Εθνικής Συνέλευσης του Σοσιαλιστικού Κόμματος, τη σύνθεση της νέας κυβέρνησης. Πρόκειται για την τέταρτη συνεχόμενη θητεία του ως πρωθυπουργού, γεγονός που καθιστά την επιλογή των προσώπων καθοριστική, τόσο για την εικόνα του κόμματος όσο και για την πολιτική σταθερότητα της χώρας.
Μέχρι στιγμής, ο Ράμα έχει επιλέξει να κρατήσει πλήρη μυστικότητα γύρω από τα ονόματα των νέων υπουργών. Οι πληροφορίες που διαρρέουν αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο συμμετοχής τεχνοκρατών, ακόμη και από την αντίπαλη παράταξη. Αν επιβεβαιωθεί κάτι τέτοιο, θα πρόκειται για μια στρατηγική κίνηση με στόχο να αιφνιδιάσει την αντιπολίτευση, κυρίως το Δημοκρατικό Κόμμα υπό τον Σαλί Μπερίσα, και να ενισχύσει το αφήγημα ότι η κυβέρνηση Ράμα είναι «εθνικής διάστασης» και όχι στενά κομματική.
Η ιδέα της συμμετοχής προσώπων εκτός Σοσιαλιστικού Κόμματος έχει ήδη δημιουργήσει αναταράξεις στην αντιπολίτευση. Ο Μπερίσα, αν και εξακολουθεί να καταγγέλλει τις εκλογές της 11ης Μαΐου ως προϊόν νοθείας και εξαγοράς ψήφων, δεν έχει προχωρήσει σε ουσιαστική αναδιοργάνωση της κοινοβουλευτικής του ομάδας. Χαρακτηριστικό είναι ότι δεν έχει καν συγκαλέσει την πρώτη συνεδρίαση των βουλευτών του κόμματός του, περιμένοντας τις κινήσεις του Ράμα. Αυτή η τακτική μπορεί να εκληφθεί ως αδυναμία, αλλά στην πραγματικότητα δείχνει έναν έμπειρο πολιτικό που μετρά τα βήματά του προσεκτικά.
Το ενδιαφέρον στρέφεται όχι μόνο στους νέους υπουργούς αλλά και στο ποιος θα αναλάβει την προεδρία της Βουλής και την ηγεσία της κοινοβουλευτικής ομάδας του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Οι θέσεις αυτές έχουν τεράστια σημασία, καθώς το κυβερνών κόμμα διαθέτει 83 έδρες – μία λιγότερη από το απαιτούμενο όριο των 84 ψήφων για την έγκριση σημαντικών νομοθετικών αλλαγών, όπως ένας νέος Ποινικός Κώδικας ή ένας νέος Εκλογικός Νόμος. Αυτό σημαίνει ότι ο Ράμα, όσο ισχυρός κι αν είναι, θα χρειαστεί κατά καιρούς τη στήριξη της αντιπολίτευσης.
Η δυναμική αυτή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, παρά τις έντονες δημόσιες αντιπαραθέσεις, θα υπάρξουν δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης. Δεν είναι τυχαίο ότι αναμένεται οι επικεφαλής των κοινοβουλευτικών ομάδων να είναι πρόσωπα με πιο ήπιο πολιτικό προφίλ, ικανά να διαχειριστούν διαπραγματεύσεις και συμβιβασμούς στο εσωτερικό του Κοινοβουλίου, ενώ οι αρχηγοί των κομμάτων θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούν σκληρή ρητορική για το κοινό.
Για τον Μπερίσα, το διακύβευμα είναι διπλό. Από τη μία, πρέπει να αποδείξει ότι παραμένει ηγετική μορφή της αντιπολίτευσης, ικανός να συσπειρώσει το κόμμα του και να ανανεώσει την παρουσία του στο πολιτικό σκηνικό. Από την άλλη, γνωρίζει ότι η άρνηση κάθε συνεργασίας θα τον περιθωριοποιήσει, ιδίως σε θέματα που απαιτούν ευρύτερη συναίνεση. Ο ίδιος φαίνεται να ποντάρει στη φθορά της κυβέρνησης και σε ενδεχόμενες εσωτερικές αντιπαραθέσεις στους κόλπους των Σοσιαλιστών.
Συνολικά, η επόμενη περίοδος προμηνύεται κρίσιμη. Αν ο Ράμα καταφέρει να παρουσιάσει μια κυβέρνηση που θα συνδυάζει την εμπειρία, την τεχνοκρατική επάρκεια και το άνοιγμα προς την κοινωνία, θα εδραιώσει ακόμη περισσότερο την κυριαρχία του. Αν όμως οι επιλογές του αποδειχθούν αμφιλεγόμενες ή προκαλέσουν εσωκομματικές αντιδράσεις, τότε ο Μπερίσα θα βρει πρόσφορο έδαφος για να ενισχύσει την αντιπολιτευτική του δράση. Σε κάθε περίπτωση, η Αλβανία μπαίνει σε μια νέα φάση όπου οι ισορροπίες στη Βουλή θα καθορίσουν την πορεία της πολιτικής ζωής.
Μέχρι στιγμής, ο Ράμα έχει επιλέξει να κρατήσει πλήρη μυστικότητα γύρω από τα ονόματα των νέων υπουργών. Οι πληροφορίες που διαρρέουν αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο συμμετοχής τεχνοκρατών, ακόμη και από την αντίπαλη παράταξη. Αν επιβεβαιωθεί κάτι τέτοιο, θα πρόκειται για μια στρατηγική κίνηση με στόχο να αιφνιδιάσει την αντιπολίτευση, κυρίως το Δημοκρατικό Κόμμα υπό τον Σαλί Μπερίσα, και να ενισχύσει το αφήγημα ότι η κυβέρνηση Ράμα είναι «εθνικής διάστασης» και όχι στενά κομματική.
Η ιδέα της συμμετοχής προσώπων εκτός Σοσιαλιστικού Κόμματος έχει ήδη δημιουργήσει αναταράξεις στην αντιπολίτευση. Ο Μπερίσα, αν και εξακολουθεί να καταγγέλλει τις εκλογές της 11ης Μαΐου ως προϊόν νοθείας και εξαγοράς ψήφων, δεν έχει προχωρήσει σε ουσιαστική αναδιοργάνωση της κοινοβουλευτικής του ομάδας. Χαρακτηριστικό είναι ότι δεν έχει καν συγκαλέσει την πρώτη συνεδρίαση των βουλευτών του κόμματός του, περιμένοντας τις κινήσεις του Ράμα. Αυτή η τακτική μπορεί να εκληφθεί ως αδυναμία, αλλά στην πραγματικότητα δείχνει έναν έμπειρο πολιτικό που μετρά τα βήματά του προσεκτικά.
Το ενδιαφέρον στρέφεται όχι μόνο στους νέους υπουργούς αλλά και στο ποιος θα αναλάβει την προεδρία της Βουλής και την ηγεσία της κοινοβουλευτικής ομάδας του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Οι θέσεις αυτές έχουν τεράστια σημασία, καθώς το κυβερνών κόμμα διαθέτει 83 έδρες – μία λιγότερη από το απαιτούμενο όριο των 84 ψήφων για την έγκριση σημαντικών νομοθετικών αλλαγών, όπως ένας νέος Ποινικός Κώδικας ή ένας νέος Εκλογικός Νόμος. Αυτό σημαίνει ότι ο Ράμα, όσο ισχυρός κι αν είναι, θα χρειαστεί κατά καιρούς τη στήριξη της αντιπολίτευσης.
Η δυναμική αυτή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, παρά τις έντονες δημόσιες αντιπαραθέσεις, θα υπάρξουν δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης. Δεν είναι τυχαίο ότι αναμένεται οι επικεφαλής των κοινοβουλευτικών ομάδων να είναι πρόσωπα με πιο ήπιο πολιτικό προφίλ, ικανά να διαχειριστούν διαπραγματεύσεις και συμβιβασμούς στο εσωτερικό του Κοινοβουλίου, ενώ οι αρχηγοί των κομμάτων θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούν σκληρή ρητορική για το κοινό.
Για τον Μπερίσα, το διακύβευμα είναι διπλό. Από τη μία, πρέπει να αποδείξει ότι παραμένει ηγετική μορφή της αντιπολίτευσης, ικανός να συσπειρώσει το κόμμα του και να ανανεώσει την παρουσία του στο πολιτικό σκηνικό. Από την άλλη, γνωρίζει ότι η άρνηση κάθε συνεργασίας θα τον περιθωριοποιήσει, ιδίως σε θέματα που απαιτούν ευρύτερη συναίνεση. Ο ίδιος φαίνεται να ποντάρει στη φθορά της κυβέρνησης και σε ενδεχόμενες εσωτερικές αντιπαραθέσεις στους κόλπους των Σοσιαλιστών.
Συνολικά, η επόμενη περίοδος προμηνύεται κρίσιμη. Αν ο Ράμα καταφέρει να παρουσιάσει μια κυβέρνηση που θα συνδυάζει την εμπειρία, την τεχνοκρατική επάρκεια και το άνοιγμα προς την κοινωνία, θα εδραιώσει ακόμη περισσότερο την κυριαρχία του. Αν όμως οι επιλογές του αποδειχθούν αμφιλεγόμενες ή προκαλέσουν εσωκομματικές αντιδράσεις, τότε ο Μπερίσα θα βρει πρόσφορο έδαφος για να ενισχύσει την αντιπολιτευτική του δράση. Σε κάθε περίπτωση, η Αλβανία μπαίνει σε μια νέα φάση όπου οι ισορροπίες στη Βουλή θα καθορίσουν την πορεία της πολιτικής ζωής.
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών