Η κυβέρνηση θερίζει όσα δεν έσπειρε: Ο ΟΠΕΚΕΠΕ, οι αγρότες και η πολιτική φθορά

Δεν είναι εύκολη υπόθεση για έναν πολιτικό να βρίσκεται στην ηγεσία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης αυτή την περίοδο. Το έχουν διαπιστώσει πια όλοι όσοι επιχειρούν να σταθούν απέναντι στους οργισμένους αγρότες, οι οποίοι νιώθουν προδομένοι από τις υποσχέσεις της κυβέρνησης. Τα περιστατικά της Λιβαδειάς με τον υπουργό Τσιάρα και παλαιότερα στις Σέρρες με τον υφυπουργό Ανδριανό δεν είναι μεμονωμένα. Είναι σημάδι μιας νέας κανονικότητας, όπου η κοινωνική αγανάκτηση ξεχειλίζει και η πολιτική ηγεσία αδυνατεί να τη συγκρατήσει.
Η κυβέρνηση δείχνει να έχει χάσει την επαφή της με τον αγροτικό κόσμο. Οι καθυστερήσεις στις επιδοτήσεις και οι ελλιπείς αποζημιώσεις αποτελούν το κερασάκι σε μια τούρτα που φτιάχνεται εδώ και χρόνια, με συσσωρευμένες υποσχέσεις και ανεκπλήρωτα σχέδια. Οι αγρότες δεν ζητούν προνόμια. Ζητούν τα αυτονόητα — να πληρωθούν στην ώρα τους, να στηριχθούν απέναντι στις καταστροφές και να αισθανθούν ότι το κράτος στέκεται δίπλα τους, όχι απέναντί τους.

Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ έρχεται να συμπληρώσει το σκηνικό δυσπιστίας. Η δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, που έχει σταλεί στη Βουλή από τον Ιούνιο, αποκάλυψε ένα πλέγμα αδιαφάνειας και πελατειακών σχέσεων. Κι όμως, τέσσερις μήνες αργότερα, ελάχιστα έχουν γίνει για να αποκατασταθεί η αξιοπιστία του μηχανισμού διαχείρισης των αγροτικών επιδοτήσεων. Αντί να επιταχύνει, η κυβέρνηση κινείται με ρυθμούς χελώνας, αφήνοντας τους αγρότες μετέωρους και εξοργισμένους.
Δεν είναι τυχαίο ότι, σύμφωνα με πολιτικούς παρατηρητές, αν ο πρωθυπουργός προχωρούσε σε ανασχηματισμό αύριο το πρωί, ο υπουργός Τσιάρας θα ήταν ο πρώτος που θα έβλεπε την πόρτα της εξόδου. Το γεγονός ότι ο ίδιος ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης, έχει αναλάβει να «τρέξει» τα ζητήματα των επιδοτήσεων, είναι ενδεικτικό του μεγέθους του προβλήματος. Παρ’ όλα αυτά, οι δηλώσεις του περί «αποφυγής επιπολαιοτήτων» μοιάζουν ειρωνικές στα αυτιά όσων περιμένουν εδώ και μήνες την οικονομική τους ενίσχυση για να επιβιώσουν.

Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με επιστολή της στις αρχές Αυγούστου, έθεσε την Ελλάδα προ των ευθυνών της: το σχέδιο δράσης που κατατέθηκε δεν επαρκεί και δεν συμμορφώνεται με τον ευρωπαϊκό κανονισμό. Με απλά λόγια, αν η χώρα δεν κινηθεί άμεσα, υπάρχει ορατός κίνδυνος να παγώσουν οι αγροτικές επιδοτήσεις. Μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν καταστροφική, όχι μόνο για τους παραγωγούς αλλά και για την ίδια την κυβέρνηση, που ήδη αντιμετωπίζει πολιτικό κόστος στις αγροτικές περιφέρειες.
Το πρόβλημα όμως δεν περιορίζεται στον ΟΠΕΚΕΠΕ. Οι αποζημιώσεις για τον Daniel στη Θεσσαλία εκκρεμούν δύο χρόνια μετά την καταστροφή. Τα κρούσματα ευλογιάς στα αιγοπρόβατα εξαπλώνονται χωρίς επαρκείς ελέγχους. Οι τιμές σε λιπάσματα και ζωοτροφές έχουν αυξηθεί πάνω από 30% τα τελευταία χρόνια. Κι όλα αυτά σε μια περίοδο που ο πρωτογενής τομέας παλεύει ήδη με υψηλά κόστη ενέργειας, περιορισμένη ρευστότητα και αβέβαιη ζήτηση.

Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας κυβέρνησης που δείχνει να κινείται χωρίς σχέδιο και χωρίς σταθερό βηματισμό. Προσπαθεί να κλείσει τρύπες, αντί να προχωρήσει σε μια στρατηγική ανασυγκρότησης του αγροτικού τομέα. Οι καθυστερήσεις, οι αστοχίες και οι αντιφατικές δηλώσεις δείχνουν ένα κράτος που δεν λειτουργεί, ένα σύστημα που αυτοπαγιδεύεται στη γραφειοκρατία και στην πολιτική αυτοσυντήρηση.
Κάθε μέρα που περνάει χωρίς ουσιαστικές λύσεις, η απόσταση ανάμεσα στους αγρότες και την κυβέρνηση μεγαλώνει. Κι αν κάτι διδάσκει η πολιτική ιστορία της χώρας, είναι ότι η οργή των αγροτών σπάνια μένει στα χωράφια. Σύντομα φτάνει στις κάλπες.

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια