Η κατάθεση της πρώην προϊσταμένης Διεύθυνσης Άμεσων Ενισχύσεων και Αγοράς του ΟΠΕΚΕΠΕ, Παρασκευής Τυχεροπούλου, στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής, φέρνει στο φως ένα βαθιά ανησυχητικό πορτρέτο του τρόπου λειτουργίας του οργανισμού τα προηγούμενα χρόνια. Οι αποκαλύψεις της, που συνδέουν τον πρώην πρόεδρο Κυριάκο Μπαμπασίδη και τον γνωστό ως «φραπέ» Γιώργο Ξυλούρη με πιέσεις, παρεμβάσεις και απόπειρες χειραγώγησης υπηρεσιακών διαδικασιών, συνθέτουν μια εικόνα διοικητικής αυθαιρεσίας και πολιτικής ανοχής που, αν επιβεβαιωθεί, συνιστά σκάνδαλο πρώτης γραμμής.
Η Τυχεροπούλου μίλησε για ένα «σύστημα φόβου» που κυριαρχούσε στον ΟΠΕΚΕΠΕ. Κατά την περιγραφή της, η διοίκηση Μπαμπασίδη και ο Ξυλούρης λειτουργούσαν με τρόπο που εκφόβιζε τα στελέχη και επιχειρούσε να ελέγξει τον μηχανισμό των πληρωμών. Ο ισχυρισμός ότι ο Ξυλούρης έφτασε να τηλεφωνεί στο σπίτι της, συνομιλώντας με τα παιδιά της, αποτελεί ένδειξη του κλίματος εκφοβισμού που περιγράφει. Οι «αφόρητες πιέσεις» που, όπως είπε, δέχθηκε τον Ιούνιο του 2023 για συγκεκριμένα δεσμευμένα ΑΦΜ, αγγίζουν τον πυρήνα της αξιοπιστίας του οργανισμού, καθώς υπονοούν ότι επιχειρήθηκε να πληρωθούν δικαιούχοι χωρίς να πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις.
Η μαρτυρία της ότι ο Μπαμπασίδης επιδίωξε να πληρωθούν ΑΦΜ συνδεόμενα με την οικογένεια Ξυλούρη, παρά την απουσία δικαιολογητικών, αποκαλύπτει μια πιθανή ευνοιοκρατική διαχείριση δημοσίων πόρων. Αν αληθεύει πως ζητήθηκε να γίνει μόνο «ζωικός» και όχι διοικητικός έλεγχος, τότε τίθεται σοβαρό ζήτημα μεθόδευσης. Ο ΟΠΕΚΕΠΕ αποτελεί τον πυλώνα μέσω του οποίου διοχετεύονται εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ κοινοτικών ενισχύσεων. Κάθε σκιά αδιαφάνειας στην αλυσίδα ελέγχου δεν πλήττει μόνο το κύρος του οργανισμού, αλλά θέτει σε κίνδυνο και την αξιοπιστία της χώρας έναντι των ευρωπαϊκών αρχών.
Η Τυχεροπούλου, που δηλώνει πως απομακρύνθηκε αιφνιδίως για «υπηρεσιακή ανεπάρκεια», περιγράφει ένα περιστατικό που παραπέμπει σε σκηνές διοικητικού εκβιασμού: το ντουλάπι του γραφείου της, όπως είπε, σφραγίστηκε με ένα τεράστιο λουκέτο κατ’ εντολή Μπαμπασίδη, ενώ αρνήθηκε να το παραδώσει καθώς περιείχε προσωπικά της αντικείμενα. Ο τρόπος που η ίδια συνδέει αυτό το περιστατικό με την προσπάθεια να «σωπάσει» δείχνει ότι θεωρεί πως υπήρξε συστηματική επιχείρηση φίμωσης όσων αντιστέκονταν σε παρατυπίες. Η αναφορά της στους «διαλόγους Μπαμπασίδη και Ξυλούρη» που περιλαμβάνονται στη δικογραφία ενισχύει την εικόνα μιας στενής σχέσης ανάμεσα στους δύο, με αδιαφανή διασυνδέσεις εντός του οργανισμού.
Η πιο σοβαρή ίσως πτυχή των καταγγελιών αφορά τα λεγόμενα 99 ΑΦΜ του 2020. Σύμφωνα με την Τυχεροπούλου, η εσωτερική έρευνα είχε αποκαλύψει «συγκλονιστικά ευρήματα» και κυκλικές μισθώσεις – ένα σχήμα όπου οι ίδιες εκτάσεις φέρονταν να νοικιάζονται κυκλικά μεταξύ συγγενικών ή συνεργαζόμενων προσώπων, ώστε να εισπράττουν πολλαπλές ενισχύσεις. Αν η περιγραφή αυτή ισχύει, πρόκειται για μηχανισμό συστηματικής απάτης εις βάρος των κοινοτικών κονδυλίων. Το γεγονός ότι η ίδια επέλεξε να αποστείλει την έκθεση «κλειστή» λόγω φόβου, αποκαλύπτει πόσο επισφαλές θεωρούσε το υπηρεσιακό περιβάλλον.
Η Κρήτη, που στην κατάθεσή της χαρακτηρίζεται «λάκος των λεόντων», φαίνεται να υπήρξε επίκεντρο των ερευνών και των αντιδράσεων. Οι αναφορές της σε «τραμπουκισμούς» εις βάρος των ελεγκτών που υπέγραψαν τα πορίσματα, αναδεικνύουν τη δυσκολία να επιβληθεί ο έλεγχος σε ένα δίκτυο ισχυρών συμφερόντων, με πολιτικές και τοπικές διασυνδέσεις. Οι χαρακτηρισμοί αυτοί, πέρα από τις προσωπικές διαστάσεις, φωτίζουν ένα δομικό πρόβλημα: την αδυναμία της διοίκησης να προστατεύσει τους ελεγκτικούς μηχανισμούς από πιέσεις.
Η πολιτική διάσταση της υπόθεσης είναι επίσης κρίσιμη. Η Τυχεροπούλου υποστήριξε ότι πρώην υπουργοί γνώριζαν τα τεκταινόμενα. Ο Λευτέρης Αυγενάκης, σύμφωνα με τη μαρτυρία της, «τα ήξερε όλα», ενώ ο Μάκης Βορίδης και ο Κώστας Τσιάρας φέρονται να είχαν ενημερωθεί σε διαφορετικό βαθμό. Αν πράγματι υπήρχε πολιτική γνώση ή ανοχή απέναντι σε τέτοιες πρακτικές, τότε η υπόθεση υπερβαίνει τα όρια ενός διοικητικού σκανδάλου και εισέρχεται στο πεδίο της θεσμικής ευθύνης.
Η καταγγελία ότι οι επισκέψεις του Ξυλούρη στον ΟΠΕΚΕΠΕ «πύκνωσαν με την ανάληψη των καθηκόντων του Αυγενάκη» μπορεί να αποτελέσει εστία έντονου πολιτικού διαλόγου, ιδίως εφόσον αποδειχθεί πως οι επαφές αυτές συνδέονταν με εκκρεμείς πληρωμές ή δεσμευμένα ΑΦΜ. Το πολιτικό σύστημα θα κληθεί να απαντήσει εάν υπήρξε πράγματι μηχανισμός επιρροής γύρω από τη διαχείριση των αγροτικών ενισχύσεων – έναν τομέα με τεράστια οικονομική και εκλογική σημασία.
Η υπόθεση Τυχεροπούλου ανοίγει, έτσι, δύο κρίσιμα μέτωπα. Το πρώτο είναι θεσμικό: η ανάγκη να ενισχυθεί η ανεξαρτησία και η διαφάνεια του ΟΠΕΚΕΠΕ, ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των αγροτών και της Ε.Ε. στο σύστημα ελέγχου. Το δεύτερο είναι πολιτικό: κατά πόσο η κυβέρνηση και τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα αντιμετωπίσουν με σοβαρότητα τις καταγγελίες, αναζητώντας ευθύνες χωρίς συμψηφισμούς ή συγκάλυψη.
Σε κάθε περίπτωση, η κατάθεση της Τυχεροπούλου δεν αφορά μόνο μια εσωτερική διαμάχη. Θίγει την ίδια την αξιοπιστία του κρατικού μηχανισμού διαχείρισης των ευρωπαϊκών πόρων και θέτει ενώπιον της κοινωνίας το ερώτημα: μπορεί ένα σύστημα που – όπως η ίδια περιγράφει – «διαχέει φόβο» να εγγυηθεί διαφάνεια και δικαιοσύνη; Αν η απάντηση είναι αρνητική, τότε η ανασυγκρότηση του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν αποτελεί απλώς διοικητική ανάγκη, αλλά πολιτικό χρέος.
Η Τυχεροπούλου μίλησε για ένα «σύστημα φόβου» που κυριαρχούσε στον ΟΠΕΚΕΠΕ. Κατά την περιγραφή της, η διοίκηση Μπαμπασίδη και ο Ξυλούρης λειτουργούσαν με τρόπο που εκφόβιζε τα στελέχη και επιχειρούσε να ελέγξει τον μηχανισμό των πληρωμών. Ο ισχυρισμός ότι ο Ξυλούρης έφτασε να τηλεφωνεί στο σπίτι της, συνομιλώντας με τα παιδιά της, αποτελεί ένδειξη του κλίματος εκφοβισμού που περιγράφει. Οι «αφόρητες πιέσεις» που, όπως είπε, δέχθηκε τον Ιούνιο του 2023 για συγκεκριμένα δεσμευμένα ΑΦΜ, αγγίζουν τον πυρήνα της αξιοπιστίας του οργανισμού, καθώς υπονοούν ότι επιχειρήθηκε να πληρωθούν δικαιούχοι χωρίς να πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις.
Η μαρτυρία της ότι ο Μπαμπασίδης επιδίωξε να πληρωθούν ΑΦΜ συνδεόμενα με την οικογένεια Ξυλούρη, παρά την απουσία δικαιολογητικών, αποκαλύπτει μια πιθανή ευνοιοκρατική διαχείριση δημοσίων πόρων. Αν αληθεύει πως ζητήθηκε να γίνει μόνο «ζωικός» και όχι διοικητικός έλεγχος, τότε τίθεται σοβαρό ζήτημα μεθόδευσης. Ο ΟΠΕΚΕΠΕ αποτελεί τον πυλώνα μέσω του οποίου διοχετεύονται εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ κοινοτικών ενισχύσεων. Κάθε σκιά αδιαφάνειας στην αλυσίδα ελέγχου δεν πλήττει μόνο το κύρος του οργανισμού, αλλά θέτει σε κίνδυνο και την αξιοπιστία της χώρας έναντι των ευρωπαϊκών αρχών.
Η Τυχεροπούλου, που δηλώνει πως απομακρύνθηκε αιφνιδίως για «υπηρεσιακή ανεπάρκεια», περιγράφει ένα περιστατικό που παραπέμπει σε σκηνές διοικητικού εκβιασμού: το ντουλάπι του γραφείου της, όπως είπε, σφραγίστηκε με ένα τεράστιο λουκέτο κατ’ εντολή Μπαμπασίδη, ενώ αρνήθηκε να το παραδώσει καθώς περιείχε προσωπικά της αντικείμενα. Ο τρόπος που η ίδια συνδέει αυτό το περιστατικό με την προσπάθεια να «σωπάσει» δείχνει ότι θεωρεί πως υπήρξε συστηματική επιχείρηση φίμωσης όσων αντιστέκονταν σε παρατυπίες. Η αναφορά της στους «διαλόγους Μπαμπασίδη και Ξυλούρη» που περιλαμβάνονται στη δικογραφία ενισχύει την εικόνα μιας στενής σχέσης ανάμεσα στους δύο, με αδιαφανή διασυνδέσεις εντός του οργανισμού.
Η πιο σοβαρή ίσως πτυχή των καταγγελιών αφορά τα λεγόμενα 99 ΑΦΜ του 2020. Σύμφωνα με την Τυχεροπούλου, η εσωτερική έρευνα είχε αποκαλύψει «συγκλονιστικά ευρήματα» και κυκλικές μισθώσεις – ένα σχήμα όπου οι ίδιες εκτάσεις φέρονταν να νοικιάζονται κυκλικά μεταξύ συγγενικών ή συνεργαζόμενων προσώπων, ώστε να εισπράττουν πολλαπλές ενισχύσεις. Αν η περιγραφή αυτή ισχύει, πρόκειται για μηχανισμό συστηματικής απάτης εις βάρος των κοινοτικών κονδυλίων. Το γεγονός ότι η ίδια επέλεξε να αποστείλει την έκθεση «κλειστή» λόγω φόβου, αποκαλύπτει πόσο επισφαλές θεωρούσε το υπηρεσιακό περιβάλλον.
Η Κρήτη, που στην κατάθεσή της χαρακτηρίζεται «λάκος των λεόντων», φαίνεται να υπήρξε επίκεντρο των ερευνών και των αντιδράσεων. Οι αναφορές της σε «τραμπουκισμούς» εις βάρος των ελεγκτών που υπέγραψαν τα πορίσματα, αναδεικνύουν τη δυσκολία να επιβληθεί ο έλεγχος σε ένα δίκτυο ισχυρών συμφερόντων, με πολιτικές και τοπικές διασυνδέσεις. Οι χαρακτηρισμοί αυτοί, πέρα από τις προσωπικές διαστάσεις, φωτίζουν ένα δομικό πρόβλημα: την αδυναμία της διοίκησης να προστατεύσει τους ελεγκτικούς μηχανισμούς από πιέσεις.
Η πολιτική διάσταση της υπόθεσης είναι επίσης κρίσιμη. Η Τυχεροπούλου υποστήριξε ότι πρώην υπουργοί γνώριζαν τα τεκταινόμενα. Ο Λευτέρης Αυγενάκης, σύμφωνα με τη μαρτυρία της, «τα ήξερε όλα», ενώ ο Μάκης Βορίδης και ο Κώστας Τσιάρας φέρονται να είχαν ενημερωθεί σε διαφορετικό βαθμό. Αν πράγματι υπήρχε πολιτική γνώση ή ανοχή απέναντι σε τέτοιες πρακτικές, τότε η υπόθεση υπερβαίνει τα όρια ενός διοικητικού σκανδάλου και εισέρχεται στο πεδίο της θεσμικής ευθύνης.
Η καταγγελία ότι οι επισκέψεις του Ξυλούρη στον ΟΠΕΚΕΠΕ «πύκνωσαν με την ανάληψη των καθηκόντων του Αυγενάκη» μπορεί να αποτελέσει εστία έντονου πολιτικού διαλόγου, ιδίως εφόσον αποδειχθεί πως οι επαφές αυτές συνδέονταν με εκκρεμείς πληρωμές ή δεσμευμένα ΑΦΜ. Το πολιτικό σύστημα θα κληθεί να απαντήσει εάν υπήρξε πράγματι μηχανισμός επιρροής γύρω από τη διαχείριση των αγροτικών ενισχύσεων – έναν τομέα με τεράστια οικονομική και εκλογική σημασία.
Η υπόθεση Τυχεροπούλου ανοίγει, έτσι, δύο κρίσιμα μέτωπα. Το πρώτο είναι θεσμικό: η ανάγκη να ενισχυθεί η ανεξαρτησία και η διαφάνεια του ΟΠΕΚΕΠΕ, ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των αγροτών και της Ε.Ε. στο σύστημα ελέγχου. Το δεύτερο είναι πολιτικό: κατά πόσο η κυβέρνηση και τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα αντιμετωπίσουν με σοβαρότητα τις καταγγελίες, αναζητώντας ευθύνες χωρίς συμψηφισμούς ή συγκάλυψη.
Σε κάθε περίπτωση, η κατάθεση της Τυχεροπούλου δεν αφορά μόνο μια εσωτερική διαμάχη. Θίγει την ίδια την αξιοπιστία του κρατικού μηχανισμού διαχείρισης των ευρωπαϊκών πόρων και θέτει ενώπιον της κοινωνίας το ερώτημα: μπορεί ένα σύστημα που – όπως η ίδια περιγράφει – «διαχέει φόβο» να εγγυηθεί διαφάνεια και δικαιοσύνη; Αν η απάντηση είναι αρνητική, τότε η ανασυγκρότηση του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν αποτελεί απλώς διοικητική ανάγκη, αλλά πολιτικό χρέος.
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών