Η ιστορία του νησιού Ναζίνο, ενός μικρού νησιού στον ποταμό Ομπ της Σιβηρίας, αποτελεί μια από τις πιο φρικιαστικές και λιγότερο γνωστές σελίδες του 20ού αιώνα. Το καλοκαίρι του 1933, μέσα σε μόλις δεκατρείς εβδομάδες, περίπου 4.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους εκεί, θύματα πείνας, ασθενειών, βίας — και, τραγικά, κανιβαλισμού. Η τραγωδία αυτή, αποτέλεσμα ενός αποτυχημένου «πειράματος» κοινωνικής μηχανικής του σταλινικού καθεστώτος, παρέμεινε θαμμένη στα σοβιετικά αρχεία για περισσότερο από μισό αιώνα, μέχρι που ήρθε στο φως στα τέλη της δεκαετίας του 1980 από την οργάνωση Memorial.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, η Σοβιετική Ένωση βρισκόταν σε μια φάση ριζικών μετασχηματισμών. Η πολιτική της κολεκτιβοποίησης είχε ήδη καταστρέψει τον παραδοσιακό αγροτικό ιστό, με εκατομμύρια αγρότες να εκδιώκονται από τις γαίες τους και να κατηγορούνται ως «κουλάκοι» — δηλαδή πλούσιοι αγρότες που αντιδρούσαν στη σοσιαλιστική μεταρρύθμιση. Οι μαζικές συλλήψεις, οι εκτοπισμοί και η πείνα αποτέλεσαν τον καθημερινό τρόμο της επαρχίας.
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, ο Στάλιν και οι μηχανισμοί του κόμματος επιδίωξαν να αξιοποιήσουν τις απέραντες εκτάσεις της Σιβηρίας και άλλων ακατοίκητων περιοχών της ΕΣΣΔ. Το σχέδιο ήταν φιλόδοξο και απάνθρωπο: εκατοντάδες χιλιάδες ανεπιθύμητοι, άστεγοι, «αντικοινωνικά στοιχεία» ή απλώς πολίτες χωρίς έγγραφα, θα εκτοπίζονταν για να δημιουργήσουν νέους «παραγωγικούς οικισμούς». Την εκτέλεση του σχεδίου ανέλαβαν οι επικεφαλής της OGPU, της μυστικής αστυνομίας, Γκενρίχ Γιαγκόντα (G. Yagoda) και Ματβέι Μπέρμαν (M. Berman), επικεφαλής του συστήματος των γκουλάγκ.
Η Σοβιετική εξουσία πίστευε ότι με αυτόν τον τρόπο θα έλυνε ταυτόχρονα δύο προβλήματα: την υπερπληθυσμιακή πίεση στις πόλεις και την έλλειψη εργατικού δυναμικού στις απομονωμένες περιοχές. Το σχέδιο προέβλεπε τη μετεγκατάσταση δύο εκατομμυρίων ανθρώπων στη Σιβηρία και στο Καζακστάν. Στην πράξη όμως, η εφαρμογή του εξελίχθηκε σε τραγωδία.
Το σταλινικό κράτος επανέφερε τότε το σύστημα των εσωτερικών διαβατηρίων, που είχε εφαρμοστεί και στην τσαρική Ρωσία. Κάθε πολίτης όφειλε να φέρει μαζί του αυτό το έγγραφο, το οποίο προσδιόριζε αν ήταν «παραγωγικό στοιχείο». Όποιος συλλαμβανόταν χωρίς αυτό, θεωρούνταν ύποπτος αεργίας, αλητείας ή αντεπαναστατικής δράσης και εκτοπιζόταν.
Χιλιάδες άνθρωποι συνελήφθησαν έτσι στην τύχη: εργάτες που βγήκαν για τσιγάρο χωρίς το διαβατήριο τους, νεαροί που επισκέφθηκαν συγγενείς, ηλικιωμένοι που απλώς βρέθηκαν στο δρόμο χωρίς χαρτιά. Μόνο μεταξύ Μαρτίου και Ιουλίου 1933, περισσότεροι από 90.000 άνθρωποι συνελήφθησαν στη Μόσχα και στο Λένινγκραντ.
Οι άνθρωποι αυτοί μεταφέρθηκαν σε προσωρινούς σταθμούς διέλευσης — κυρίως στο Τομσκ της Δυτικής Σιβηρίας — απ’ όπου θα κατευθύνονταν στους «νέους οικισμούς». Ένας από αυτούς τους προορισμούς ήταν το μικρό νησί Ναζίνο (Nazino) στον ποταμό Ομπ, περίπου 800 χιλιόμετρα από το Τομσκ. Το νησί είχε μήκος τρία χιλιόμετρα και πλάτος μόλις εξακόσια μέτρα· ωστόσο, εκεί επρόκειτο να αποβιβαστούν πάνω από έξι χιλιάδες άνθρωποι.
Στις 30 Απριλίου 1933 ξεκίνησε από τη Μόσχα μια μεγάλη αποστολή εκτοπισμένων· μια μέρα νωρίτερα είχε ξεκινήσει άλλη από το Λένινγκραντ. Οι επιβάτες ήταν ένα χαοτικό μείγμα: πρώην αγρότες, εργάτες, γυναίκες, ποινικοί κρατούμενοι, ακόμα και άνθρωποι που είχαν συλληφθεί τυχαία. Καθένας λάμβανε 300 γραμμάρια ψωμί την ημέρα — και τίποτα άλλο. Πολλοί πέθαναν καθ’ οδόν.
Όταν οι φορτηγίδες έφτασαν στο νησί στις 18 Μαΐου, η κατάσταση ήταν ήδη δραματική. Οι 6.700 εκτοπισμένοι αποβιβάστηκαν σε έναν χώρο ακατάλληλο για ανθρώπινη διαβίωση: δεν υπήρχαν καταλύματα, εργαλεία, σκεύη ή τρόφιμα. Οι μόνοι προμήθειες ήταν 20 τόνοι αλεύρι, που θα διανέμονταν χωρίς σχέδιο ή οργάνωση. Οι φρουροί, ανεκπαίδευτοι και απείθαρχοι, βρίσκονταν σε πλοιάρια γύρω από το νησί και δεν παρενέβαιναν ουσιαστικά στη ζωή των εκτοπισμένων.
Όταν έγινε η πρώτη διανομή αλευριού, ξέσπασαν βίαιες συγκρούσεις. Οι πεινασμένοι άνθρωποι επιτίθεντο ο ένας στον άλλο για μια χούφτα αλεύρι, ενώ οι φρουροί άνοιγαν πυρ για να «επαναφέρουν την τάξη». Την επόμενη μέρα ορίστηκαν «ομαδάρχες» για να διανέμουν το αλεύρι, αλλά εκείνοι απλώς το ιδιοποιήθηκαν. Το αλεύρι τρωγόταν ωμό, ανακατεμένο με νερό του ποταμού Ομπ — που γρήγορα έγινε φορέας δυσεντερίας και λοιμώξεων. Μέσα σε λίγες μέρες, το νησί μετατράπηκε σε μαζικό νοσοκομείο χωρίς γιατρούς και φάρμακα.
Η κατάσταση στο Ναζίνο ξέφυγε σύντομα από κάθε έλεγχο. Οι περισσότεροι εκτοπισμένοι ήταν κάτοικοι πόλεων, χωρίς καμία γνώση αγροτικής ζωής ή επιβίωσης στη φύση. Μέσα σε λίγες ημέρες σχηματίστηκαν συμμορίες από πρώην εγκληματίες, οι οποίες επέβαλαν με τη βία την εξουσία τους. Κρατούσαν τα τρόφιμα για τον εαυτό τους, κακοποιούσαν γυναίκες και δολοφονούσαν όποιον αντιστεκόταν. Οι αδύναμοι πέθαιναν κατά δεκάδες κάθε μέρα. Τα σώματα συσσωρεύονταν στις όχθες του νησιού και οι φρουροί έδειχναν αδιαφορία ή ακόμα και σαδιστική ευχαρίστηση.
Μέσα στην απόλυτη εξαθλίωση, η πείνα έφερε το ανείπωτο: κανιβαλισμός. Οι πρώτες μαρτυρίες κάνουν λόγο για φαγητό από ανθρώπινες σάρκες, αρχικά από πτώματα και έπειτα από ζωντανούς που θεωρούνταν «καταδικασμένοι». Οι ιατροί που στάλθηκαν προσωρινά στο νησί τον Μάιο του 1933 κατέγραψαν δεκάδες περιπτώσεις ανθρωποφαγίας. Οι φρουροί συνέλαβαν πάνω από πενήντα ανθρώπους για κανιβαλισμό, αλλά οι περισσότεροι δεν δικάστηκαν ποτέ.
Ένας από τους επιζώντες περιέγραψε αργότερα τη φρίκη:
«Έτρωγα μόνο συκώτια και καρδιές. Διαλέγαμε αυτούς που δεν είχαν πια δυνάμεις, που θα πέθαιναν σε μία-δύο μέρες. Τους βοηθούσαμε να φύγουν πιο γρήγορα».
Τα λόγια αυτά, ψυχρά και απελπισμένα, αποτυπώνουν την πλήρη αποσύνθεση της ανθρώπινης ύπαρξης υπό τις συνθήκες του σταλινικού πειράματος.
Οι φρουροί, αντί να προσπαθήσουν να επιβάλουν τάξη, πολλές φορές συμμετείχαν στην κτηνωδία. Πέταγαν κομμάτια ψωμιού στους πεινασμένους για να διασκεδάσουν με τις συμπλοκές τους, μεθούσαν και πυροβολούσαν για ψυχαγωγία, ενώ κάποιοι αντάλλασσαν τρόφιμα με «ερωτικές υπηρεσίες» γυναικών. Ολόκληρο το νησί είχε μετατραπεί σε ένα εφιαλτικό πεδίο απόγνωσης.
Στις 27 Μαΐου έφτασαν στο νησί άλλοι 1.200 εκτοπισμένοι, επιδεινώνοντας την ήδη απελπιστική κατάσταση. Κάποιοι προσπάθησαν να αποδράσουν με πρόχειρες σχεδίες· πολλοί πνίγηκαν ή εκτελέστηκαν από τους φρουρούς. Μόλις στις αρχές Ιουνίου 1933, όταν η κατάσταση δεν μπορούσε πλέον να αποκρυφθεί, οι σοβιετικές αρχές αποφάσισαν να διαλύσουν τον οικισμό.
Από τους περίπου 6.700 ανθρώπους που είχαν σταλεί αρχικά στο Ναζίνο, μόνο 2.856 επέζησαν ως εκείνη τη στιγμή. Οι περισσότεροι μεταφέρθηκαν στις απέναντι όχθες του ποταμού Ναζίνα, όπου και πάλι πολλοί πέθαναν από τύφο, εξάντληση ή κακουχίες. Τελικά, μόνο 250 άτομα θεωρήθηκαν ικανά για εργασία. Το υπόλοιπο πείραμα εγκαταλείφθηκε, ενώ οι νέοι οικισμοί που είχαν σχεδιαστεί στην περιοχή του Τομσκ δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ.
Η τραγωδία θα μπορούσε να είχε μείνει για πάντα θαμμένη αν δεν υπήρχε ένας τοπικός αξιωματούχος, ο Βασίλι Αρσένιεβιτς Βελίτσκοφ, επικεφαλής του ΚΚ στην περιοχή Narymsky. Όταν άκουσε φήμες για «εγκλήματα στο νησί», αποφάσισε να ερευνήσει προσωπικά, χωρίς άδεια από ανωτέρους. Έφτασε στο Ναζίνο τον Αύγουστο του 1933 και βρέθηκε μπροστά σε ένα τοπίο φρίκης: μισοφαγωμένα πτώματα, ερείπια καλυβών, και ελάχιστους επιζώντες σε άθλια κατάσταση. Συντάσσοντας λεπτομερή αναφορά, περιέγραψε όλα όσα είδε και τα έστειλε στη Μόσχα.
Η αναφορά του Βελίτσκοφ κατέληξε τελικά στα χέρια του Λάζαρ Καγκάνοβιτς, ενός από τους στενότερους συνεργάτες του Στάλιν. Αντί να επιβραβευθεί, ο Βελίτσκοφ αποπέμφθηκε από το Κόμμα και απολύθηκε από τη θέση του. Η υπόθεση αποσιωπήθηκε και τα αρχεία φυλάχθηκαν στο Νοβοσιμπίρσκ. Οι μόνοι που τιμωρήθηκαν ήταν μερικοί φρουροί και διοικητές, με ποινές φυλάκισης έως τρία χρόνια — ασήμαντες μπροστά στο μέγεθος της καταστροφής.
Η αποτυχία του πειράματος στο Ναζίνο οδήγησε στην οριστική εγκατάλειψη των σχεδίων για μαζικούς εποικισμούς ακατοίκητων περιοχών. Ωστόσο, το γεγονός παρέμεινε κρατικό μυστικό για δεκαετίες, θαμμένο μαζί με χιλιάδες άλλες ιστορίες του γκουλάγκ.
Το ερώτημα αν ο Ιωσήφ Στάλιν γνώριζε για το Ναζίνο έχει απασχολήσει ιστορικούς για χρόνια. Επισήμως, το σχέδιο εκτοπίσεων παρουσιάστηκε ως πρωτοβουλία της OGPU, χωρίς άμεση έγκριση του Στάλιν. Ωστόσο, γνωρίζοντας τον απόλυτο έλεγχο που ασκούσε στο κομματικό σύστημα, είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι τέτοια επιχείρηση θα γινόταν χωρίς τη γνώση του. Πιθανότατα ενέκρινε το γενικό πλαίσιο του σχεδίου, αλλά όταν αυτό κατέληξε σε φιάσκο, προτίμησε να μεταθέσει τις ευθύνες στους εκτελεστές του.
Ο Γιαγκόντα εκτελέστηκε το 1938, στο πλαίσιο των δικών της Μόσχας, ενώ ο Μπέρμαν συνελήφθη και εκτελέστηκε έναν χρόνο αργότερα. Κανείς τους όμως δεν δικάστηκε για τα γεγονότα του Ναζίνο. Το καθεστώς προτίμησε να «ξεχάσει» το επεισόδιο, θεωρώντας το μια ντροπιαστική αποτυχία.
Μόνο το 1988, επί Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και στο πλαίσιο της πολιτικής γκλάσνοστ (διαφάνειας), το μακελειό του Ναζίνο ήρθε στο φως. Η Οργάνωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Memorial εντόπισε και δημοσίευσε τα έγγραφα της επιτροπής που είχε διερευνήσει την υπόθεση το 1933. Οι μαρτυρίες των ντόπιων Ostyak και των λίγων επιζώντων αποκαλύπτουν το μέγεθος της φρίκης. Ένας Ostyak θυμόταν:
«Οι άνθρωποι που έφευγαν από το νησί μάς ρωτούσαν πού είναι ο σιδηρόδρομος και πώς θα πάνε στη Μόσχα. Δεν ξέραμε καν τι ήταν αυτά που έλεγαν.»
Το 2002, νέα στοιχεία από τα σοβιετικά αρχεία ήρθαν στο φως χάρη στην ίδια οργάνωση, ενώ το 2006 ο ιστορικός Nicolas Werth, γνωστός από το έργο The Black Book of Communism, δημοσίευσε το βιβλίο Cannibal Island: Death in a Siberian Gulag. Το 2009, το βιβλίο ενέπνευσε το ντοκιμαντέρ L’île aux Cannibales και το 2011 την τηλεοπτική ταινία Cannibal Island, που διέδωσαν παγκοσμίως τη φρικτή αυτή ιστορία.
Το 2008, στο νησί Ναζίνο τοποθετήθηκε σταυρός στη μνήμη των θυμάτων, ένα λιτό αλλά συγκλονιστικό μνημείο μιας εποχής που η ανθρώπινη ζωή είχε χάσει κάθε αξία.
Το Ναζίνο δεν ήταν το μοναδικό πείραμα εκτοπισμών στη Σοβιετική Ένωση, αλλά αποτέλεσε ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της απανθρωπιάς του σταλινικού μηχανισμού. Δείχνει πώς η κρατική γραφειοκρατία, η ιδεολογική τύφλωση και η περιφρόνηση της ανθρώπινης ζωής μπορούν να οδηγήσουν σε γενοκτονικού τύπου καταστάσεις
Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, η Σοβιετική Ένωση βρισκόταν σε μια φάση ριζικών μετασχηματισμών. Η πολιτική της κολεκτιβοποίησης είχε ήδη καταστρέψει τον παραδοσιακό αγροτικό ιστό, με εκατομμύρια αγρότες να εκδιώκονται από τις γαίες τους και να κατηγορούνται ως «κουλάκοι» — δηλαδή πλούσιοι αγρότες που αντιδρούσαν στη σοσιαλιστική μεταρρύθμιση. Οι μαζικές συλλήψεις, οι εκτοπισμοί και η πείνα αποτέλεσαν τον καθημερινό τρόμο της επαρχίας.
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, ο Στάλιν και οι μηχανισμοί του κόμματος επιδίωξαν να αξιοποιήσουν τις απέραντες εκτάσεις της Σιβηρίας και άλλων ακατοίκητων περιοχών της ΕΣΣΔ. Το σχέδιο ήταν φιλόδοξο και απάνθρωπο: εκατοντάδες χιλιάδες ανεπιθύμητοι, άστεγοι, «αντικοινωνικά στοιχεία» ή απλώς πολίτες χωρίς έγγραφα, θα εκτοπίζονταν για να δημιουργήσουν νέους «παραγωγικούς οικισμούς». Την εκτέλεση του σχεδίου ανέλαβαν οι επικεφαλής της OGPU, της μυστικής αστυνομίας, Γκενρίχ Γιαγκόντα (G. Yagoda) και Ματβέι Μπέρμαν (M. Berman), επικεφαλής του συστήματος των γκουλάγκ.
Η Σοβιετική εξουσία πίστευε ότι με αυτόν τον τρόπο θα έλυνε ταυτόχρονα δύο προβλήματα: την υπερπληθυσμιακή πίεση στις πόλεις και την έλλειψη εργατικού δυναμικού στις απομονωμένες περιοχές. Το σχέδιο προέβλεπε τη μετεγκατάσταση δύο εκατομμυρίων ανθρώπων στη Σιβηρία και στο Καζακστάν. Στην πράξη όμως, η εφαρμογή του εξελίχθηκε σε τραγωδία.
Το σταλινικό κράτος επανέφερε τότε το σύστημα των εσωτερικών διαβατηρίων, που είχε εφαρμοστεί και στην τσαρική Ρωσία. Κάθε πολίτης όφειλε να φέρει μαζί του αυτό το έγγραφο, το οποίο προσδιόριζε αν ήταν «παραγωγικό στοιχείο». Όποιος συλλαμβανόταν χωρίς αυτό, θεωρούνταν ύποπτος αεργίας, αλητείας ή αντεπαναστατικής δράσης και εκτοπιζόταν.
Χιλιάδες άνθρωποι συνελήφθησαν έτσι στην τύχη: εργάτες που βγήκαν για τσιγάρο χωρίς το διαβατήριο τους, νεαροί που επισκέφθηκαν συγγενείς, ηλικιωμένοι που απλώς βρέθηκαν στο δρόμο χωρίς χαρτιά. Μόνο μεταξύ Μαρτίου και Ιουλίου 1933, περισσότεροι από 90.000 άνθρωποι συνελήφθησαν στη Μόσχα και στο Λένινγκραντ.
Οι άνθρωποι αυτοί μεταφέρθηκαν σε προσωρινούς σταθμούς διέλευσης — κυρίως στο Τομσκ της Δυτικής Σιβηρίας — απ’ όπου θα κατευθύνονταν στους «νέους οικισμούς». Ένας από αυτούς τους προορισμούς ήταν το μικρό νησί Ναζίνο (Nazino) στον ποταμό Ομπ, περίπου 800 χιλιόμετρα από το Τομσκ. Το νησί είχε μήκος τρία χιλιόμετρα και πλάτος μόλις εξακόσια μέτρα· ωστόσο, εκεί επρόκειτο να αποβιβαστούν πάνω από έξι χιλιάδες άνθρωποι.
Στις 30 Απριλίου 1933 ξεκίνησε από τη Μόσχα μια μεγάλη αποστολή εκτοπισμένων· μια μέρα νωρίτερα είχε ξεκινήσει άλλη από το Λένινγκραντ. Οι επιβάτες ήταν ένα χαοτικό μείγμα: πρώην αγρότες, εργάτες, γυναίκες, ποινικοί κρατούμενοι, ακόμα και άνθρωποι που είχαν συλληφθεί τυχαία. Καθένας λάμβανε 300 γραμμάρια ψωμί την ημέρα — και τίποτα άλλο. Πολλοί πέθαναν καθ’ οδόν.
Όταν οι φορτηγίδες έφτασαν στο νησί στις 18 Μαΐου, η κατάσταση ήταν ήδη δραματική. Οι 6.700 εκτοπισμένοι αποβιβάστηκαν σε έναν χώρο ακατάλληλο για ανθρώπινη διαβίωση: δεν υπήρχαν καταλύματα, εργαλεία, σκεύη ή τρόφιμα. Οι μόνοι προμήθειες ήταν 20 τόνοι αλεύρι, που θα διανέμονταν χωρίς σχέδιο ή οργάνωση. Οι φρουροί, ανεκπαίδευτοι και απείθαρχοι, βρίσκονταν σε πλοιάρια γύρω από το νησί και δεν παρενέβαιναν ουσιαστικά στη ζωή των εκτοπισμένων.
Όταν έγινε η πρώτη διανομή αλευριού, ξέσπασαν βίαιες συγκρούσεις. Οι πεινασμένοι άνθρωποι επιτίθεντο ο ένας στον άλλο για μια χούφτα αλεύρι, ενώ οι φρουροί άνοιγαν πυρ για να «επαναφέρουν την τάξη». Την επόμενη μέρα ορίστηκαν «ομαδάρχες» για να διανέμουν το αλεύρι, αλλά εκείνοι απλώς το ιδιοποιήθηκαν. Το αλεύρι τρωγόταν ωμό, ανακατεμένο με νερό του ποταμού Ομπ — που γρήγορα έγινε φορέας δυσεντερίας και λοιμώξεων. Μέσα σε λίγες μέρες, το νησί μετατράπηκε σε μαζικό νοσοκομείο χωρίς γιατρούς και φάρμακα.
Η κατάσταση στο Ναζίνο ξέφυγε σύντομα από κάθε έλεγχο. Οι περισσότεροι εκτοπισμένοι ήταν κάτοικοι πόλεων, χωρίς καμία γνώση αγροτικής ζωής ή επιβίωσης στη φύση. Μέσα σε λίγες ημέρες σχηματίστηκαν συμμορίες από πρώην εγκληματίες, οι οποίες επέβαλαν με τη βία την εξουσία τους. Κρατούσαν τα τρόφιμα για τον εαυτό τους, κακοποιούσαν γυναίκες και δολοφονούσαν όποιον αντιστεκόταν. Οι αδύναμοι πέθαιναν κατά δεκάδες κάθε μέρα. Τα σώματα συσσωρεύονταν στις όχθες του νησιού και οι φρουροί έδειχναν αδιαφορία ή ακόμα και σαδιστική ευχαρίστηση.
Μέσα στην απόλυτη εξαθλίωση, η πείνα έφερε το ανείπωτο: κανιβαλισμός. Οι πρώτες μαρτυρίες κάνουν λόγο για φαγητό από ανθρώπινες σάρκες, αρχικά από πτώματα και έπειτα από ζωντανούς που θεωρούνταν «καταδικασμένοι». Οι ιατροί που στάλθηκαν προσωρινά στο νησί τον Μάιο του 1933 κατέγραψαν δεκάδες περιπτώσεις ανθρωποφαγίας. Οι φρουροί συνέλαβαν πάνω από πενήντα ανθρώπους για κανιβαλισμό, αλλά οι περισσότεροι δεν δικάστηκαν ποτέ.
Ένας από τους επιζώντες περιέγραψε αργότερα τη φρίκη:
«Έτρωγα μόνο συκώτια και καρδιές. Διαλέγαμε αυτούς που δεν είχαν πια δυνάμεις, που θα πέθαιναν σε μία-δύο μέρες. Τους βοηθούσαμε να φύγουν πιο γρήγορα».
Τα λόγια αυτά, ψυχρά και απελπισμένα, αποτυπώνουν την πλήρη αποσύνθεση της ανθρώπινης ύπαρξης υπό τις συνθήκες του σταλινικού πειράματος.
Οι φρουροί, αντί να προσπαθήσουν να επιβάλουν τάξη, πολλές φορές συμμετείχαν στην κτηνωδία. Πέταγαν κομμάτια ψωμιού στους πεινασμένους για να διασκεδάσουν με τις συμπλοκές τους, μεθούσαν και πυροβολούσαν για ψυχαγωγία, ενώ κάποιοι αντάλλασσαν τρόφιμα με «ερωτικές υπηρεσίες» γυναικών. Ολόκληρο το νησί είχε μετατραπεί σε ένα εφιαλτικό πεδίο απόγνωσης.
Στις 27 Μαΐου έφτασαν στο νησί άλλοι 1.200 εκτοπισμένοι, επιδεινώνοντας την ήδη απελπιστική κατάσταση. Κάποιοι προσπάθησαν να αποδράσουν με πρόχειρες σχεδίες· πολλοί πνίγηκαν ή εκτελέστηκαν από τους φρουρούς. Μόλις στις αρχές Ιουνίου 1933, όταν η κατάσταση δεν μπορούσε πλέον να αποκρυφθεί, οι σοβιετικές αρχές αποφάσισαν να διαλύσουν τον οικισμό.
Από τους περίπου 6.700 ανθρώπους που είχαν σταλεί αρχικά στο Ναζίνο, μόνο 2.856 επέζησαν ως εκείνη τη στιγμή. Οι περισσότεροι μεταφέρθηκαν στις απέναντι όχθες του ποταμού Ναζίνα, όπου και πάλι πολλοί πέθαναν από τύφο, εξάντληση ή κακουχίες. Τελικά, μόνο 250 άτομα θεωρήθηκαν ικανά για εργασία. Το υπόλοιπο πείραμα εγκαταλείφθηκε, ενώ οι νέοι οικισμοί που είχαν σχεδιαστεί στην περιοχή του Τομσκ δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ.
Η τραγωδία θα μπορούσε να είχε μείνει για πάντα θαμμένη αν δεν υπήρχε ένας τοπικός αξιωματούχος, ο Βασίλι Αρσένιεβιτς Βελίτσκοφ, επικεφαλής του ΚΚ στην περιοχή Narymsky. Όταν άκουσε φήμες για «εγκλήματα στο νησί», αποφάσισε να ερευνήσει προσωπικά, χωρίς άδεια από ανωτέρους. Έφτασε στο Ναζίνο τον Αύγουστο του 1933 και βρέθηκε μπροστά σε ένα τοπίο φρίκης: μισοφαγωμένα πτώματα, ερείπια καλυβών, και ελάχιστους επιζώντες σε άθλια κατάσταση. Συντάσσοντας λεπτομερή αναφορά, περιέγραψε όλα όσα είδε και τα έστειλε στη Μόσχα.
Η αναφορά του Βελίτσκοφ κατέληξε τελικά στα χέρια του Λάζαρ Καγκάνοβιτς, ενός από τους στενότερους συνεργάτες του Στάλιν. Αντί να επιβραβευθεί, ο Βελίτσκοφ αποπέμφθηκε από το Κόμμα και απολύθηκε από τη θέση του. Η υπόθεση αποσιωπήθηκε και τα αρχεία φυλάχθηκαν στο Νοβοσιμπίρσκ. Οι μόνοι που τιμωρήθηκαν ήταν μερικοί φρουροί και διοικητές, με ποινές φυλάκισης έως τρία χρόνια — ασήμαντες μπροστά στο μέγεθος της καταστροφής.
Η αποτυχία του πειράματος στο Ναζίνο οδήγησε στην οριστική εγκατάλειψη των σχεδίων για μαζικούς εποικισμούς ακατοίκητων περιοχών. Ωστόσο, το γεγονός παρέμεινε κρατικό μυστικό για δεκαετίες, θαμμένο μαζί με χιλιάδες άλλες ιστορίες του γκουλάγκ.
Το ερώτημα αν ο Ιωσήφ Στάλιν γνώριζε για το Ναζίνο έχει απασχολήσει ιστορικούς για χρόνια. Επισήμως, το σχέδιο εκτοπίσεων παρουσιάστηκε ως πρωτοβουλία της OGPU, χωρίς άμεση έγκριση του Στάλιν. Ωστόσο, γνωρίζοντας τον απόλυτο έλεγχο που ασκούσε στο κομματικό σύστημα, είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι τέτοια επιχείρηση θα γινόταν χωρίς τη γνώση του. Πιθανότατα ενέκρινε το γενικό πλαίσιο του σχεδίου, αλλά όταν αυτό κατέληξε σε φιάσκο, προτίμησε να μεταθέσει τις ευθύνες στους εκτελεστές του.
Ο Γιαγκόντα εκτελέστηκε το 1938, στο πλαίσιο των δικών της Μόσχας, ενώ ο Μπέρμαν συνελήφθη και εκτελέστηκε έναν χρόνο αργότερα. Κανείς τους όμως δεν δικάστηκε για τα γεγονότα του Ναζίνο. Το καθεστώς προτίμησε να «ξεχάσει» το επεισόδιο, θεωρώντας το μια ντροπιαστική αποτυχία.
Μόνο το 1988, επί Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και στο πλαίσιο της πολιτικής γκλάσνοστ (διαφάνειας), το μακελειό του Ναζίνο ήρθε στο φως. Η Οργάνωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Memorial εντόπισε και δημοσίευσε τα έγγραφα της επιτροπής που είχε διερευνήσει την υπόθεση το 1933. Οι μαρτυρίες των ντόπιων Ostyak και των λίγων επιζώντων αποκαλύπτουν το μέγεθος της φρίκης. Ένας Ostyak θυμόταν:
«Οι άνθρωποι που έφευγαν από το νησί μάς ρωτούσαν πού είναι ο σιδηρόδρομος και πώς θα πάνε στη Μόσχα. Δεν ξέραμε καν τι ήταν αυτά που έλεγαν.»
Το 2002, νέα στοιχεία από τα σοβιετικά αρχεία ήρθαν στο φως χάρη στην ίδια οργάνωση, ενώ το 2006 ο ιστορικός Nicolas Werth, γνωστός από το έργο The Black Book of Communism, δημοσίευσε το βιβλίο Cannibal Island: Death in a Siberian Gulag. Το 2009, το βιβλίο ενέπνευσε το ντοκιμαντέρ L’île aux Cannibales και το 2011 την τηλεοπτική ταινία Cannibal Island, που διέδωσαν παγκοσμίως τη φρικτή αυτή ιστορία.
Το 2008, στο νησί Ναζίνο τοποθετήθηκε σταυρός στη μνήμη των θυμάτων, ένα λιτό αλλά συγκλονιστικό μνημείο μιας εποχής που η ανθρώπινη ζωή είχε χάσει κάθε αξία.
Το Ναζίνο δεν ήταν το μοναδικό πείραμα εκτοπισμών στη Σοβιετική Ένωση, αλλά αποτέλεσε ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της απανθρωπιάς του σταλινικού μηχανισμού. Δείχνει πώς η κρατική γραφειοκρατία, η ιδεολογική τύφλωση και η περιφρόνηση της ανθρώπινης ζωής μπορούν να οδηγήσουν σε γενοκτονικού τύπου καταστάσεις
Διαβάστε ακόμη
👉Ακολουθήστε μας στο twitter

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών