Οργή στους δρόμους, σταθερότητα στην εξουσία

Οι πρόσφατες διαδηλώσεις στην Αλβανία δεν αποτελούν μια αιφνίδια έκρηξη πολιτικής κρίσης, αλλά την πιο πρόσφατη εκδήλωση μιας βαθύτερης και χρόνιας παθογένειας: της έλλειψης εμπιστοσύνης στους θεσμούς και της αίσθησης ατιμωρησίας της πολιτικής ελίτ. Παρότι οι εικόνες έντασης στους δρόμους των Τιράνων προκαλούν ανησυχία, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη — και ίσως πιο ανησυχητική μακροπρόθεσμα.
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται ο πρωθυπουργός Edi Rama, ο οποίος κατηγορείται από την αντιπολίτευση για συγκάλυψη σκανδάλων διαφθοράς και για απόπειρα ελέγχου της δικαιοσύνης. Η υπόθεση της Belinda Balluku, πρώην αντιπροέδρου της κυβέρνησης, λειτουργεί ως καταλύτης: η άρνηση της Βουλής να άρει την ασυλία της ενίσχυσε την πεποίθηση ότι η πολιτική εξουσία προστατεύει τον εαυτό της.

Ωστόσο, το πραγματικά ενδιαφέρον —και κρίσιμο— στοιχείο είναι ο ρόλος της SPAK. Η ανεξάρτητη αυτή αρχή, που δημιουργήθηκε με τη στήριξη της ΕΕ και των ΗΠΑ, φαίνεται να είναι ο μόνος θεσμός που απολαμβάνει ευρείας εμπιστοσύνης από τους πολίτες. Η ειρωνεία είναι εμφανής: μια μεταρρύθμιση που προώθησε η ίδια η κυβέρνηση, τώρα απειλεί να αποκαλύψει τις αδυναμίες και τις αντιφάσεις της.
Από την άλλη πλευρά, η αντιπολίτευση, με επικεφαλής τον Sali Berisha, αδυνατεί να κεφαλαιοποιήσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Οι διαδηλώσεις, αν και μαζικές κατά περιόδους, παραμένουν σε μεγάλο βαθμό κομματικά καθοδηγούμενες και δεν έχουν εξελιχθεί σε ένα ευρύ, αυθόρμητο κοινωνικό κίνημα. Επιπλέον, η ίδια η αξιοπιστία της αντιπολίτευσης υπονομεύεται από το παρελθόν και τις δικαστικές εκκρεμότητες των ηγετών της. Έτσι, δημιουργείται μια ιδιότυπη «ισορροπία δυσπιστίας»: ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας δεν εμπιστεύεται ούτε την κυβέρνηση ούτε την εναλλακτική της.

Αυτό εξηγεί γιατί, παρά την ένταση στους δρόμους, δεν διαφαίνεται άμεσος κίνδυνος ανατροπής της κυβέρνησης. Ο Edi Rama διατηρεί ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ενώ οι θεσμικοί μηχανισμοί εξακολουθούν να λειτουργούν —τουλάχιστον τυπικά. Οι ανασχηματισμοί και οι πολιτικοί ελιγμοί λειτουργούν ως βαλβίδα αποσυμπίεσης, χωρίς να αντιμετωπίζουν τις βαθύτερες αιτίες της κρίσης.
Κι όμως, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι η επιβίωση της σημερινής κυβέρνησης, αλλά η ποιότητα της ίδιας της δημοκρατίας. Η Αλβανία φαίνεται να εισέρχεται σε μια φάση «αργής διάβρωσης», όπου οι θεσμοί υπάρχουν, αλλά η εμπιστοσύνη σε αυτούς φθίνει. Η απόσταση μεταξύ των τυπικών μεταρρυθμίσεων —ιδίως στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πορείας— και της ουσιαστικής εφαρμογής τους μεγαλώνει.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Ένωση αποκτά καθοριστικό ρόλο. Η ενταξιακή διαδικασία δεν είναι απλώς ένα τεχνικό εγχείρημα, αλλά ένας μηχανισμός πίεσης για πραγματικές αλλαγές. Αν η ΕΕ επιλέξει να συνεχίσει την πορεία ένταξης χωρίς αυστηρή επιμονή στην εφαρμογή του κράτους δικαίου, τότε υπάρχει ο κίνδυνος η Αλβανία να «πληροί τα κριτήρια στα χαρτιά» χωρίς να έχει επιλύσει τις θεμελιώδεις δημοκρατικές της αδυναμίες.
Τελικά, οι διαδηλώσεις μπορεί να μην ρίξουν την κυβέρνηση, αλλά αναδεικνύουν κάτι βαθύτερο: ένα σύστημα που ισορροπεί ανάμεσα στη θεσμική κανονικότητα και τη λειτουργική δυσπιστία. Το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει άμεση πολιτική αλλαγή, αλλά αν θα υπάρξει ουσιαστική θεσμική μεταρρύθμιση.

Και σε αυτό το ερώτημα, η απάντηση παραμένει ανοιχτή.

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια