Μπορεί η Ευρώπη να μιλά για πράσινη μετάβαση, απανθρακοποίηση και ενεργειακή αυτονομία, όμως στην Ελλάδα η «πράσινη» πολιτική έχει και έναν πολύ συγκεκριμένο λογαριασμό: τον φορολογικό.
Τα νεότερα στοιχεία της Eurostat, που περιλαμβάνονται στο επικαιροποιημένο φορολογικό υλικό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καταγράφουν μια ιδιαίτερα χαρακτηριστική εικόνα. Το 2024 τα περιβαλλοντικά φορολογικά έσοδα στην Ελλάδα ανήλθαν στο 3,76% του ΑΕΠ, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο μέσος όρος της ΕΕ ήταν μόλις 2,06% του ΑΕΠ.
Με άλλα λόγια, η Ελλάδα δεν βρίσκεται απλώς ψηλά στον ευρωπαϊκό πίνακα. Βρίσκεται στην κορυφή.
Και εδώ αρχίζει η ενδιαφέρουσα πλευρά της υπόθεσης. Γιατί πίσω από τον γενικό όρο «περιβαλλοντικοί φόροι» κρύβεται κυρίως η φορολογία της ενέργειας. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι φόροι ενέργειας αντιπροσώπευαν το 77,2% του συνόλου των περιβαλλοντικών φόρων το 2024, αποφέροντας περίπου 287 δισ. ευρώ στα κράτη-μέλη.
Έτσι, κάθε φορά που γεμίζει το ρεζερβουάρ, κάθε φορά που κινείται ένα όχημα, κάθε φορά που καταναλώνεται ενέργεια, ένα σημαντικό μέρος του κόστους καταλήγει στα δημόσια ταμεία.
Η «πράσινη» πρωτιά που πληρώνεται στην αντλία
Η φορολογία στην ενέργεια δεν είναι ένας αφηρημένος αριθμός σε έναν πίνακα της Eurostat. Για τον πολίτη μεταφράζεται σε κόστος μετακίνησης, μεταφοράς προϊόντων, θέρμανσης και παραγωγής.
Η ευρωπαϊκή στατιστική κατηγορία των φόρων ενέργειας περιλαμβάνει φόρους σε ενεργειακά προϊόντα, όπως πετρελαϊκά προϊόντα, φυσικό αέριο, άνθρακα και ηλεκτρισμό, ενώ σύμφωνα με τη μεθοδολογία της Eurostat στην κατηγορία περιλαμβάνονται και ορισμένοι φόροι που συνδέονται με τις εκπομπές CO₂.
Στην Ελλάδα, επομένως, η υψηλή επίδοση στους περιβαλλοντικούς φόρους δεν μπορεί να διαβαστεί μόνο ως ένδειξη αυξημένης περιβαλλοντικής ευαισθησίας. Είναι ταυτόχρονα αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο έχει διαμορφωθεί το φορολογικό σύστημα και του μεγάλου βάρους που εξακολουθούν να έχουν οι φόροι στην κατανάλωση ενέργειας.
Και υπάρχει μια ειρωνεία.
Το κράτος μπορεί να παρουσιάζει έναν φόρο ως εργαλείο για την πράσινη μετάβαση, όμως ο πολίτης δεν τον πληρώνει σε κάποιο θεωρητικό «πράσινο ταμείο». Τον πληρώνει όταν βάζει βενζίνη, όταν αγοράζει προϊόντα που έχουν μεταφερθεί με φορτηγά, όταν θερμαίνει το σπίτι του ή όταν πληρώνει τον λογαριασμό της ενέργειας.
Η περιβαλλοντική φορολογία έχει ασφαλώς και πολιτικό στόχο: να ενθαρρύνει συμπεριφορές με μικρότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Όταν όμως οι φόροι καταλαμβάνουν τόσο μεγάλο μέρος του φορολογικού μείγματος, η συζήτηση μεταφέρεται αναπόφευκτα και στο ζήτημα της φορολογικής επιβάρυνσης.
Δεν είναι όμως μόνο η ενέργεια
Η εικόνα της ελληνικής φορολογίας δεν σταματά στα καύσιμα. Τα στοιχεία της Κομισιόν δείχνουν ότι η Ελλάδα έχει επίσης σημαντική φορολογική επιβάρυνση σε άλλες κατηγορίες, μεταξύ των οποίων οι φόροι περιουσίας. Η φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας αποτελεί διαχρονικά σημαντική πηγή εσόδων για το ελληνικό Δημόσιο, με τον ΕΝΦΙΑ να αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα επαναλαμβανόμενης φορολογίας επί της ακίνητης περιουσίας.
Την ίδια ώρα, η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην επικαιροποιημένη βάση δεδομένων για τις φορολογικές τάσεις, καταγράφει ότι το συνολικό φορολογικό μείγμα πρέπει να εξετάζεται όχι μόνο ως προς το ύψος των εσόδων αλλά και ως προς το πού ακριβώς επιβάλλονται οι φόροι: στην εργασία, στην κατανάλωση, στο κεφάλαιο, στην περιουσία ή στην ενέργεια.
Και αυτή είναι ίσως η ουσία της ελληνικής περίπτωσης. Δεν αρκεί να γνωρίζει κανείς πόσα εισπράττει το κράτος. Πρέπει να γνωρίζει και από ποιον τα εισπράττει.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να στηρίζεται στην κατανάλωση
Η φορολογική εικόνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2024 δείχνει ότι οι φόροι στην εργασία εξακολουθούν να αποτελούν τη μεγαλύτερη κατηγορία εσόδων, αντιστοιχώντας στο 51,5% των συνολικών φορολογικών εσόδων της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών εισφορών. Οι φόροι κατανάλωσης αντιστοιχούσαν στο 26,8%, ενώ οι φόροι κεφαλαίου στο 21,6%.
Η Ελλάδα, ωστόσο, έχει εδώ και χρόνια ένα φορολογικό μοντέλο στο οποίο οι έμμεσοι φόροι έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα.
ΦΠΑ και Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης δεν περιμένουν να διαπιστώσουν αν ο καταναλωτής έχει υψηλό ή χαμηλό εισόδημα. Επιβάλλονται στη συναλλαγή και στην κατανάλωση.
Και ακριβώς εκεί βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της έμμεσης φορολογίας: ο φόρος δεν εξετάζει την πραγματική οικονομική δυνατότητα του καταναλωτή. Ένα ευρώ ΦΠΑ είναι ένα ευρώ ΦΠΑ είτε πληρώνεται από ένα νοικοκυριό με χαμηλό εισόδημα είτε από ένα πολύ υψηλότερου εισοδήματος νοικοκυριό.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η σύνθεση του φορολογικού μείγματος έχει μεγαλύτερη σημασία από έναν απλό τίτλο του τύπου «οι φόροι αυξήθηκαν» ή «οι φόροι μειώθηκαν».
Το παράδοξο του ΦΠΑ
Και ενώ το κράτος εισπράττει σημαντικά ποσά μέσω της κατανάλωσης, ένα μέρος του ΦΠΑ που θεωρητικά θα έπρεπε να εισπραχθεί εξακολουθεί να χάνεται.
Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το VAT Gap, η Ελλάδα το 2023 είχε εκτιμώμενο κενό συμμόρφωσης ΦΠΑ 11,4% της συνολικής φορολογικής υποχρέωσης ΦΠΑ. Το ποσοστό αυτό ήταν αισθητά χαμηλότερο από το 24% του 2019, γεγονός που δείχνει σημαντική βελτίωση, αλλά παρέμενε πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, ο οποίος ήταν περίπου 9,5%.
Σε απόλυτους αριθμούς, η Επιτροπή υπολογίζει ότι το 2023 η Ελλάδα εισέπραξε περίπου 19,76 δισ. ευρώ ΦΠΑ, ενώ το εκτιμώμενο κενό συμμόρφωσης ανήλθε σε περίπου 2,53 δισ. ευρώ.
Εδώ βρίσκεται ένα ακόμη ελληνικό παράδοξο:
Από τη μία πλευρά, ο καταναλωτής φορολογείται στην πηγή της κατανάλωσης. Από την άλλη, ένα σημαντικό ποσό ΦΠΑ εξακολουθεί να μην καταλήγει στα κρατικά ταμεία.
Η εικόνα, πάντως, δεν πρέπει να απλουστεύεται σε «φοροδιαφυγή». Η ίδια η Κομισιόν διευκρινίζει ότι το VAT compliance gap περιλαμβάνει όχι μόνο φοροδιαφυγή και απάτη, αλλά επίσης πτωχεύσεις, αφερεγγυότητα, παραλείψεις και διοικητικά λάθη.
Και υπάρχει και το άλλο «κενό» του ΦΠΑ
Η Επιτροπή κάνει μια κρίσιμη διάκριση ανάμεσα στο κενό συμμόρφωσης και στο κενό πολιτικής ΦΠΑ.
Το δεύτερο δεν αφορά φόρους που έπρεπε να εισπραχθούν αλλά χάθηκαν λόγω παραβατικότητας. Αφορά έσοδα που δεν εισπράττονται επειδή το ίδιο το φορολογικό σύστημα προβλέπει μειωμένους συντελεστές ή απαλλαγές.
Για την Ελλάδα, το συνολικό «actionable VAT policy gap» υπολογίστηκε στο 36,1% της θεωρητικής ιδανικής βάσης ΦΠΑ για το 2023, αποτελούμενο μεταξύ άλλων από κενό λόγω μειωμένων συντελεστών και από εθνικές και ευρωπαϊκά επιβαλλόμενες απαλλαγές.
Πρόκειται για διαφορετικό μέγεθος από το VAT compliance gap και δεν πρέπει να συγχέονται.
Το πρώτο αφορά κυρίως το τι δεν εισπράχθηκε παρά τη φορολογική υποχρέωση. Το δεύτερο αφορά το τι δεν εισπράττεται επειδή έτσι έχει σχεδιαστεί η πολιτική ΦΠΑ.
Πρωταθλήτρια στους φόρους, αλλά όχι απαραίτητα στους φόρους «που φαίνονται»
Η Ελλάδα δεν έχει τον υψηλότερο συνολικό φορολογικό συντελεστή στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μάλιστα, στα συνολικά φορολογικά έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ, η Κομισιόν καταγράφει για το 2024 υψηλότερα ποσοστά σε χώρες όπως η Δανία, η Γαλλία και η Αυστρία.
Η ελληνική «πρωτιά» αφορά συγκεκριμένα την περιβαλλοντική φορολογία ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Η διευκρίνιση αυτή έχει σημασία, γιατί διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος να μετατραπεί ένα συγκεκριμένο στατιστικό εύρημα σε έναν γενικό ισχυρισμό που τα στοιχεία δεν στηρίζουν.
Αυτό όμως δεν κάνει το εύρημα λιγότερο σημαντικό. Το αντίθετο. Για μια οικονομία όπου το κόστος ενέργειας επηρεάζει νοικοκυριά, μεταφορές, τουρισμό, βιομηχανία, αγροτική παραγωγή και τελικά τις τιμές των προϊόντων, η φορολογία της ενέργειας λειτουργεί σαν ένας αόρατος πολλαπλασιαστής κόστους. Και η Ελλάδα, σύμφωνα με τα επίσημα ευρωπαϊκά στοιχεία, βρίσκεται στην κορυφή αυτής της κατηγορίας.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν οι φόροι υπάρχουν. Το ερώτημα είναι πόσο από το κόστος που πληρώνει καθημερινά ο πολίτης είναι φόρος, πόσο είναι πραγματικό ενεργειακό κόστος και πόσο από αυτό το φορολογικό βάρος επιστρέφει τελικά στην κοινωνία με τη μορφή καλύτερων υποδομών, φθηνότερης ενέργειας, αποτελεσματικότερων υπηρεσιών και ουσιαστικής πράσινης μετάβασης.
Γιατί όταν μια χώρα γίνεται πρωταθλήτρια στους «πράσινους» φόρους, το επόμενο ερώτημα δεν μπορεί να είναι μόνο πόσα εισπράττει το κράτος. Πρέπει να είναι και τι παίρνει πίσω ο πολίτης.
Τα νεότερα στοιχεία της Eurostat, που περιλαμβάνονται στο επικαιροποιημένο φορολογικό υλικό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καταγράφουν μια ιδιαίτερα χαρακτηριστική εικόνα. Το 2024 τα περιβαλλοντικά φορολογικά έσοδα στην Ελλάδα ανήλθαν στο 3,76% του ΑΕΠ, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο μέσος όρος της ΕΕ ήταν μόλις 2,06% του ΑΕΠ.
Με άλλα λόγια, η Ελλάδα δεν βρίσκεται απλώς ψηλά στον ευρωπαϊκό πίνακα. Βρίσκεται στην κορυφή.
Και εδώ αρχίζει η ενδιαφέρουσα πλευρά της υπόθεσης. Γιατί πίσω από τον γενικό όρο «περιβαλλοντικοί φόροι» κρύβεται κυρίως η φορολογία της ενέργειας. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι φόροι ενέργειας αντιπροσώπευαν το 77,2% του συνόλου των περιβαλλοντικών φόρων το 2024, αποφέροντας περίπου 287 δισ. ευρώ στα κράτη-μέλη.
Έτσι, κάθε φορά που γεμίζει το ρεζερβουάρ, κάθε φορά που κινείται ένα όχημα, κάθε φορά που καταναλώνεται ενέργεια, ένα σημαντικό μέρος του κόστους καταλήγει στα δημόσια ταμεία.
Η «πράσινη» πρωτιά που πληρώνεται στην αντλία
Η φορολογία στην ενέργεια δεν είναι ένας αφηρημένος αριθμός σε έναν πίνακα της Eurostat. Για τον πολίτη μεταφράζεται σε κόστος μετακίνησης, μεταφοράς προϊόντων, θέρμανσης και παραγωγής.
Η ευρωπαϊκή στατιστική κατηγορία των φόρων ενέργειας περιλαμβάνει φόρους σε ενεργειακά προϊόντα, όπως πετρελαϊκά προϊόντα, φυσικό αέριο, άνθρακα και ηλεκτρισμό, ενώ σύμφωνα με τη μεθοδολογία της Eurostat στην κατηγορία περιλαμβάνονται και ορισμένοι φόροι που συνδέονται με τις εκπομπές CO₂.
Στην Ελλάδα, επομένως, η υψηλή επίδοση στους περιβαλλοντικούς φόρους δεν μπορεί να διαβαστεί μόνο ως ένδειξη αυξημένης περιβαλλοντικής ευαισθησίας. Είναι ταυτόχρονα αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο έχει διαμορφωθεί το φορολογικό σύστημα και του μεγάλου βάρους που εξακολουθούν να έχουν οι φόροι στην κατανάλωση ενέργειας.
Και υπάρχει μια ειρωνεία.
Το κράτος μπορεί να παρουσιάζει έναν φόρο ως εργαλείο για την πράσινη μετάβαση, όμως ο πολίτης δεν τον πληρώνει σε κάποιο θεωρητικό «πράσινο ταμείο». Τον πληρώνει όταν βάζει βενζίνη, όταν αγοράζει προϊόντα που έχουν μεταφερθεί με φορτηγά, όταν θερμαίνει το σπίτι του ή όταν πληρώνει τον λογαριασμό της ενέργειας.
Η περιβαλλοντική φορολογία έχει ασφαλώς και πολιτικό στόχο: να ενθαρρύνει συμπεριφορές με μικρότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Όταν όμως οι φόροι καταλαμβάνουν τόσο μεγάλο μέρος του φορολογικού μείγματος, η συζήτηση μεταφέρεται αναπόφευκτα και στο ζήτημα της φορολογικής επιβάρυνσης.
Δεν είναι όμως μόνο η ενέργεια
Η εικόνα της ελληνικής φορολογίας δεν σταματά στα καύσιμα. Τα στοιχεία της Κομισιόν δείχνουν ότι η Ελλάδα έχει επίσης σημαντική φορολογική επιβάρυνση σε άλλες κατηγορίες, μεταξύ των οποίων οι φόροι περιουσίας. Η φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας αποτελεί διαχρονικά σημαντική πηγή εσόδων για το ελληνικό Δημόσιο, με τον ΕΝΦΙΑ να αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα επαναλαμβανόμενης φορολογίας επί της ακίνητης περιουσίας.
Την ίδια ώρα, η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην επικαιροποιημένη βάση δεδομένων για τις φορολογικές τάσεις, καταγράφει ότι το συνολικό φορολογικό μείγμα πρέπει να εξετάζεται όχι μόνο ως προς το ύψος των εσόδων αλλά και ως προς το πού ακριβώς επιβάλλονται οι φόροι: στην εργασία, στην κατανάλωση, στο κεφάλαιο, στην περιουσία ή στην ενέργεια.
Και αυτή είναι ίσως η ουσία της ελληνικής περίπτωσης. Δεν αρκεί να γνωρίζει κανείς πόσα εισπράττει το κράτος. Πρέπει να γνωρίζει και από ποιον τα εισπράττει.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να στηρίζεται στην κατανάλωση
Η φορολογική εικόνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2024 δείχνει ότι οι φόροι στην εργασία εξακολουθούν να αποτελούν τη μεγαλύτερη κατηγορία εσόδων, αντιστοιχώντας στο 51,5% των συνολικών φορολογικών εσόδων της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών εισφορών. Οι φόροι κατανάλωσης αντιστοιχούσαν στο 26,8%, ενώ οι φόροι κεφαλαίου στο 21,6%.
Η Ελλάδα, ωστόσο, έχει εδώ και χρόνια ένα φορολογικό μοντέλο στο οποίο οι έμμεσοι φόροι έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα.
ΦΠΑ και Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης δεν περιμένουν να διαπιστώσουν αν ο καταναλωτής έχει υψηλό ή χαμηλό εισόδημα. Επιβάλλονται στη συναλλαγή και στην κατανάλωση.
Και ακριβώς εκεί βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της έμμεσης φορολογίας: ο φόρος δεν εξετάζει την πραγματική οικονομική δυνατότητα του καταναλωτή. Ένα ευρώ ΦΠΑ είναι ένα ευρώ ΦΠΑ είτε πληρώνεται από ένα νοικοκυριό με χαμηλό εισόδημα είτε από ένα πολύ υψηλότερου εισοδήματος νοικοκυριό.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η σύνθεση του φορολογικού μείγματος έχει μεγαλύτερη σημασία από έναν απλό τίτλο του τύπου «οι φόροι αυξήθηκαν» ή «οι φόροι μειώθηκαν».
Το παράδοξο του ΦΠΑ
Και ενώ το κράτος εισπράττει σημαντικά ποσά μέσω της κατανάλωσης, ένα μέρος του ΦΠΑ που θεωρητικά θα έπρεπε να εισπραχθεί εξακολουθεί να χάνεται.
Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το VAT Gap, η Ελλάδα το 2023 είχε εκτιμώμενο κενό συμμόρφωσης ΦΠΑ 11,4% της συνολικής φορολογικής υποχρέωσης ΦΠΑ. Το ποσοστό αυτό ήταν αισθητά χαμηλότερο από το 24% του 2019, γεγονός που δείχνει σημαντική βελτίωση, αλλά παρέμενε πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, ο οποίος ήταν περίπου 9,5%.
Σε απόλυτους αριθμούς, η Επιτροπή υπολογίζει ότι το 2023 η Ελλάδα εισέπραξε περίπου 19,76 δισ. ευρώ ΦΠΑ, ενώ το εκτιμώμενο κενό συμμόρφωσης ανήλθε σε περίπου 2,53 δισ. ευρώ.
Εδώ βρίσκεται ένα ακόμη ελληνικό παράδοξο:
Από τη μία πλευρά, ο καταναλωτής φορολογείται στην πηγή της κατανάλωσης. Από την άλλη, ένα σημαντικό ποσό ΦΠΑ εξακολουθεί να μην καταλήγει στα κρατικά ταμεία.
Η εικόνα, πάντως, δεν πρέπει να απλουστεύεται σε «φοροδιαφυγή». Η ίδια η Κομισιόν διευκρινίζει ότι το VAT compliance gap περιλαμβάνει όχι μόνο φοροδιαφυγή και απάτη, αλλά επίσης πτωχεύσεις, αφερεγγυότητα, παραλείψεις και διοικητικά λάθη.
Και υπάρχει και το άλλο «κενό» του ΦΠΑ
Η Επιτροπή κάνει μια κρίσιμη διάκριση ανάμεσα στο κενό συμμόρφωσης και στο κενό πολιτικής ΦΠΑ.
Το δεύτερο δεν αφορά φόρους που έπρεπε να εισπραχθούν αλλά χάθηκαν λόγω παραβατικότητας. Αφορά έσοδα που δεν εισπράττονται επειδή το ίδιο το φορολογικό σύστημα προβλέπει μειωμένους συντελεστές ή απαλλαγές.
Για την Ελλάδα, το συνολικό «actionable VAT policy gap» υπολογίστηκε στο 36,1% της θεωρητικής ιδανικής βάσης ΦΠΑ για το 2023, αποτελούμενο μεταξύ άλλων από κενό λόγω μειωμένων συντελεστών και από εθνικές και ευρωπαϊκά επιβαλλόμενες απαλλαγές.
Πρόκειται για διαφορετικό μέγεθος από το VAT compliance gap και δεν πρέπει να συγχέονται.
Το πρώτο αφορά κυρίως το τι δεν εισπράχθηκε παρά τη φορολογική υποχρέωση. Το δεύτερο αφορά το τι δεν εισπράττεται επειδή έτσι έχει σχεδιαστεί η πολιτική ΦΠΑ.
Το μεγάλο ερώτημα: φόροι ή μεταρρύθμιση του μείγματος;
Η νέα ευρωπαϊκή εικόνα επαναφέρει ένα ερώτημα που αφορά την καρδιά της ελληνικής οικονομικής πολιτικής.
Είναι αποτελεσματικό ένα σύστημα που στηρίζεται τόσο έντονα σε φόρους κατανάλωσης, ενέργειας και περιουσίας; Η απάντηση δεν προκύπτει αυτομάτως από τη στατιστική. Η Eurostat καταγράφει τι συμβαίνει· δεν αποφασίζει ποια φορολογική πολιτική είναι πολιτικά ή κοινωνικά προτιμητέα.
Αλλά οι αριθμοί αφήνουν ελάχιστα περιθώρια για να αγνοηθεί το πρόβλημα.
Το 2024 η ΕΕ εισέπραξε συνολικά 371,9 δισ. ευρώ από περιβαλλοντικούς φόρους, αυξημένα κατά 6,1% σε σχέση με το 2023. Παρά την αύξηση των ονομαστικών εσόδων, η συμμετοχή τους στο ΑΕΠ της ΕΕ μειώθηκε από 2,5% το 2014 σε 2,1% το 2024.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, η συγκεκριμένη αναλογία έφθασε στο 3,76%.
Αυτό είναι το στοιχείο που δύσκολα περνά απαρατήρητο.
Η νέα ευρωπαϊκή εικόνα επαναφέρει ένα ερώτημα που αφορά την καρδιά της ελληνικής οικονομικής πολιτικής.
Είναι αποτελεσματικό ένα σύστημα που στηρίζεται τόσο έντονα σε φόρους κατανάλωσης, ενέργειας και περιουσίας; Η απάντηση δεν προκύπτει αυτομάτως από τη στατιστική. Η Eurostat καταγράφει τι συμβαίνει· δεν αποφασίζει ποια φορολογική πολιτική είναι πολιτικά ή κοινωνικά προτιμητέα.
Αλλά οι αριθμοί αφήνουν ελάχιστα περιθώρια για να αγνοηθεί το πρόβλημα.
Το 2024 η ΕΕ εισέπραξε συνολικά 371,9 δισ. ευρώ από περιβαλλοντικούς φόρους, αυξημένα κατά 6,1% σε σχέση με το 2023. Παρά την αύξηση των ονομαστικών εσόδων, η συμμετοχή τους στο ΑΕΠ της ΕΕ μειώθηκε από 2,5% το 2014 σε 2,1% το 2024.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, η συγκεκριμένη αναλογία έφθασε στο 3,76%.
Αυτό είναι το στοιχείο που δύσκολα περνά απαρατήρητο.
Πρωταθλήτρια στους φόρους, αλλά όχι απαραίτητα στους φόρους «που φαίνονται»
Η Ελλάδα δεν έχει τον υψηλότερο συνολικό φορολογικό συντελεστή στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μάλιστα, στα συνολικά φορολογικά έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ, η Κομισιόν καταγράφει για το 2024 υψηλότερα ποσοστά σε χώρες όπως η Δανία, η Γαλλία και η Αυστρία.
Η ελληνική «πρωτιά» αφορά συγκεκριμένα την περιβαλλοντική φορολογία ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Η διευκρίνιση αυτή έχει σημασία, γιατί διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος να μετατραπεί ένα συγκεκριμένο στατιστικό εύρημα σε έναν γενικό ισχυρισμό που τα στοιχεία δεν στηρίζουν.
Αυτό όμως δεν κάνει το εύρημα λιγότερο σημαντικό. Το αντίθετο. Για μια οικονομία όπου το κόστος ενέργειας επηρεάζει νοικοκυριά, μεταφορές, τουρισμό, βιομηχανία, αγροτική παραγωγή και τελικά τις τιμές των προϊόντων, η φορολογία της ενέργειας λειτουργεί σαν ένας αόρατος πολλαπλασιαστής κόστους. Και η Ελλάδα, σύμφωνα με τα επίσημα ευρωπαϊκά στοιχεία, βρίσκεται στην κορυφή αυτής της κατηγορίας.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν οι φόροι υπάρχουν. Το ερώτημα είναι πόσο από το κόστος που πληρώνει καθημερινά ο πολίτης είναι φόρος, πόσο είναι πραγματικό ενεργειακό κόστος και πόσο από αυτό το φορολογικό βάρος επιστρέφει τελικά στην κοινωνία με τη μορφή καλύτερων υποδομών, φθηνότερης ενέργειας, αποτελεσματικότερων υπηρεσιών και ουσιαστικής πράσινης μετάβασης.
Γιατί όταν μια χώρα γίνεται πρωταθλήτρια στους «πράσινους» φόρους, το επόμενο ερώτημα δεν μπορεί να είναι μόνο πόσα εισπράττει το κράτος. Πρέπει να είναι και τι παίρνει πίσω ο πολίτης.
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών