Λαζαράτι, μέσα στον χασισοβολώνα της Ευρώπης

Η 65χρονη Σέλι ξεφυσά πάνω από τις άδειες πήλινες γλάστρες της. Δεν έχει πλέον φυτά για να φροντίσει. Οσα δεν πρόλαβε να καταστρέψει η ίδια, τα ξερίζωσαν άνδρες της αστυνομίας ζωσμένοι με αλεξίσφαιρα γιλέκα και οπλισμένοι με καλάσνικοφ. Χτύπησαν την πόρτα της πριν από μερικές μέρες και η μικρόσωμη γυναίκα τους άνοιξε όπως υποδέχτηκε κι εμάς: τα μαλλιά της πιασμένα σε φιλέ και στα χέρια της δύο δαχτυλίδια, ένα χρυσό και ένα ασημένιο. Μόνο που τότε είχε στις γλάστρες της και 30 δενδρύλλια κάνναβης.
«Πόσο να καλλιεργούσα εγώ; Ημουν μόνη στο σπίτι. Καλλιεργούσα λίγο γιατί χρειαζόταν και πολύ νερό», μας λέει στην αυλή της, σαν να απολογείται... για τη μικρή της παραγωγή. «Οπως και οι άλλοι, είχαμε κι εμείς αυτές τις γλάστρες. Ερχονταν εδώ οι έμποροι και αγόραζαν από το σπίτι και το μετέφεραν σε διάφορα μέρη. Ιταλία, Ελλάδα... Δεν ξέραμε πού το πήγαιναν», προσθέτει. Το χωριό της, το Λαζαράτι, ήταν μέχρι την επέμβαση της αλβανικής αστυνομίας ο χασισοβολώνας της Ευρώπης.
Λίγα μόλις χιλιόμετρα μακριά από τα ελληνοαλβανικά σύνορα, σφηνωμένο σε μια βουνοπλαγιά, το Λαζαράτι των 5.000 κατοίκων ατενίζει την κοιλάδα της Δρόπολης. Από τις αρχές του 2000, όταν άρχισε να φουντώνει εδώ η μονοκαλλιέργεια της κάνναβης, στο χωριό δεν πατούσε πόδι αστυνομικού. Πριν από δύο εβδομάδες, όμως, άνδρες της ειδικής δύναμης RENEA μαζί με εκατοντάδες ακόμη ενστόλους εισέβαλαν στο Λαζαράτι με τεθωρακισμένα οχήματα και μάσκες στα πρόσωπα. Κύκλωσαν το χωριό και κυνήγησαν στις γύρω βουνοκορφές τους παραγωγούς κάνναβης.
Μετά από ανταλλαγή πυροβολισμών και 14 συλλήψεις κατέσχεσαν και κατέστρεψαν περίπου 10 τόνους και 604 κιλά χασίς και 1.300 ρίζες κάνναβης, ενώ εντόπισαν και τέσσερα εργαστήρια παρασκευής ναρκωτικών. Οι ντόπιοι τα καλλιεργούσαν στις αυλές, στις ταράτσες των σπιτιών τους και σε αναβαθμίδες. Παλαιότερες αεροφωτογραφίες δείχνουν ένα χωριό πνιγμένο στο πράσινο. Το πράσινο της κάνναβης.
Η παραγωγή ήταν τόσο μεγάλη, που όταν φτάσαμε στο Λαζαράτι, στον επίλογο των αστυνομικών επιχειρήσεων, σε κάθε σοκάκι φυτά, γλάστρες και ρίζες στιβάζονταν σε σωρούς μέχρι να καούν. Μικρές εστίες φωτιάς σε δρόμους -μία από αυτές δίπλα σε μια ασημένια Jaguar- βάρυναν τον αέρα με τη βαριά οσμή του χασίς. Κάθε τόσο ακούγονταν και κρότοι που εύκολα «παρεξηγούνταν» για πυροβολισμοί. Ηταν όμως πυρομαχικά που καταστρέφονταν από την αστυνομία.
Με την άφιξή μας στο Λαζαράτι ένστολοι μας σταμάτησαν σε τρία σημεία ελέγχου.
Στην είσοδο του χωριού δεν είχε απομακρυνθεί ακόμη ο σκελετός τηλεοπτικού βαν που πυρπόλησαν οι κάτοικοι τις πρώτες μέρες των συγκρούσεων. Η αστυνομική παρουσία ήταν πλέον τόσο έντονη που στα καφενεία της κεντρικής πλατείας οι λιγοστοί θαμώνες που φορούσαν πολιτικά ρούχα δεν ήταν χωριανοί, αλλά εισαγγελείς, απεσταλμένοι από τα Τίρανα. Σε αυτό το μικρό χωριό είχαν συγκεντρωθεί όλα τα αξιώματα της δημόσιας τάξης. Από άοπλους τροχονόμους μέχρι ειδικές ομάδες εξουδετέρωσης εκρηκτικών μηχανισμών.
Ενας από αυτούς μας έδειξε τα λάφυρα των τελευταίων ημερών: δύο κούτες με περισσότερες από δέκα χειροβομβίδες και δίπλα τους, σε μια λευκή σακούλα πειστηρίων, κατασχεμένα καλάσνικοφ και καραμπίνες. Οι αστυνομικοί είχαν ελέγξει πάνω από 130 σπίτια. Απ’ όπου περνούσαν σημάδευαν την είσοδο με ένα μεγάλο «Χ».
Το παρασκήνιο της αστυνομικής επιχείρησης
«Το Λαζαράτι ήταν όμηρος εγκληματικής οργάνωσης», λέει στην «Κ» ο δημοσιογράφος Τελνίς Σκούτσι. «Εδώ δεν μπορούσαν να πατήσουν δημοσιογράφοι και ένας από αυτούς ήμουν κι εγώ».
Βραχύσωμος αλλά νευρώδης, ο Σκούτσι ερευνά εδώ και χρόνια το μείζον θέμα διακίνησης ναρκωτικών στην Αλβανία και έχει δεχτεί δεκάδες απειλές για τη ζωή του. Στις 19 Απριλίου ένα ρεπορτάζ του μονοπώλησε την επικαιρότητα στην Αλβανία. Ο Σκούτσι αποκάλυψε ότι μόλις οκτώ χιλιόμετρα από το Αργυρόκαστρο, μικρά μονοκινητήρια αεροπλάνα τύπου Piper προσγειώνονταν σ’ ένα φαρδύ και έρημο δρόμο μήκους 1.300 μέτρων. Εκεί φόρτωναν τα ναρκωτικά. «Εχω μιλήσει με βοσκό με κρυφή κάμερα και μου το είπε», λέει ο Σκούτσι.
Την ημέρα δημοσίευσης του ρεπορτάζ του, δέχτηκε ένα απειλητικό μήνυμα στο κινητό του τηλέφωνο. «Πολύ ελεύθερο χέρι έχεις. Θα στο κοκκινίσουμε εμείς», του έγραψαν. Λίγες ώρες αργότερα βρήκε έξω από το σπίτι του στο Αργυρόκαστρο ένα κομμένο κεφάλι γίδας. Μυστικοί αστυνομικοί τον συμβούλευσαν να μη βγει από το σπίτι του. Τις επόμενες τρεις ημέρες έμεινε μέσα.
Tο ρεπορτάζ του δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Rilindja Demokratike (Δημοκρατική Αναγέννηση) η οποία πρόσκειται στην αντιπολίτευση. Τρεις εβδομάδες αργότερα εντοπίστηκε από την αστυνομία στη Ντιβιάκα ένα αεροσκάφος τύπου Piper, παρόμοιο με αυτό που είχε περιγράψει ο Σκούτσι, που «κόλλησε» ενώ προσγειωνόταν σε μια παραλία. Δίπλα περίμενε ένα φορτηγό για να φορτώσει 466 κιλά χασίς.
Μέχρι και την περασμένη εβδομάδα, ύστερα από άπειρες «εμφανίσεις» σε αλβανικά δελτία ειδήσεων, το αεροπλάνο με το όνομα «LANCE II» παρέμενε στο ίδιο σημείο, καρφωμένο στην ψιλή άμμο της Ντιβιάκα, τρεις ώρες δρόμο μακριά από το Λαζαράτι. Το φυλούσε ένας αστυνομικός και νεόνυμφα ζευγάρια έφταναν εκεί για να βγουν πλάι του αναμνηστικές φωτογραφίες. Οι ανακρίσεις των υπαλλήλων της πολιτικής αεροπορίας για το σχέδιο πτήσης του αεροσκάφους δεν έχουν ολοκληρωθεί.
Η αντιπολίτευση εκμεταλλεύτηκε την πτώση του αεροσκάφους ασκώντας κριτική στην κυβέρνηση του σοσιαλιστή Εντι Ράμα για το ανεξέλεγκτο εμπόριο ναρκωτικών. Μέχρι και διαδηλωτές του Δημοκρατικού Κόμματος βγήκαν στους δρόμους των Τιράνων κατηγορώντας τον Ράμα για υπόθαλψη των διακινητών. Οι πολιτικές πιέσεις συνέπεσαν με την αναμονή της Αλβανίας για τη χορήγηση καθεστώτος υποψήφιας προς ένταξη χώρας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, που δόθηκε τελικά πριν από μερικές ημέρες. Παρόλα αυτά η πιο πρόσφατη έκθεση του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών ανέφερε ότι η Αλβανία παρέμενε μέσα στο 2013 βασική πηγή μαριχουάνας για την ευρωπαϊκή αγορά. Ειδικά την τελευταία τριετία, η παραγωγή χασίς ήταν σε ιδιαίτερα αυξημένα επίπεδα. Πέρυσι οι συλληφθέντες για διακίνηση ναρκωτικών στην ενδοχώρα και στα σύνορα της Αλβανίας ήταν 803, ενώ το 2012 έφτασαν τους 729. Η μεταφορά του χασίς στην Ευρώπη -και στην Ελλάδα- γινόταν με σκάφη, αεροπλάνα, ακόμη και με μουλάρια που είχαν «εκπαιδευτεί» να ακολουθούν συγκεκριμένη διαδρομή χωρίς οδηγό ή αναβάτες. Παρά την αυξανόμενη παραγωγή οι αλβανικές Αρχές δεν είχαν μπει ξανά μέσα στο Λαζαράτι. Πριν από χρόνια είχαν κυκλώσει το χωριό χωρίς να πλήξουν ουσιαστικά την παραγωγή του.
Tα καλάσνικοφ, οι χειροβομβίδες και η καλλιέργεια της κάνναβης
«Αυτές οι σφαίρες είχαν κρατήσει 15 χρόνια μακριά το κράτος από το Λαζαράτι», λέει ο δημοσιογράφος Σκούτσι κρατώντας δύο κάλυκες από καλάσνικοφ μέσα σε μια χασισοφυτεία του Λαζαράτι. Θυμάται ότι το 1998 η αστυνομία αποπειράθηκε να μπει και πάλι στο χωριό.

Είχε κλαπεί τότε ένα φορτηγό με καφέ και οι Αρχές εκτιμούσαν ότι είχε κατευθυνθεί εκεί. Οταν όμως προσέγγισαν τα πρώτα σπίτια, οι κάτοικοι τους υποδέχτηκαν με όπλα στα χέρια. «Από τότε το Λαζαράτι θεωρήθηκε σκληροπυρηνικό», λέει στην «Κ» ο Σκούτσι.
«Δεν είμαστε τόσο κακοί όσο ακούγεται στις τηλεοράσεις. Δεν είμαστε εξωγήινοι. Είμαστε φιλόξενοι, καλόκαρδοι, γενναιόδωροι», μας λέει η Μπαϊράμε Ράμπι όταν τη συναντάμε στο σπίτι της. Στα κάγκελα έχει κρεμάσει ένα λούτρινο ζωάκι όπως κάθε συγχωριανός της για να απορροφά το κακό μάτι. Στο Λαζαράτι αυτές τις μέρες απέμειναν σχεδόν αποκλειστικά γυναίκες όπως η Ράμπι, ηλικιωμένοι και παιδιά. Αυτούς δεν τους συλλαμβάνει η αστυνομία. Οι άντρες το έσκασαν.
Ο γιος της Ράμπι ήταν στη λίστα των καταζητουμένων όταν 800 αστυνομικοί έσπασαν το άβατο πριν από δύο εβδομάδες. «Ακούγαμε πυροβολισμούς και είπαν στην τηλεόραση ότι συμμετείχαν 26 άτομα από το χωριό. Το όνομα του γιου μου ήταν πέμπτο στη λίστα», λέει. Ισχυρίζεται ότι ο γιος της κοιμόταν στο δωμάτιό του και δεν πυροβολούσε αστυνομικούς στα βουνά. Και επιμένει ότι στο Λαζαράτι δεν γινόταν κάτι παράνομο. «Οργανωμένο έγκλημα; Εδώ δεν υπάρχει καθόλου. Εδώ οι άνθρωποι απλά δουλεύουν», λέει. «Το κράτος έπρεπε να επέμβει, έκανε το καθήκον του. Αλλά όχι και να είναι καταζητούμενο όλο το χωριό».
Μαζί της συμφωνεί και ο 60χρονος Ντιβίντ Μπότσι, παλιός μετανάστης στην Ελλάδα και ένας από τους λιγοστούς άντρες που έμειναν πίσω στο Λαζαράτι μετά την έφοδο της αστυνομίας. Λέει ότι δεν καλλιεργούσε κάνναβη στο σπίτι του και δεν είχε να φοβηθεί κάτι. «Εμείς έχουμε υποστεί πολλά δεινά επί κομμουνισμού, μας είχαν πολεμήσει πολύ», αναφέρει, προσπαθώντας να εξηγήσει την αγριάδα των ντόπιων. «Στον κομμουνισμό, στις φυλακές, κάθε οικογένεια είχε και έναν άνθρωπο μέσα. Και όταν έβγαινε ένας έμπαινε κάποιος άλλος». Εκείνα τα χρόνια οι περισσότεροι κάτοικοι δούλευαν σε αγροτικούς συνεταιρισμούς, στα πέντε χιλιόμετρα μακριά, αμειβόμενοι με 80 λεκ -λιγότερο από ένα ευρώ- την ημέρα. «Δεν είχαμε και νερό τότε. Οταν γυρνούσαμε σπίτι δεν είχαμε μια σταγόνα να πλύνουμε τα μάτια μας», λέει ο Μπότσι.
Πριν από μια δεκαπενταετία οι φτωχοί κάτοικοι του Λαζαράτι στράφηκαν στην καλλιέργεια της κάνναβης. «Οχι μόνο στο χωριό. Επεκτάθηκαν και πιο πέρα. Σε μέρη που ήταν έρημοι και τα έκαναν Λας Βέγκας», λέει ο Σκούτσι.
Και όχι όλες οι οικογένειες. Κυρίως οι χριστιανικές και οι μπεκτασήδες, οι μουσουλμάνοι που δεν εφαρμόζουν πιστά τις παραδόσεις του Ισλάμ, φύτεψαν δικά τους δενδρύλλια. Οι υπόλοιποι μουσουλμάνοι του χωριού απείχαν από τη μονοκαλλιέργεια. Σταδιακά, όσο μεγάλωναν οι φυτείες, έφταναν εδώ εργατικά χέρια από γειτονικές πόλεις και χωριά. Από το Φιέρι και τη Λούσνια μέχρι την Κορυτσά.
Η σεζόν ξεκινούσε τον Μάρτιο και κρατούσε μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου. Η κορύφωσή της, όμως, ήταν από τα τέλη Αυγούστου έως τα τέλη Νοεμβρίου. Περίπου 3.000 άνθρωποι εκτιμάται ότι εργάζονταν εδώ. Ανάμεσά τους ήταν και η αδερφή της συζύγου του Σκούτσι. Το μεροκάματό της ήταν 30-40 ευρώ και όπως λέει ο Αλβανός δημοσιογράφος, με ένα χρόνο δουλειάς κατάφερε να ξεχρεώσει τραπεζικό δάνειό της. Το εργατικό δυναμικό έμενε στα ξενοδοχεία του Αργυροκάστρου ενισχύοντας την τοπική οικονομία και τα μίνι καζίνο με τις φιμέ τζαμαρίες που φύτρωσαν στην πόλη.
Εδώ κατέφθαναν και αρκετοί Ρομά που κοιμόντουσαν συνήθως στον χώρο της καλλιέργειας, ξαπλώνοντας στη γη. Στη δουλειά έμπαιναν κυρίως γυναίκες. «Είναι μια εργασία που θέλει υπομονή και σαν νοικοκυρές τις προτιμούσαν», λέει ο Σκούτσι. Επειδή η γη δεν είναι στο Λαζαράτι τόσο εύφορη, οι ντόπιοι έσκαβαν μεγάλες γούβες στο χώμα, τις γέμιζαν με λίπασμα και μεταφύτευαν εκεί την κάνναβη που είχε ήδη αναπτυχθεί σε κάποια γλάστρα. «Είχαν καλή και ποιοτική παραγωγή γιατί όλοι οι κάτοικοι ήταν αφοσιωμένοι σε αυτό που έκαναν. Η διαφορά με άλλα μέρη είναι ότι εδώ οι κάτοικοι βρίσκονταν δίπλα στην καλλιέργεια. Την πότιζαν και τη φρόντιζαν κάθε μέρα», εξηγεί ο Σκούτσι. Ο ίδιος εκτιμά ότι τα έσοδα του χωριού ξεπερνούσαν τα τέσσερα δις ευρώ ανά σεζόν. Οι κάτοικοι που ρωτήσαμε όμως απέφυγαν να απαντήσουν σε τι τιμές πωλούσαν την κάνναβη.
«Αυτός που το αγόραζε από εμένα ήταν το πρώτο χέρι και το έπαιρνε φθηνά. Μετά πήγαινε από τον έναν στον άλλον», λέει στην «Κ» η 65χρονη Σέλι. Οι μεταφορείς εξασφάλιζαν και το μεγαλύτερο κέρδος σε σχέση με τους παραγωγούς. Αυτό όμως δεν εμπόδισε τους τελευταίους να χτίσουν στο Λαζαράτι επιβλητικά σπίτια, περιφραγμένα με ψηλούς τοίχους που εμποδίζουν τα αδιάκριτα βλέμματα...
Οι απειλές για τους Ελληνες ομογενείς στα γειτονικά χωριά και το μέλλον της περιοχής χωρίς χασίς.
Στη γειτονική Δερβιτσάνη, όπου κατοικούν Ελληνες της ομογένειας, ο 29χρονος Ρ.Γ. ελπίζει ότι η επέμβαση της αστυνομίας και η καταστροφή των φυτειών στο Λαζαράτι δεν θα είναι κάτι παροδικό. Ακόμη όμως φοβάται πιθανά αντίποινα αν δημοσιοποιήσει το όνομά του.  «Εύχομαι να το κρατήσουμε, να μην είναι για τα μάτια της Ευρώπης», λέει. «Τα σπίτια μας πάνω είναι γεμάτα σφαίρες από τους πυροβολισμούς. Είχαμε μεγάλο πρόβλημα. Ακόμα έχω τρυπούλες στο σπίτι»,προσθέτει και μας δείχνει μια οπή στην ταράτσα του. Από εκεί, στο βάθος, φαίνεται το Λαζαράτι και οι καπνοί από τις φωτιές των αστυνομικών που καίνε το χασίς.
Ακούστε το ηχητικό με τις μαρτυρίες των Ελλήνων ομογενών στην γειτονική Δερβιτσάνη: 
Για τον πατέρα του Ρ.Γ. οι τελευταίες εξελίξεις στο Λαζαράτι θα δώσουν ανάσα στη Δερβιτσάνη. Εκτιμά ότι θα αποτρέψουν τους κατοίκους του Λαζαράτι να αγοράσουν οικόπεδα στη γη των ομογενών. «Το χασίσι το βάζουν για πολλούς λόγους. Να σηκωθούν οικονομικά, να αγοράσουν τα οικόπεδα. Αμα έχει κανείς χρήματα πατάει τον κόσμο και αυτό γινόταν εδώ», λέει.
Στο Λαζαράτι πάλι οι ντόπιοι ζητούν τώρα βοήθεια από το κράτος. Το ίδιο κράτος στο οποίο αρκετοί συγχωριανοί τους γύριζαν την πλάτη ή απειλούσαν εκπροσώπους του με τα όπλα. «Θέλουμε από την κυβέρνηση να μας βάλει στη δουλειά. Να μας συνδέσει με τις πεδιάδες και να μας χτίσει δύο γέφυρες», λέει ο 60χρονος Μπότσι. «Εφόσον έχουν γραφεία εργασίας ας ανοίξουν και εδώ ένα να βρουν δουλειά οι νέοι», προσθέτει η Ράμπι που έχει δύο γιους. Ο ένας σπούδασε Βιοχημεία και ο άλλος Νομική.
Τα παιδιά της Σέλι επέστρεψαν από την Ελλάδα όπου είχαν μεταναστεύσει πριν από χρόνια. «Η μετανάστευση τελείωσε και η Ελλάδα δεν έχει τώρα να δώσει στον εαυτό της», λέει. Εκτιμά και αυτή ότι η παραγωγή ναρκωτικών έχει τελειώσει για το Λαζαράτι. Οτι το χωριό έκλεισε τον κύκλο του αφού πρώτα «ο καθένας έκανε του κεφαλιού του». «Τώρα τι θα κάνουν οι άνθρωποι, ένας Θεός ξέρει», λέει. «Θέλουμε να είμαστε όσο γίνεται πιο ειλικρινείς με την κυβέρνηση. Ο άνθρωπος φτιάχνει τον εαυτό του όπως θέλει. Θα μάθουμε κι εμείς να τρώμε τώρα λιγότερο και να καθόμαστε ήσυχοι στα σπίτια μας».

πηγή: kathimerini.gr

Σχόλια