Του AGRON GJEKMARKAJ
Τον Ευάγγελο Ντουλε δεν τον γνωρίζω πέραν της μικρής οθόνης, μάλιστα δεν τον έχω συναντήσει ούτε τυχαία στο δρόμο. Δεν γνωρίζω τίποτα για το παραπολιτικό του παρελθόν και δε βάζω το χέρι μου στη φωτιά μήτε για να τον καταραστώ μήτε να τον ευλογήσω. Αλλά τον γνωρίζω επαρκώς από τις δημόσιες τοποθετήσεις του για να τον κρίνω ως πολιτικό με ορθό λόγο.
Είναι μειονοτικός, Αλβανός υπήκοος με ελληνική εθνικότητα. Διοικεί επίσης και το κόμμα Ένωσης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κόμμα με εκλογική στήριξη στις μειονοτικές περιοχές.
Ιστορικά, οι σχέσεις μας με τους Έλληνες που ζουν στην Αλβανία ήταν φιλικές. Αυτό οφείλεται όχι μόνο στο ότι εμείς οι Αλβανοί δεν είμαστε σοβινιστές, αλλά και στο ότι οι ίδιοι οι Έλληνες έχουν κερδίσει τον σεβασμό με την συμπεριφορά τους. Επίσης, έχουμε την επίγνωση ότι οι Έλληνες είναι ένας φίλος λαός, ο οποίος δεν έχει εισβάλλει ποτέ. Παντού ανά το κόσμο οι γείτονες και τσακώνονται, αναμφισβήτητα στην Ευρώπη, ακόμα χειρότερα δε στα Βαλκάνια. Από κοινού για μερικούς αιώνες έχουμε υποφέρει υπό τον τρομακτικό τουρκικό ζυγό. Οι Έλληνες χάριν της εσωτερικής συνοχής, της αξιομνημόνευτης επανάστασης, και της ανάμνησης της Ευρώπης για την κληρονομιά των Αισχύλου, Αριστοτέλη, Πλάτωνα, Περικλή, Δημοσθένη κλπ. η οποία μετετράπη σε διπλωματική στήριξη, βρήκαν το μονοπάτι προς την εθνική ανεξαρτησία χρονικά πολύ πριν από μας. Εμάς των Αλβανών συχνά μας αρέσει να φερόμαστε ως θύματα και να κλαυθμηρίζουμε πένθιμα, πως ήμασταν παντελώς ειρηνικοί και ικανοί. Με το κεφάλι κάτω όσες φορές μας άστραψαν χαστούκια, περιμένοντας να μας χαριστεί η δικαιοσύνη.
Τους λαούς χωρίς συνοχή η ιστορία τους παραπατάει. Αλλά αυτή η θεωρεία της κλαψομοιρίας έρχεται σε αντίθεση με την ιστορική αλήθεια. Δεν υπήρξαμε ούτε πιο γενναίοι ούτε πιο δειλοί απ’ ότι οι άλλοι. Οι μπέηδες του Αλβανικού νότου αποτελούσαν ανά τους αιώνες τον τρόμο για την Ελλάδα και όχι μόνο, ενώ στις άλλες περιοχές των Βαλκανίων οι αντίστοιχοι του βορά. Ο αντίλαλος έχει αποτυπωθεί και στην ιστορική λογοτεχνία. Ο Ίβο Άντριτς στο «Χρονικό του Τράβνικ» περιγράφει το πως όταν μπήκαν στην πόλη με κραυγές δυο χιλιάδες μεγαλόσωμοι Αλβανοί ιππείς, ο τόπος σείστηκε και η ζωή σταμάτησε. Ομοίως δε, όταν παρουσιάστηκε η ευκαιρία, οι γείτονες δεν λησμόνησαν.
Οι Έλληνες μας το ανταπέδωσαν στην εποχή του Βενιζέλου του Α’ με τις γνωστές σφαγές στην ‘Τσαμουριά’ και στο νότο της χώρας.
Αυτή την τόσο όμορφη αλβανική γη, την ‘τσαμουριά’, την πήραν από την ηττημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία βέβαια δεν αναγνώρισε το νεοσύστατο αλβανικό κράτος και δεν είχε κανένα καημό να μας αφήσει τη γη ως ύστατη φιλανθρωπική πράξη. Να μην ξεχνάμε ότι η Θεσσαλονίκη μέχρι το έτος 1914 βρισκόταν υπό την κυριαρχία του σουλτάνου. Η κυβέρνηση της Άγκυρας συμφώνησε να δεχθεί τους τσάμιδες ως Τούρκους το έτος 1929 σε ανταλλαγή των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, οι οποίοι μετεφέρθησαν στο ελληνικό κράτος. Οι καταγεγραμμένες αντιδράσεις του Μιτχατ Φρασερι, τότε πρέσβη στο ελληνικό κράτος, περιγράφουν με ρίγη, αυτή την εθνική απογύμνωση. Γενικώς είχαμε αντιπαλότητα γειτόνων, ένα «γινάτι» στα πλαίσια τις ομοιότητας ιδιοσυγκρασιών με τους Έλληνες, αλλά όχι πόλεμο. Η ελληνική και αλβανική πολιτική σκηνή αρέσκονται για εσωτερική κατανάλωση, άλλοτε σιωπηλά και άλλοτε ανοιχτά να καλλιεργούν το συναίσθημα ότι η μοίρα μας έχει τιμωρήσει έχοντας στα σύνορα έναν «εχθρικό» λαό. Αυτό δεν είναι λαϊκό συναίσθημα.
Ο μόνος πόλεμος μεταξύ ημών, ήταν ο στημένος από την Ιταλία και εγκαταλελειμμένος από τους Αλβανούς, καθώς δεν ήταν δικός τους, όταν κατά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, ο Μουσολίνι ανάγκασε την κυβέρνηση «κουινσλίγκ» του Σεφκιετ Βερλατσι να κηρύξει πόλεμο στην Ελλάδα. Ατυχώς, χωρίς νόημα, και σαν λαϊκό κειμήλιο, η Αθήνα διατηρεί ακόμη τον νόμο του «εμπόλεμου». Πέραν αυτού του συμβολικού βυζαντισμού, εκεί πάνω από 800 χιλιάδες Αλβανοί μετά την πτώση του κομμουνισμού βρήκαν φιλοξενία και δουλειά χτίζοντας μια αξιοπρεπή ζωή. Η μειονότητα στην Αλβανία ορισμένες φόρες αποτέλεσε αντικείμενο ‘βορειοηπειρωτικής’ κατάχρησης, από συγκεκριμένους κύκλους της εθνικιστικής και ξενοφοβικής πολιτικής της Ελλάδος. Ενώ η πλήρωση των ευρωπαϊκών προδιαγραφών για τις μειονότητες έχει βοηθήσει τη χώρα μας στην πορεία ένταξής της, στην οποία η Ελλάδα δεν αποτέλεσε εμπόδιο, αν και με δικαίωμα βέτο. Ομοίως, στα καφενεία της ακαλλιέργητης πολιτικής σκέψης μας δεν έχουν λείψει οι ανθέλληνες προβοκάτορες. Αυτή τη στιγμή η κυβέρνησή μας τους έχει ξανακαλέσει για ένα δίκαιο ζήτημα, το οποίο υπερασπίζεται με λάθος τρόπο.
Επιστρέφοντας στον Ευάγγελο Ντούλε, μπορεί να ειπωθεί ότι ουκ ολίγες φορές η παραπλάνηση των ιστορικών αποχρώσεων πέφτει πάνω του, με τη μορφή της προκατάληψης και της λεκτικής επιθετικότητας.
Το κόμμα του οποίου ηγείται, λόγω του εθνικού του χαρακτήρα, αλλά και λόγω των «δημοκρατικών» αναγκών των αλβανικών κυβερνήσεων, αριστερές ή δεξιές, έχει κληθεί να συνεργαστεί.
Όταν το πολιτικό τσίρκο έχει ανάγκη για νέους ακροβάτες, καλείται στη σκηνή ο «πατριωτισμός», ο οποίος μετριάζεται με τον αγώνα για επίθεση προς τον Ευάγγελο Ντούλε, «το άλογο της Τροίας», «τον υπηρέτη των Αθηνών»…. το πραγματικό αίτιο των παλινδρομήσεών μας.
Εκτός των πολιτικών. οι οποίοι σπεύδουν να επικυρώσουν τον «πυρετό» του «εθνικού κινδύνου», και κλητεύονται ως «σωτήρες» μπας και μεταπηδήσουν σε κάποια κυβερνητική καρέκλα, ενεργοποιείται και ένας όχλος λαοπλάνων.
Οι τελευταίοι έχουν περάσει όλη τους της ζωή, τσιμπολογώντας από την εξουσία και διαλογιζόμενοι πάνω από ένα βιβλίο του Αλία Ιζερμπέκοβιτς (Βόσνιος ισλαμιστής ηγέτης). Γεμάτοι μέχρι το λαιμό με τέτοιου είδους εμπειρία και μόρφωση, με φονταμενταλιστικές θρησκευτικές καταβολές, επιτίθονται στον Ντούλε όσο και στον Αναστάσιο χρησιμοποιώντας τον συσχετισμό «η Αθήνα», λες και είναι ντροπή και αμάρτημα ο Έλληνας Ευάγγελος Ντούλες να νιώθει υπερηφάνεια για το έθνος του, της ιστορία του, την πρωτεύουσά του και την κυβέρνηση που τη διοικεί.
Παρόμοια λογική έχει χρησιμοποιήσει και η προπαγάνδα του Μιλόσεβιτς για τους Αλβανούς, με αναφορά τα Τίρανα. Μάλιστα, αυτή η διαλεκτική λογική φτάνει στα όριά της σε ορισμένους μιντιακούς καναπέδες, φτάνοντας σε συμπεράσματα ότι μπορεί να μην γνωρίζουμε τον συνδετικό κρίκο των σημερινών Ελλήνων με τους αρχαίους Έλληνες, αλλά για τον εαυτό μας επιβεβαιώνουμε ότι είμαστε άξιοι συνεχιστές των Πελασγών. Κάθε φορά που η κυβερνητική πολιτική σκηνή της Αλβανίας τα έβρισκε δύσκολα με τις εσωτερικές ισορροπίες, όπως συμβαίνει επί του παρόντος, καλοπιάνει την εθνικιστική θολούρα, λόγω της ανάγκης για το κόμμα του Ιντρίζι, και ανοίγει την κάνουλα των επιθέσεων κατά του Ντούλε.
Οι ενθουσιώδεις, η νοσταλγία των οποίων τρέφεται και με ζωντανές αναμεταδώσεις ποιημάτων που κάνουν κάλεσμα σε τζιχάντ, την ελληνοτουρκική διαμάχη την μεταφράζουν συναισθηματικά ως ελληνοαλβανική διαμάχη και, αέρα αδέρφια, πάνω τους.
Ηθικά, για την αξιοπρέπεια του κράτους μας και για τις σχέσεις που θέλουμε να έχουμε με μία χώρα με την οποία συνορεύομε, μέλος της ΕΕ και φίλης χώρας, όπως είναι η Ελλάδα, δεν μας τιμά αυτή η σιωπή απέναντι στον κυριότερο εκπρόσωπο της Ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία.
Στους λαοπλάνους θα πρέπει να τονιστεί επανειλημμένα ότι με τους Έλληνες έχουμε πολλά κοινά, αρετές και ελαττώματα, ο πολιτισμός των οποίων είναι η βάση της ευρωπαϊκής ταυτότητας πριν κάνουν απόβαση σε αυτά τα μέρη τα «αδέρφια» μας οι εισβολείς.
tachydromos
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών