Τό 1656 αποθήκη πολεμεφοδίων, ευρισκομένη είς τα Προ-πύλαια, βληθείσα υπό κεραυνού άνετινάχθη. Μοναχοί Γάλλοι του τάγματος του Αγίου Φραγκίσκου έγκατεστάθησαν τό 1669 εις μονήν κτισθείσαν περί το μνημείον του Λυσικράτους, το όποιον μετεβλήφη είς βιβλιοθήκην εις αυτούς δε όφείλομεν το πρώτον υπάρχον σχέδιον των Άθηνών. Περιγραφήν των δια-φόρων μνημείων επεμψεν ό Ιησουίτης Babin (Μπαμπέν) προς τον άβεάν Pecoil (Πεκοάλ) τό 1672.
Τα γλυπτικά έργα του Παρθενώνος άντεγράφησαν υπό ζωγράφου Φλαμανδού τη εντολή του μαρκησίου Νοαντέλ, πρέσβεως της Γαλλίας, οίτινες αμωό-τεροι επεσκέφθησαν τάς Αθήνας τό 1674, (τα Ιχνογραφήματα ταύτα μέχρις εσχάτων άπεδίδοντο εσφαλμένως είς άλλόν ζωγράφον, τον Καρρέ).
Οί Αγγλοι Σπών και Οθήλερ διέμειναν χρόνον τινά είς την πόλιν του 1676, το δε προϊόν των μελετών των αποτελεί το πρώτον έπιστημονικόν δημοσίευμα περί των μνη-μείων. Πλην τούτων εκ του 1686 εχομεν τα ίχνογραφήματα των επί της Ακροπόλεως ιδρυμάτων φιλοτεχνηθέντα υπό του Graviers d’Otierres και ύπό Γάλλων αξιωματικών. Άπαντα ταύτα έχουσιν άνεκτίμητον άξίαν, καθόσον προηγούνται της καταστροφής του Παρθενώνος, ήτις έπισυνέβη- τό 1687. Ό στρατηγός Φραγ-κίσκος Μοροζίνης, ό μέλλων δούξ της Βενετίας, άποπερατώσας την νικηφόρον του έκστρατείαν ανά την Πελοπόννησον, ήρχισε να έπαπειλη τάς ‘Αθήνας και το φρούριον αυτής.
Οί Τούρκοι, ίνα ενδυναμώσουν την επί της Ακροπόλεως θέσιν των, κατηδάφισαν τον ναόν της Απτέρου Νίκης και εχρησιμοποίησαν τους λίθους προς μείζονα όχύρωσιν των Προπυλαίων. Την 21 Σεπτεμβρίου 1687 ό βενετικός στόλος είσέπλευσεν είς τόν λι-μένα του Πειραιώς και την έπομένην αι πύροβολαρχίαι έτοποθετήθησαν επί των απέναντι της Ακροπόλεως λόφων. ‘Αλλ’ ό βομβαρ-δισμός άπέμενεν άκαρπος, έξεφράσθη μάλιστα ή γνώμη ότι έπρεπε να γίνη ή άνατίναξις δι υπονόμων.
Αίφνής λιποτάκτης του τούρκικου στρατού φέρει την είδησιν ότι όλη ή προμήθεια πυρίτιδας ετέθη εις τον σηκόν του Παρθενώνος, με την ελπίδα να μη προσβάλουν οι έχβροί το οικο-δόμημα αυτό, το όποιον άλλοτε είχε χρησιμεύσει ως ναός της θεομήτορος. Ή πληροφορία αυτή, εσφαλμένη εν μέρει, καθ-όσον μόνον το άπαιτούμενον δια μίαν ήμέραν ποσόν είχε κομισθή εις τον Παρθενώνα, αντί να εμπόδιση τους πολιορκητάς, τους παρώτρυνεν ακόμη περισσότερον να διευθύνουν τάς βολάς των προς τον ναον τούτον. Μετά τινας ημέρας, καθάς άπειροι οβίδες έρρίφθησαν ματαίως, μία έξ αυτών, κανονισθείσης της βολής ύπό αξιωματικών του πυροβολικού, ου διοικητής ήτο ό Σουηδύς κόμις Καίνιγσμαρκ, διέτρησε την στέγην του Παρθε-νώνος και πεσούσα είς την πυριτιδαποθήκην προεκάλεσε τρομεράν εκρηξιν, ή οποία διέσπασε το αριστούργημα του Ικτίνου είς δύο μέρη.
Δύο ημέρας βραδύτερον, την 27 Σεπτεμβρίου 1687, οί επί της Ακροπόλεως πολιορκούμενοι άπό δεκατισθέντες και άπελπίσαντες, αποφασίζουν να παραδοθούν υπό όρους, δυνάμει των όποιων μετ ολίγας ημέρας πάντες σχεδόν οί εν Αθήναις τούρκοι, 600 περίπου πολεμισταί και 2500 άλλαι ψυχαί, απέρ-χονται εις Μικράν Ασίαν, επιβιβασθέντες εν Πειραιεί επί ευ-ρωπαϊκών πλοίων. Αλλ’ οί Βενετοί επί βραχύ παρέμειναν κύριοι των Αθηνών ένοχλούμενοι διαρκώς υπό των Τούρκων των Θη-βών και της Χαλκίδος και δι άλλους λόγους στρατιωτικούς, έγκαταλείπουσι την 9 Απριλίου 1688 τελειωτικώς τάς Αθήνας. Ό Μοροζίνης έζήτησε ν’ αποκόμιση τους ίππους του άρματος της ‘Αθηνάς, και το άγαλμα του Ποσειδώνος εκ του δυτικού αε-τώματος, αλλά δια της αδεξιότητας των εντεταλμένων προς τούτο ναυτών, τα αγάλματα καταπεσόντα έθρυμματίσθησαν. Διαρκούσης της πολιορκίας οί Βενετοί έξεπόνησαν σχέδια και ίχνογραφήματα της πόλεως και Ακροπόλεως, άίτινα κατέχομεν ακόμη, ως π.χ. τα του αξιωματικού του ναυτικού Βερνέδα.
Οί πλείστοι των αυτοχθόνων Αθηναίων εγκατέλειψαν δια θα-λάσσης την πατρίδα των, άμα τη άποφάσει της εκκενώσεως της υπό των Βενετών, οί δε λοιποί παρηκολούθησαν τούτους άναχωρούντα’ς εκ Πειραιώς ή κατήλθον πεζή εις Κόρινθον.
Οί Τούρκοι, καταλαβόντες ευθύς μετά την άναχώρησιν των Βενετών τάς Αθήνας, εύρον αύτάς τελείως έρημους κατοίκων, τάς έλεηλάτησαν και τάς παρέδωκαν εις το πυρ. Επί τρία έ’τη (1688-1691) ή πόλις παρέμεινεν εντελώς σχεδόν έρη-μος, όπως βεβαιούν τα «Άναργύρεια φύλλα». Τω 1691 έπιτραπείσης από του παρελθόντος έτους υπό της Πύλης της παλιν-νοστήσεως των κατοίκων, μετά τριετούς μάλιστα ασυδοσίας και γενικής άμνηστείας, ελάχιστοι σχετικώς οίκογένειαι έπωφελήθησαν την έπελθούσαν συμωωνίαν και έπανήλθον. Αί λοιποί, έποικίσθείσαι υπό των Βενετών είς Πελοπόννησον ιδίως, παρέ-μειναν εκεί μέχρι σχεδόν του 1718, της Βενετίας έγκαταλειψάσης όριστικώς την χερσόνησον, μετά την εν Πασσάροβιτς συνθήκην.
Εν του μεταξύ όμως τα κτήματα των οικογενειών τού-των είχον πουληθή ως «μαχλούλικα» εις ομάδα Αθηναίων προ-κρίτων και άλλων επιχειρηματιών, νέα δ’ ως εκ τούτου τάξις ευπόρων διεμορφώθη, ήτις μικρόν κατά μικρόν, άλλοιώσασα το παλαιόν άρχοντολόγιον και μεταβαλούσα την έσωτερικήν του τόπου οίκονομίαν, έσχε μεταγενεστέρως σημαντικήν έπίδρασιν επί της τύχης των ‘Αθηνών.
Ή όψις της πόλεως ήτο θλιβερά και μετά πολλών ακόμη ετών πάροδον. Κατά τον έπισκεφθέντα αύτήν τω 1705 Γάλλόν περιηγητήν Παύλον Λουκαν, πολλαι οίκίαι παρέμενον ακατοί-κητοι, κατέλυε δε ό βουλόμενος οπού ήρέσκετο. Και εκ των Μουσουλμάνων των Αθηνών ολίγοι επίσης επέστρεψαν, οί πλεί-στοι δ’ εξ αυτών προυτίμησαν χάριν ασφαλείας να κατοικήσουν επί της Ακροπόλεως, της οποίας τα τείχη άνωκοδόμησε περί το 1708 ο βοεβόδας Μουσταφά έφένδης, αν καί, πλην ελαχί-στων εξαιρέσεων, ή συμβίωσις τούτων μετά των Χριστιανών υ-πήρξε πάντοτε αρμονική.
Διαρρέει ούτω μία περίπου πεντηκονταετία, κατά το διά-στημα της οποίας ό βίος είς τάς Αθήνας, χάρις εις την προ-νομιακήν των έξάρτησιν από του σουλτανικού χαρεμίου, δεν ήτο επαχθής όπως είς τάς γειτονικάς τουρκοκρατούμενος επαρχίας. Οί Αθηναίοι ήδυνήθησαν να επιδοθούν είς τα είρηνικά έργα των καί να επιμεληθούν της μορφώσεως των τέκνων των εις τάς σχολάς, αί οποίοι ήρχισαν να λειτουργούν τότε, καί είς τα πέριξ της πόλεως μοναστήρια. Αλλά ή συν τό χρόνο έπελθούσα νέα διαρρύθμισις των πραγμάτων, προεκάλεσε πολλάς αντιπάθειας και διαμάχας μεταξύ των προκρίτων, αίτινες διαρκώς επεκτεινόμενοι, πολλάς ασχήμιας έδημιούργησαν καί πολλά ατυ-χήματα, μέχρι του 1754, ότε με την άτυχη κατά του βοεβόδο Σαρή Μουσελίμη έπανάστασιν, αί Αθήναι είσήλθον είς μίαν από τάς θλιβερωτέρας περιόδους της ιστορίας των, ης το κο-ρύφωμα ήτο ή μέχρι του 1800 σχεδόν ανηλεής τυραννία του Χατζή Αλή του Χασεκή
Εκδόσεις: "Χιλιόφυλλο"

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών