Η “ήπια” εισβολή σκόνταψε, μονόδρομος για τον Πούτιν η κλιμάκωση

Κρίνοντας από τον τρόπο που κινήθηκαν οι ρωσικές δυνάμεις στην Ουκρανία, είναι σαφές πως στη Μόσχα ανέμεναν πως θα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν μία “ήπια” εισβολή, η οποία θα κατάφερνε άμεσα να “αποκεφαλίσει” την ουκρανική κυβέρνηση και να παραλύσει την αντίσταση των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων, χωρίς να προκληθούν πολλά θύματα και υλικές καταστροφές.
Έχοντας το μυαλό του στην επόμενη ημέρα, ο Πούτιν ήθελε να ελαχιστοποιήσει το κόστος όχι μόνο για τις ρωσικές δυνάμεις, αλλά και για τους Ουκρανούς, ένοπλους και αμάχους. Εξ ου και η απουσία αεροπορικών βομβαρδισμών, παρότι οι Ρώσοι έχουν απόλυτο πλεονέκτημα στον αέρα. Ο λόγος είναι ότι τα πολλά θύματα και οι πολλές υλικές καταστροφές θα βάθαιναν το χάσμα που θα χώριζε τον μέσο Ουκρανό από το φιλορωσικό καθεστώς, το οποίο σχεδιάζει να εγκαταστήσει η Μόσχα. Με άλλα λόγια, η “ήπια” εισβολή υπαγορεύθηκε από πολιτική σκοπιμότητα κι όχι από ανθρωπισμό, ο οποίος, άλλωστε, είναι μάλλον ασύμβατος στους πολέμους, όποιοι κι αν είναι οι πρωταγωνιστές.

Το αρχικό σχέδιο των Ρώσων, όμως, σκόνταψε στην αντίσταση του ουκρανικού στρατού, ο οποίος σωστά οχυρώθηκε σε μεγάλες πόλεις, όπου εκεί μπορούσε να περιορίσει το ρωσικό πλεονέκτημα. Έτσι, η πρόοδος των ρωσικών επιχειρήσεων ήταν μικρή συγκριτικά με τον αρχικό σχεδιασμό. Επειδή, όμως, κι από στρατιωτική κι από πολιτική άποψη ο χρόνος λειτουργεί σε βάρος των εισβολέων, ο Πούτιν είναι υποχρεωμένος να αλλάξει τακτική, εγκαταλείποντας το σχήμα “ήπια” εισβολή. Γι’ αυτό και ρίχνει στον πόλεμο δυνάμεις και οπλικά συστήματα που μέχρι τώρα είχε αποφύγει να χρησιμοποιήσει για να αποφύγει μεγάλες ανθρώπινες απώλειες και υλικές καταστροφές.

Δεν είμαι σε θέση να προβλέψω πώς ακριβώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, αλλά είναι σαφές πως για τη Μόσχα είναι μονόδρομος να επιτύχει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα να τον αρχικό αντικειμενικό σκοπό της: να καταλάβει το Κίεβο και να “αποκεφαλίσει” τον ουκρανικό κρατικό μηχανισμό και ειδικά τις ένοπλες δυνάμεις. Θεωρεί πως εάν το επιτύχει η αντίσταση των ουκρανικών δυνάμεων σε περιφερειακά μέτωπα θα αποσυντονιστεί και θα καταρρεύσει.

“‘Ηπια” εισβολή και παράδοση
Η ρωσική πρόταση για διαπραγματεύσεις στο Μινσκ με σκοπό τη συνθηκολόγηση της Ουκρανίας είναι η ύστατη προσπάθεια του Κρεμλίνου να αποφύγει την κατάληψη με αιματοχυσία. Η αντιπρόταση του Ζελένσκι για διαπραγματεύσεις σε άλλη χώρα δεν γίνονται δεκτές από τη Μόσχα, επειδή ουσιαστικά ο Πούτιν τις αντιλαμβάνεται ως διαδικασία παράδοσης κι όχι εξεύρεσης συμβιβασμού που θα επέτρεπε στην τωρινή ουκρανική κυβέρνηση να επιβιώσει πολιτικά με κάποιον τρόπο. Μία τέτοια εξέλιξη θα ήταν πολιτικά καταστροφική για το ρωσικό καθεστώς.

Το εάν θα καταληφθεί σύντομα το Κίεβο και εάν θα επέλθει η προσδοκώμενη από τους Ρώσους κατάρρευση της ουκρανικής αντίστασης θα φανεί τις 2-3 επόμενες ημέρες. Το ενδεχόμενο να έχει οργανωθεί –με τη βοήθεια και των Αμερικανών– ένα δίκτυο αντάρτικου στις πόλεις που θα εκδηλωθεί μετά την κατάληψή τους, δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Αντικειμενικά, όμως, είναι δυσχερές έργο.
Κατά πάσα πιθανότητα, εάν και όταν οι Ρώσοι θέσουν υπό τον έλεγχό τους τα βασικά αστικά κέντρα της Ουκρανίας, θα διευκολύνουν την περαιτέρω έξοδο όσων Ουκρανών επιθυμούν να μετακινηθούν προς Δυσμάς, προς την περιοχή του Λβοφ, αλλά και προς τις άλλες χώρες της ανατολικής Ευρώπης. Όσο πιο μεγάλο είναι το προσφυγικό ρεύμα τόσο ευκολότερος θα είναι ο έλεγχος της κατειλημμένης Ουκρανίας (μάλλον ολόκληρης με την εξαίρεση ενός μικρού περίκλειστου τμήματός της στα σύνορα με την Πολωνία) από το μελλοντικό φιλορωσικό καθεστώς.

Θα γονατίσει η ρωσική οικονομία;
Πολλοί θεωρούν ότι ο αποκλεισμός από το SWIFT θα “πνίξει” τη ρωσική οικονομία, γεγονός που κατ’ επέκταση θα αποσταθεροποιήσει το καθεστώς Πούτιν. Είναι προφανές ότι ο αποκλεισμός θα έχει υψηλό κόστος για τη Ρωσία. Δεν βρισκόμαστε, ωστόσο τριάντα χρόνια πριν, όταν οι ΗΠΑ μπορούσαν να διαμορφώνουν τους κανόνες στην παγκόσμια οικονομία. Σήμερα υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις.

Το εάν, λοιπόν, οι κυρώσεις είναι ικανές να κάμψουν τη ρωσική οικονομία, θα εξαρτηθεί από τις παρασκηνιακές συνεννοήσεις που έχει κάνει η Μόσχα κυρίως με το Πεκίνο, αλλά και με το Νέο Δελχί. Υπενθυμίζουμε ότι η Κίνα έχει αναπτύξει ένα δικό της σύστημα εναλλακτικό του SWIFT, το οποίο μπορεί να λειτουργήσει ως εναλλακτική λύση για τις συναλλαγές τρίτων (μη δυτικών) χωρών με τη Ρωσία.
Πρέπει να υπογραμμισθεί ότι και η Κίνα και η Ινδία έχουν συμφέρον να μη “γονατίσει” η Ρωσία. Η μεν Κίνα, επειδή ξέρει ότι εάν καμφθεί η Ρωσία, θα είναι ο επόμενος στόχος των Δυτικών πιέσεων. Η δε Ινδία, επειδή βλέπει τον εαυτό της ως αναδυόμενη μεγάλη δύναμη, η ανάδυση της οποίας διευκολύνεται από την εδραίωση ενός πολυπολικού διεθνούς συστήματος, ενώ αντιθέτως παρεμποδίζεται από την παλινδρόμηση σε μία καθαρή αμερικανική πρωτοκαθεδρία. Ως εκ τούτου αναμένεται και η Κίνα και η Ινδία (παρά τις μεταξύ τους αντιθέσεις) να βοηθήσουν περισσότερο ή λιγότερο την Ρωσία, αναπτύσσοντας τις διμερείς εμπορικές συναλλαγές μαζί της. Αφενός απορροφώντας μεγάλο μέρος των ρωσικών εξαγωγών, αφετέρου εξάγοντας στη Ρωσία προϊόντα που αυτή μέχρι τώρα προμηθευόταν απευθείας από τη Δύση.

Αμφίστομη μάχαιρα οι κυρώσεις
Η εκτίμησή μου, λοιπόν, είναι ότι ναι μεν η ρωσική οικονομία θα πληγεί, αλλά όχι καίρια. Θα ήταν λάθος, όμως, να υποβαθμιστεί το κόστος που θα πληρώσει η Δύση από τις κυρώσεις που η ίδια επιβάλλει στη Ρωσία. Κι αυτό επειδή η Ρωσία, ως παραγωγός υδρογονανθράκων και κρίσιμων για την παγκόσμια βιομηχανία πρώτων υλών, κατέχει δεσπόζουσα θέση στις συγκεκριμένες κλαδικές αγορές.

Ειδικά η Ευρώπη είναι εκτεθειμένη στον ενεργειακό τομέα. Κατ’ αρχήν επειδή οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου θα εκτοξευθούν, με αποτέλεσμα να διογκώσουν ποιοτικά το υφιστάμενο κύμα ακρίβεια, με ό,τι συνεπάγεται αυτό για τις ταλαιπωρημένες από την πανδημία ευρωπαϊκές οικονομίες και το βιοτικό επίπεδο των μικρομεσαίων κοινωνικών στρωμάτων. Ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η πρακτική αδυναμία να καλυφθεί άμεσα από άλλες πηγές το κενό που θα δημιουργήσει στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας μία παύση της ροής ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου. Σε συνθήκες χειμώνα αυτό θα έχει βαριές συνέπειες και για τα νοικοκυριά και για την βιομηχανία, ειδικά σε Γερμανία και Ιταλία.
Δεν μπορεί, ωστόσο, να υποτιμηθεί το γεγονός ότι η Ρωσία ήδη πληρώνει βαρύτατο τίμημα στο επίπεδο της διεθνούς εικόνας της. Διαθέτοντας σχεδόν απόλυτη υπεροπλία στο επικοινωνιακό επίπεδο, η Δύση έχει καταφέρει σε μεγάλο βαθμό να δαιμονοποιήσει το καθεστώς Πούτιν, κατακλύζοντας τις τηλεοπτικές οθόνες με τις απάνθρωπες εικόνες που υπάρχουν σε κάθε πόλεμο. ακόμα και στην “ήπια” εισβολή που επέλεξε σε πρώτη φάση η Μόσχα.

Σταύρος Λυγερός
Περισσότερα στο  slpress.gr

Διαβάστε ακόμη:

Σχόλια