Ισμαηλ Κανταρέ: Συγγραφέας σε τεντωμένο σκοινί

Γράφει ο Τηλέμαχος Κώτσιας

Την πρώτη Ιουλίου 2024 έπαψε να χτυπάει η καρδιά του παγκοσμίως γνωστού και πολυβραβευμένου αλβανού συγγραφέα Ισμαήλ Κανταρέ. Γεννημένος το 1936 στο Αργυρόκαστρο, στο "Σοκάκι των τρελών" - οι νέοι κυρίως, αντί να βαδίζουν τρέχουν σαν τρελοί στον κατήφορο -, έβγαλε το κλασικό γυμνάσιο της πόλης του και σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Τιράνων και στη Σοβιετική Ένωση στο Ινστιτούτο Γκόρκι. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος και ως φιλόλογος. Ξεκίνησε γράφοντας ποίηση και έχοντας ως λογοτεχνικά πρότυπα τα καλύτερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, μεταπήδησε στην πεζογραφία. Με τον τρόπο γραφής του έγινε ο αγαπημένος συγγραφέας της νέας γενιάς.

Θυμάμαι, όταν αποφοιτήσαμε από τη μέση εκπαίδευση και ήρθαμε αντιμέτωποι με τη σκληρή πραγματικότητα, αναρωτιόμασταν τι να σκεφτόταν ο λατρευτός μας ποιητής για όλα αυτά που συνέβαιναν. Γιατί κι εκείνος, μετά τους πρώτους ύμνους για το Κόμμα, πού ίσως τότε να τους πίστευε, έμοιαζε σαν να απέφευγε να καταπιαστεί με την επικαιρότητα. Έγραψε το πρώτο μυθιστόρημα "Ο στρατηγός της νεκράς στρατιάς" με θέμα την αποκομιδή των λειψάνων των ιταλών κατακτητών, με το οποίο έγινε αμέσως διάσημος. Στο δεύτερο, το "Χρονικό της πέτρας" προσέγγισε την ιστορία της γενέτειράς του με το βλέμμα ενός παιδιού. Στο μεταξύ όλοι περίμεναν να γράψει ένα μυθιστόρημα που να τοποθετούταν για το πολιτικό σύστημα. Όμως εκείνος απέφευγε. Οι αντίπαλοί του τον κατηγορούσαν ότι το ταλέντο του είχε στερέψει. Το επόμενο μυθιστόρημα "Το κάστρο" είχε ως θέμα την αντίσταση των Αλβανών κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, υπό την αιγίδα του εθνικού ήρωα Γεωργίου Καστριώτη, ξεγλιστρώντας με μαεστρία από την ενέδρα των κριτικών και των μετρίων συγγραφέων που καραδοκούσαν να τον μειώσουν. Όταν τελικά καταπιάστηκε με την επικαιρότητα διάλεξε ως θέμα τη σύγκρουσή της Αλβανίας με τη Σοβιετική Ένωση, παρουσιάζοντας τον Ενβέρ Χότζα ως εθνικό ήρωα που υπερασπιζόταν τα δίκαια της μικρής πατρίδας του. Οι κριτικοί έμειναν αμήχανοι. Άρχισαν να τον χτυπούν ύπουλα, ότι το έργο του δεν πληρούσε τα κριτήρια του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, μέχρι που τον ανάγκασαν να το ξαναγράψει και να αλλάξει ακόμα και τον τίτλο, από "Ο χειμώνας της μεγάλης μοναξιάς" να γίνει "Ο μεγάλος χειμώνας". Οι μυστικές καταθέσεις εναντίον του είχαν γίνει πολλές και ο Δικτάτορας αναρωτήθηκε τι να έκανε με αυτό το ταλαντούχο γειτονόπουλο από το Αργυρόκαστρο: Να τον ρίξει στα τάρταρα ή να τον χρησιμοποιήσει. Τον κάλεσε στο σπίτι του και έγινε η σιωπηρή συμφωνία: "Εσύ δεν θα στραφείς εναντίον μου κι εγώ θα σε βοηθήσω". Η Αλβανία χρηματοδότησε τη μετάφραση των έργων του στα γαλλικά, η γαλλική κριτική τον πρόσεξε κάνοντάς τον διάσημο στην Ευρώπη. Τυχερός ήταν και ο ισοβίτης Ισούφ Βρυώνι που αποφυλακίστηκε για να τον μεταφράζει τα έργα του στα γαλλικά, από όπου μεταφράζονταν και στις άλλες γλώσσες. Ο συγγραφέας πήρε άδεια να ταξιδέψει στο εξωτερικό και να παρακολουθεί τα έργα του. Ακροβατώντας σε αυτό το τεντωμένο σκοινί, ο συγγραφέας εξακολουθούσε να μην γράφει για την επικαιρότητα. Έγραφε για "Το παλάτι των ονείρων" μεταθέτοντας τα θέματα στο παλάτι του Σουλτάνου, σε έναν επικίνδυνο παραλληλισμό. Στο μεταξύ, παρά τα γυαλιά μυωπίας που φορούσε, διέκρινε πολύ καλά τη ζοφερή πραγματικότητα που επικρατούσε στη χώρα του σε σχέση με τη Δύση. Τηρούσε όμως καλές σχέσεις με το σύστημα, όπως άλλωστε η πλειοψηφία των πολιτών εκείνου του καιρού, προσπαθώντας ωστόσο να το εξυπηρετεί όσο λιγότερο. Άλλωστε αυτός ήταν ο μόνος τρόπος ύπαρξης ενός συγγραφέα σε εκείνο το καθεστώς.

Μόνο όταν έπεσε το σύστημα ένιωσε ελεύθερος, αλλά πλέον, μετά από τόσα χρόνια υποτέλειας, δεν είχε το κουράγιο να στραφεί εναντίον του και η συμπεριφορά του κρίθηκε ως αμφιλεγόμενη.

Πενηνταπεντάρης πλέον, είχε ξοδέψει τη φαιά ουσία της έμπνευσης και χρειάστηκε μεγάλη δύναμη για να ξεκινήσει να γράψει νέα ποιοτικά έργα. Και όμως το έκανε: ανανεωμένος, αιχμηρός, πρωτότυπος. Αξίζει να σημειωθεί το μυθιστόρημα Spiritus. Αξέχαστη η σκηνή που οι αρχές ξέθαψαν τον νεκρό για να του πάρουν τον κοριό που του είχαν ενσωματώσει και να ακούσουν τι είχε πει ο παρακολουθούμενος, ακόμα και μετά το θανάτου του.

Ο Κανταρέ είχε εκφράσει την επιθυμία να μεταφραστεί στα ελληνικά κατευθείαν από τα αλβανικά, πιστεύοντας ότι ανάμεσα στις δυο γλώσσες υπάρχει ένας υπόγειος δίαυλος, όπως οι μυστικές θυροπούλες μεταξύ των γειτόνων στο Αργυρόκαστρο.

Βραβευμένος με πολλά διεθνή βραβεία, δεν κατέκτησε τελικά το Νόμπελ, διχάζοντας την αλβανική κοινή γνώμη τους λάτρες του και τους πολέμιους του, κάτι που σημαίνει ότι είτε δεν ήταν πράγματι άξιος του βραβείου αυτού ως καθεστωτικός συγγραφέας, ή ότι η ίδια η Αλβανία δεν ήταν άξια του με τόση λάσπη που του έριξαν οι συμπατριώτες του.

Για μένα ο Ισμαήλ Κανταρέ υπήρξε σχολή πεζογραφίας. Μετάφρασα με ζήλο δυο από μυθιστορήματά του: "Το ατύχημα", μια ωδή στο έρωτα, και το "Μοιραίο δείπνο", μυθιστόρημα με απαράμιλλη πλοκή και σασπένς. Ακόμα και σήμερα, όταν δυσκολεύομαι σε μια διατύπωση, αναρωτιέμαι: πώς θα το έγραφε αυτός;

Ο Ισμαήλ Κανταρέ είναι ένα άστρο όχι μόνο για τα αλβανικά γράμματα, αλλά και για τα παγκόσμια. Η φυγή του, αν και πλήρης ημερών, ήταν όπως ίσως ο ίδιος θα ήθελε για να περάσει στην αιωνιότητα: ξαφνική κι ανώδυνη. Θα αφήσει ωστόσο ένα δυσαναπλήρωτο κενό στα αλβανικά γράμματα.

* Το άρθρο δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια