Η ελευθερία της έκφρασης και των μέσων ενημέρωσης στην Αλβανία βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρές προκλήσεις, σύμφωνα με την Έκθεση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ για το 2024. Αν και το σύνταγμα εγγυάται την ελευθερία του Τύπου, η πραγματικότητα για τους δημοσιογράφους συχνά απέχει σημαντικά από τη νομική πρόβλεψη. Η αυτολογοκρισία, η πολιτική πίεση και η οικονομική εξάρτηση συνεχίζουν να περιορίζουν την ανεξαρτησία των μέσων ενημέρωσης, ενώ αναφέρονται και περιπτώσεις εκφοβισμού από κυβερνητικούς αξιωματούχους.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά περιστατικά της χρονιάς καταγράφηκε τον Μάρτιο, όταν η Ένωση Αλβανών Δημοσιογράφων κατηγόρησε δημόσια τον πρωθυπουργό για χρήση «εκφοβιστικής γλώσσας» εναντίον δημοσιογράφου που ερευνούσε ζητήματα τουριστικών επενδύσεων. Το γεγονός αυτό ανέδειξε την εύθραυστη θέση των ερευνητικών δημοσιογράφων, οι οποίοι, σύμφωνα με την έκθεση, συχνά γίνονται στόχος απειλών ή δυσφημιστικών εκστρατειών όταν αγγίζουν ευαίσθητα ζητήματα, όπως η διαφθορά και η κυβερνητική διαχείριση.
Η έκθεση αναφέρει ότι η πολιτική επιρροή στα μέσα ενημέρωσης είναι διάχυτη. Κυβέρνηση, πολιτικά κόμματα, επιχειρηματικά συμφέροντα αλλά και εγκληματικές ομάδες χρησιμοποιούν τις διασυνδέσεις τους με ιδιοκτήτες και ανώτερους συντάκτες για να κατευθύνουν την κάλυψη. Παράλληλα, μια ανησυχητική τάση που καταγράφεται είναι η χρήση των ίδιων των μέσων, κυρίως διαδικτυακών, ως εργαλείων εκβιασμού απέναντι σε επιχειρήσεις. Σύμφωνα με την έκθεση, ανώτεροι εκπρόσωποι μέσων ενημέρωσης απειλούν με αρνητική κάλυψη εάν δεν ικανοποιηθούν συγκεκριμένα συμφέροντα.
Ένα ακόμη ζήτημα που υπονομεύει την ανεξαρτησία των δημοσιογράφων είναι η εργασιακή ανασφάλεια. Η έλλειψη εκτελεστών συμβάσεων εργασίας αφήνει τους δημοσιογράφους ευάλωτους σε πιέσεις και συμβάλλει στην προκατάληψη στην κάλυψη θεμάτων. Επιπλέον, τα συνδικάτα χαρακτηρίζονται από αδυναμία και πολιτικοποίηση, γεγονός που μειώνει τη δυνατότητα συλλογικής διεκδίκησης δικαιωμάτων. Σύμφωνα με την έκθεση, αν και ο νόμος προβλέπει πλήρη προστασία της συνδικαλιστικής δράσης, πολλοί εργαζόμενοι αποφεύγουν να οργανωθούν από φόβο για αντίποινα.
Ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια που αντιμετωπίζουν τα ΜΜΕ είναι η ολοένα και πιο περιορισμένη πρόσβαση σε δημόσιες πληροφορίες. Δημοσιογράφοι δηλώνουν ότι οι αιτήσεις τους για έγγραφα και απαντήσεις από δημόσιους φορείς μένουν συχνά αναπάντητες ή καθυστερούν σημαντικά, δυσχεραίνοντας την ερευνητική δημοσιογραφία και ενισχύοντας την αδιαφάνεια. Παρόμοιες ανησυχίες εκφράζονται και από ακαδημαϊκά ιδρύματα, όπου οι πολιτικές διασυνδέσεις φαίνεται να καθορίζουν σε αρκετές περιπτώσεις την επιλογή ηγετικών θέσεων.
Παρά την αρνητική εικόνα, η έκθεση καταγράφει και μια θετική εξέλιξη. Τον Απρίλιο του 2024, το αλβανικό κοινοβούλιο συγκρότησε μια ad hoc επιτροπή για την παραπληροφόρηση, καλώντας οργανισμούς μέσων ενημέρωσης και μη κυβερνητικές οργανώσεις να συμμετάσχουν στις συζητήσεις της. Η πρωτοβουλία αυτή θεωρήθηκε από πολλούς ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, καθώς δημιουργεί έναν δίαυλο επικοινωνίας μεταξύ θεσμών, Τύπου και κοινωνίας των πολιτών.
Η γενική εικόνα, ωστόσο, παραμένει ανησυχητική. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «δεν υπήρξαν σημαντικές αλλαγές στην κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Αλβανία κατά τη διάρκεια του έτους», ενώ οι περιορισμοί στην ελευθερία της έκφρασης και του Τύπου αποτελούν έναν από τους σοβαρότερους παράγοντες ανησυχίας. Η επιμονή της αυτολογοκρισίας, οι πιέσεις από πολιτικούς και οικονομικούς κύκλους και η έλλειψη διαφάνειας διαμορφώνουν ένα πλαίσιο που απέχει πολύ από τα ευρωπαϊκά πρότυπα ανεξάρτητης δημοσιογραφίας.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά περιστατικά της χρονιάς καταγράφηκε τον Μάρτιο, όταν η Ένωση Αλβανών Δημοσιογράφων κατηγόρησε δημόσια τον πρωθυπουργό για χρήση «εκφοβιστικής γλώσσας» εναντίον δημοσιογράφου που ερευνούσε ζητήματα τουριστικών επενδύσεων. Το γεγονός αυτό ανέδειξε την εύθραυστη θέση των ερευνητικών δημοσιογράφων, οι οποίοι, σύμφωνα με την έκθεση, συχνά γίνονται στόχος απειλών ή δυσφημιστικών εκστρατειών όταν αγγίζουν ευαίσθητα ζητήματα, όπως η διαφθορά και η κυβερνητική διαχείριση.
Η έκθεση αναφέρει ότι η πολιτική επιρροή στα μέσα ενημέρωσης είναι διάχυτη. Κυβέρνηση, πολιτικά κόμματα, επιχειρηματικά συμφέροντα αλλά και εγκληματικές ομάδες χρησιμοποιούν τις διασυνδέσεις τους με ιδιοκτήτες και ανώτερους συντάκτες για να κατευθύνουν την κάλυψη. Παράλληλα, μια ανησυχητική τάση που καταγράφεται είναι η χρήση των ίδιων των μέσων, κυρίως διαδικτυακών, ως εργαλείων εκβιασμού απέναντι σε επιχειρήσεις. Σύμφωνα με την έκθεση, ανώτεροι εκπρόσωποι μέσων ενημέρωσης απειλούν με αρνητική κάλυψη εάν δεν ικανοποιηθούν συγκεκριμένα συμφέροντα.
Ένα ακόμη ζήτημα που υπονομεύει την ανεξαρτησία των δημοσιογράφων είναι η εργασιακή ανασφάλεια. Η έλλειψη εκτελεστών συμβάσεων εργασίας αφήνει τους δημοσιογράφους ευάλωτους σε πιέσεις και συμβάλλει στην προκατάληψη στην κάλυψη θεμάτων. Επιπλέον, τα συνδικάτα χαρακτηρίζονται από αδυναμία και πολιτικοποίηση, γεγονός που μειώνει τη δυνατότητα συλλογικής διεκδίκησης δικαιωμάτων. Σύμφωνα με την έκθεση, αν και ο νόμος προβλέπει πλήρη προστασία της συνδικαλιστικής δράσης, πολλοί εργαζόμενοι αποφεύγουν να οργανωθούν από φόβο για αντίποινα.
Ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια που αντιμετωπίζουν τα ΜΜΕ είναι η ολοένα και πιο περιορισμένη πρόσβαση σε δημόσιες πληροφορίες. Δημοσιογράφοι δηλώνουν ότι οι αιτήσεις τους για έγγραφα και απαντήσεις από δημόσιους φορείς μένουν συχνά αναπάντητες ή καθυστερούν σημαντικά, δυσχεραίνοντας την ερευνητική δημοσιογραφία και ενισχύοντας την αδιαφάνεια. Παρόμοιες ανησυχίες εκφράζονται και από ακαδημαϊκά ιδρύματα, όπου οι πολιτικές διασυνδέσεις φαίνεται να καθορίζουν σε αρκετές περιπτώσεις την επιλογή ηγετικών θέσεων.
Παρά την αρνητική εικόνα, η έκθεση καταγράφει και μια θετική εξέλιξη. Τον Απρίλιο του 2024, το αλβανικό κοινοβούλιο συγκρότησε μια ad hoc επιτροπή για την παραπληροφόρηση, καλώντας οργανισμούς μέσων ενημέρωσης και μη κυβερνητικές οργανώσεις να συμμετάσχουν στις συζητήσεις της. Η πρωτοβουλία αυτή θεωρήθηκε από πολλούς ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, καθώς δημιουργεί έναν δίαυλο επικοινωνίας μεταξύ θεσμών, Τύπου και κοινωνίας των πολιτών.
Η γενική εικόνα, ωστόσο, παραμένει ανησυχητική. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «δεν υπήρξαν σημαντικές αλλαγές στην κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Αλβανία κατά τη διάρκεια του έτους», ενώ οι περιορισμοί στην ελευθερία της έκφρασης και του Τύπου αποτελούν έναν από τους σοβαρότερους παράγοντες ανησυχίας. Η επιμονή της αυτολογοκρισίας, οι πιέσεις από πολιτικούς και οικονομικούς κύκλους και η έλλειψη διαφάνειας διαμορφώνουν ένα πλαίσιο που απέχει πολύ από τα ευρωπαϊκά πρότυπα ανεξάρτητης δημοσιογραφίας.
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών