Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ άναψε για άλλη μια φορά φωτιές στην παγκόσμια πολιτική σκηνή, προτείνοντας την έναρξη ομοσπονδιακής έρευνας εναντίον του δισεκατομμυριούχου φιλάνθρωπου Τζορτζ Σόρος και μελών της οικογένειάς του. Στην καρδιά της αντιπαράθεσης βρίσκεται η κατηγορία ότι ο Σόρος, μέσω των ιδρυμάτων και των οργανώσεων που χρηματοδοτεί, τροφοδοτεί και καθοδηγεί διαδηλώσεις οι οποίες – σύμφωνα με τον Τραμπ – δεν συνιστούν άσκηση της ελευθερίας του λόγου αλλά οργανωμένο «πολιτικό αναβρασμό».
Η συζήτηση αυτή δεν περιορίζεται στα εσωτερικά των ΗΠΑ. Αντίθετα, αγγίζει ένα πολύ ευρύτερο πεδίο, αφού ο Σόρος και το Δίκτυο των Ανοικτών Κοινωνιών (Open Society Foundations) δραστηριοποιούνται σε δεκάδες χώρες. Έτσι, η αντιπαράθεση αποκτά διαστάσεις που ξεπερνούν τα αμερικανικά σύνορα και αγγίζουν ακόμη και τα Βαλκάνια – και συγκεκριμένα την Αλβανία.
Μιλώντας στο Fox News, ο Τραμπ υποστήριξε ότι υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις για να ενεργοποιηθεί ο νόμος RICO (Racketeer Influenced and Corrupt Organizations Act), ένα νομοθέτημα που θεσπίστηκε τη δεκαετία του 1970 για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος. Σύμφωνα με τον πρώην πρόεδρο, οι διαδηλωτές που τον πλησίασαν σε ένα εστιατόριο της Ουάσινγκτον ήταν «επαγγελματίες» πληρωμένοι από τον Σόρος και άλλους χρηματοδότες.
Ο ίδιος δεν διευκρίνισε ποια μέλη της οικογένειας Σόρος θα μπορούσαν να βρεθούν στο στόχαστρο, ωστόσο έκανε αναφορές στον Άλεξ Σόρος, γιο του Τζορτζ, ο οποίος ηγείται του Διοικητικού Συμβουλίου των Ιδρυμάτων Ανοικτής Κοινωνίας. Ο Τραμπ μάλιστα χρησιμοποίησε ειρωνικούς χαρακτηρισμούς, μιλώντας για «τον υπέροχο γιο της ριζοσπαστικής αριστεράς».
Από την πλευρά τους, τα Ιδρύματα Ανοικτής Κοινωνίας απέρριψαν τις κατηγορίες ως «σκανδαλώδεις και ψευδείς». Τονίζουν ότι δεν χρηματοδοτούν βίαιες διαδηλώσεις και ότι ο σκοπός τους είναι η προώθηση των δημοκρατικών αξιών, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Ωστόσο, οργανώσεις που έχουν λάβει χρηματοδότηση από το δίκτυο Σόρος – όπως το Jewish Voice for Peace ή η Indivisible – έχουν πράγματι συμμετάσχει σε κινητοποιήσεις οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις ξέφυγαν από τον έλεγχο, οδηγώντας σε επεισόδια ή σε συλλήψεις. Για τους επικριτές, αυτά τα περιστατικά αρκούν για να στηρίξουν την κατηγορία περί «υπόγειας καθοδήγησης». Για τους υποστηρικτές, όμως, η εικόνα είναι παραπλανητική, καθώς πρόκειται για μεμονωμένα γεγονότα σε ένα πολύ μεγαλύτερο σύνολο ειρηνικών δραστηριοτήτων.
Οι περισσότεροι νομικοί εμπειρογνώμονες εκφράζουν σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με τη δυνατότητα ενός πραγματικού κατηγορητηρίου RICO. Ο νόμος απαιτεί την ύπαρξη επαναλαμβανόμενου μοτίβου εγκληματικών πράξεων, κάτι που μέχρι στιγμής δεν έχει αποδειχθεί για τον Σόρος ή τα ιδρύματά του. Ο καθηγητής Μάικλ Μπένζα, πρώην ομοσπονδιακός εισαγγελέας, υπενθυμίζει ότι μια «κυβερνητική διαίσθηση» δεν επαρκεί· χρειάζονται αποδεικτικά στοιχεία και αιτιολογημένα εντάλματα.
Ο γνωστός νομικός Άλαν Ντέρσοβιτς, αν και σφοδρός επικριτής της αριστεράς, σημειώνει ότι η υπόθεση Σόρος θα μπορούσε να διερευνηθεί μόνο εφόσον υπάρξουν στέρεες αποδείξεις – κάτι που μέχρι σήμερα δεν έχει παρουσιαστεί.
Εκεί που το ζήτημα γίνεται πιο περίπλοκο είναι στη σύνδεσή του με τις διεθνείς σχέσεις. Ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι ο Άλεξ Σόρος ίσως παραβίασε τον νόμο FARA (Foreign Agents Registration Act), ο οποίος απαιτεί από όσους λομπίστες ενεργούν για λογαριασμό ξένων κυβερνήσεων να εγγράφονται επισήμως στις αμερικανικές αρχές.
Κατά τον ερευνητή Πάρκερ Θάγιερ, υπάρχουν ενδείξεις ότι ο Άλεξ Σόρος άσκησε άτυπη επιρροή σε ζητήματα που αφορούσαν την Αλβανία, ιδίως το 2021, όταν ο τότε υπουργός Εξωτερικών Άντονι Μπλίνκεν επέβαλε κυρώσεις στον πρώην πρωθυπουργό και ηγέτη της αντιπολίτευσης Σαλί Μπερίσα. Η κίνηση αυτή θεωρήθηκε πολιτικά ευνοϊκή για τον νυν πρωθυπουργό Έντι Ράμα. Η στενή προσωπική σχέση ανάμεσα στον Άλεξ Σόρος και τον Ράμα – ο οποίος μάλιστα είχε παραστεί σε οικογενειακό γάμο των Σόρος – ενίσχυσε τις υποψίες.
Αν αποδεικνυόταν ότι ο Άλεξ Σόρος λειτούργησε ως λομπίστας για λογαριασμό ξένου ηγέτη χωρίς να το δηλώσει, αυτό θα συνιστούσε καθαρή παραβίαση του FARA. Παρά ταύτα, μέχρι στιγμής δεν έχουν παρουσιαστεί δημόσια αποδεικτικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν μια τέτοια κατηγορία.
Η επίθεση του Τραμπ προς τον Σόρος εντάσσεται σε μια ευρύτερη πολιτική στρατηγική. Ο Σόρος αποτελεί εδώ και χρόνια στόχο της συντηρητικής δεξιάς στις ΗΠΑ, η οποία τον παρουσιάζει ως «παγκόσμιο ενορχηστρωτή» της αριστεράς. Για τον Τραμπ, η ανάδειξη του Σόρος ως «αρνητικού πρωταγωνιστή» εξυπηρετεί τον πολιτικό του λόγο ενόψει των εκλογών, κινητοποιώντας τη βάση του απέναντι σε έναν κοινό εχθρό.
Ταυτόχρονα, η σύνδεση με την Αλβανία και την υπόθεση Μπερίσα προσδίδει στην αντιπαράθεση έναν χαρακτήρα που ξεφεύγει από τα όρια των ΗΠΑ και αγγίζει τις ισορροπίες στα Βαλκάνια. Για τις χώρες της περιοχής, η συζήτηση αυτή είναι διπλά σημαντική: αφενός φέρνει στο προσκήνιο το ζήτημα της ξένης επιρροής στις εσωτερικές πολιτικές διαδικασίες, αφετέρου αποκαλύπτει πώς οι εσωτερικές πολιτικές μάχες των ΗΠΑ μπορούν να έχουν άμεσες επιπτώσεις σε μικρότερα κράτη.
Η πιθανότητα μιας ομοσπονδιακής δίωξης RICO εναντίον του Σόρος μοιάζει σήμερα μάλλον απομακρυσμένη. Ωστόσο, η συζήτηση γύρω από το FARA και την Αλβανία δείχνει ότι το ζήτημα δεν είναι μόνο νομικό αλλά και βαθιά πολιτικό. Η διαμάχη Τραμπ–Σόρος, πέρα από τις προσωπικές αντιπαραθέσεις, φωτίζει τις πολύπλοκες σχέσεις ανάμεσα σε χρήμα, πολιτική και διεθνείς επιρροές.
Για την αμερικανική δημοκρατία, το διακύβευμα είναι η ισορροπία ανάμεσα στην ελευθερία έκφρασης και στη θεμιτή άσκηση επιρροής. Για χώρες όπως η Αλβανία, είναι η κατανόηση του πώς οι παγκόσμιες πολιτικές συγκρούσεις επηρεάζουν την τοπική πολιτική σκηνή. Και για τον υπόλοιπο κόσμο, η υπόθεση αποτελεί υπενθύμιση ότι η γραμμή που χωρίζει τη φιλανθρωπία από την πολιτική δεν είναι πάντοτε σαφής – και γι’ αυτό γίνεται αντικείμενο σφοδρών αντιπαραθέσεων.
Η συζήτηση αυτή δεν περιορίζεται στα εσωτερικά των ΗΠΑ. Αντίθετα, αγγίζει ένα πολύ ευρύτερο πεδίο, αφού ο Σόρος και το Δίκτυο των Ανοικτών Κοινωνιών (Open Society Foundations) δραστηριοποιούνται σε δεκάδες χώρες. Έτσι, η αντιπαράθεση αποκτά διαστάσεις που ξεπερνούν τα αμερικανικά σύνορα και αγγίζουν ακόμη και τα Βαλκάνια – και συγκεκριμένα την Αλβανία.
Μιλώντας στο Fox News, ο Τραμπ υποστήριξε ότι υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις για να ενεργοποιηθεί ο νόμος RICO (Racketeer Influenced and Corrupt Organizations Act), ένα νομοθέτημα που θεσπίστηκε τη δεκαετία του 1970 για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος. Σύμφωνα με τον πρώην πρόεδρο, οι διαδηλωτές που τον πλησίασαν σε ένα εστιατόριο της Ουάσινγκτον ήταν «επαγγελματίες» πληρωμένοι από τον Σόρος και άλλους χρηματοδότες.
Ο ίδιος δεν διευκρίνισε ποια μέλη της οικογένειας Σόρος θα μπορούσαν να βρεθούν στο στόχαστρο, ωστόσο έκανε αναφορές στον Άλεξ Σόρος, γιο του Τζορτζ, ο οποίος ηγείται του Διοικητικού Συμβουλίου των Ιδρυμάτων Ανοικτής Κοινωνίας. Ο Τραμπ μάλιστα χρησιμοποίησε ειρωνικούς χαρακτηρισμούς, μιλώντας για «τον υπέροχο γιο της ριζοσπαστικής αριστεράς».
Από την πλευρά τους, τα Ιδρύματα Ανοικτής Κοινωνίας απέρριψαν τις κατηγορίες ως «σκανδαλώδεις και ψευδείς». Τονίζουν ότι δεν χρηματοδοτούν βίαιες διαδηλώσεις και ότι ο σκοπός τους είναι η προώθηση των δημοκρατικών αξιών, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Ωστόσο, οργανώσεις που έχουν λάβει χρηματοδότηση από το δίκτυο Σόρος – όπως το Jewish Voice for Peace ή η Indivisible – έχουν πράγματι συμμετάσχει σε κινητοποιήσεις οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις ξέφυγαν από τον έλεγχο, οδηγώντας σε επεισόδια ή σε συλλήψεις. Για τους επικριτές, αυτά τα περιστατικά αρκούν για να στηρίξουν την κατηγορία περί «υπόγειας καθοδήγησης». Για τους υποστηρικτές, όμως, η εικόνα είναι παραπλανητική, καθώς πρόκειται για μεμονωμένα γεγονότα σε ένα πολύ μεγαλύτερο σύνολο ειρηνικών δραστηριοτήτων.
Οι περισσότεροι νομικοί εμπειρογνώμονες εκφράζουν σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με τη δυνατότητα ενός πραγματικού κατηγορητηρίου RICO. Ο νόμος απαιτεί την ύπαρξη επαναλαμβανόμενου μοτίβου εγκληματικών πράξεων, κάτι που μέχρι στιγμής δεν έχει αποδειχθεί για τον Σόρος ή τα ιδρύματά του. Ο καθηγητής Μάικλ Μπένζα, πρώην ομοσπονδιακός εισαγγελέας, υπενθυμίζει ότι μια «κυβερνητική διαίσθηση» δεν επαρκεί· χρειάζονται αποδεικτικά στοιχεία και αιτιολογημένα εντάλματα.
Ο γνωστός νομικός Άλαν Ντέρσοβιτς, αν και σφοδρός επικριτής της αριστεράς, σημειώνει ότι η υπόθεση Σόρος θα μπορούσε να διερευνηθεί μόνο εφόσον υπάρξουν στέρεες αποδείξεις – κάτι που μέχρι σήμερα δεν έχει παρουσιαστεί.
Εκεί που το ζήτημα γίνεται πιο περίπλοκο είναι στη σύνδεσή του με τις διεθνείς σχέσεις. Ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι ο Άλεξ Σόρος ίσως παραβίασε τον νόμο FARA (Foreign Agents Registration Act), ο οποίος απαιτεί από όσους λομπίστες ενεργούν για λογαριασμό ξένων κυβερνήσεων να εγγράφονται επισήμως στις αμερικανικές αρχές.
Κατά τον ερευνητή Πάρκερ Θάγιερ, υπάρχουν ενδείξεις ότι ο Άλεξ Σόρος άσκησε άτυπη επιρροή σε ζητήματα που αφορούσαν την Αλβανία, ιδίως το 2021, όταν ο τότε υπουργός Εξωτερικών Άντονι Μπλίνκεν επέβαλε κυρώσεις στον πρώην πρωθυπουργό και ηγέτη της αντιπολίτευσης Σαλί Μπερίσα. Η κίνηση αυτή θεωρήθηκε πολιτικά ευνοϊκή για τον νυν πρωθυπουργό Έντι Ράμα. Η στενή προσωπική σχέση ανάμεσα στον Άλεξ Σόρος και τον Ράμα – ο οποίος μάλιστα είχε παραστεί σε οικογενειακό γάμο των Σόρος – ενίσχυσε τις υποψίες.
Αν αποδεικνυόταν ότι ο Άλεξ Σόρος λειτούργησε ως λομπίστας για λογαριασμό ξένου ηγέτη χωρίς να το δηλώσει, αυτό θα συνιστούσε καθαρή παραβίαση του FARA. Παρά ταύτα, μέχρι στιγμής δεν έχουν παρουσιαστεί δημόσια αποδεικτικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν μια τέτοια κατηγορία.
Η επίθεση του Τραμπ προς τον Σόρος εντάσσεται σε μια ευρύτερη πολιτική στρατηγική. Ο Σόρος αποτελεί εδώ και χρόνια στόχο της συντηρητικής δεξιάς στις ΗΠΑ, η οποία τον παρουσιάζει ως «παγκόσμιο ενορχηστρωτή» της αριστεράς. Για τον Τραμπ, η ανάδειξη του Σόρος ως «αρνητικού πρωταγωνιστή» εξυπηρετεί τον πολιτικό του λόγο ενόψει των εκλογών, κινητοποιώντας τη βάση του απέναντι σε έναν κοινό εχθρό.
Ταυτόχρονα, η σύνδεση με την Αλβανία και την υπόθεση Μπερίσα προσδίδει στην αντιπαράθεση έναν χαρακτήρα που ξεφεύγει από τα όρια των ΗΠΑ και αγγίζει τις ισορροπίες στα Βαλκάνια. Για τις χώρες της περιοχής, η συζήτηση αυτή είναι διπλά σημαντική: αφενός φέρνει στο προσκήνιο το ζήτημα της ξένης επιρροής στις εσωτερικές πολιτικές διαδικασίες, αφετέρου αποκαλύπτει πώς οι εσωτερικές πολιτικές μάχες των ΗΠΑ μπορούν να έχουν άμεσες επιπτώσεις σε μικρότερα κράτη.
Η πιθανότητα μιας ομοσπονδιακής δίωξης RICO εναντίον του Σόρος μοιάζει σήμερα μάλλον απομακρυσμένη. Ωστόσο, η συζήτηση γύρω από το FARA και την Αλβανία δείχνει ότι το ζήτημα δεν είναι μόνο νομικό αλλά και βαθιά πολιτικό. Η διαμάχη Τραμπ–Σόρος, πέρα από τις προσωπικές αντιπαραθέσεις, φωτίζει τις πολύπλοκες σχέσεις ανάμεσα σε χρήμα, πολιτική και διεθνείς επιρροές.
Για την αμερικανική δημοκρατία, το διακύβευμα είναι η ισορροπία ανάμεσα στην ελευθερία έκφρασης και στη θεμιτή άσκηση επιρροής. Για χώρες όπως η Αλβανία, είναι η κατανόηση του πώς οι παγκόσμιες πολιτικές συγκρούσεις επηρεάζουν την τοπική πολιτική σκηνή. Και για τον υπόλοιπο κόσμο, η υπόθεση αποτελεί υπενθύμιση ότι η γραμμή που χωρίζει τη φιλανθρωπία από την πολιτική δεν είναι πάντοτε σαφής – και γι’ αυτό γίνεται αντικείμενο σφοδρών αντιπαραθέσεων.
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών