Το άρθρο 86 και η σκιά της ατιμωρησίας: Τέμπη, ΟΠΕΚΕΠΕ και το θεσμικό αδιέξοδο

Η πρόσφατη παραδοχή της Ευρωπαίας Εισαγγελέως Λάουρας Κοβέσι ότι σε δύο κορυφαίες υποθέσεις – την τραγωδία στα Τέμπη και το σκάνδαλο στον ΟΠΕΚΕΠΕ – η εφαρμογή του άρθρου 86 του Συντάγματος λειτούργησε ως εμπόδιο στη διερεύνηση ποινικών ευθυνών, επαναφέρει με ένταση το ζήτημα του νόμου περί ευθύνης υπουργών. Ένα θεσμικό πλαίσιο που εδώ και δεκαετίες κατηγορείται ότι συντηρεί ένα καθεστώς ασυλίας για τους εκάστοτε υπουργούς και, όπως αποδεικνύεται στην πράξη, μπορεί να εργαλειοποιηθεί από την κυβερνητική πλειοψηφία για να αποφεύγεται η ουσιαστική λογοδοσία.
Η ίδια η Κοβέσι τόνισε δημόσια ότι το άρθρο 86 εμπόδισε την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να προχωρήσει σε έρευνες, κάτι που δεν αφορά μόνο το εσωτερικό μας δίκαιο αλλά και τη σχέση της χώρας με το ευρωπαϊκό νομικό οικοδόμημα. Η Ελλάδα, ως κράτος μέλος, έχει υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όταν στοιχεία που αποστέλλονται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μένουν αναξιοποίητα, επειδή η Βουλή κρίνει ότι δεν πρέπει να διεξαχθεί προκαταρκτική έρευνα, τότε γεννάται ζήτημα συμμόρφωσης με το ευρωπαϊκό δίκαιο και, σε δεύτερο επίπεδο, ζήτημα αξιοπιστίας του ίδιου του κράτους δικαίου στη χώρα.

Το θεσμικό πλαίσιο του άρθρου 86
Το άρθρο 86 του Συντάγματος, που αφορά την ποινική ευθύνη υπουργών, ορίζει ότι μόνο η Βουλή μπορεί να κινήσει ποινική δίωξη σε βάρος τους. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι:
  • Δεν μπορεί να ξεκινήσει ούτε απλή προκαταρκτική διερεύνηση χωρίς την ψήφο της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
  • Αν μια πρόταση για διερεύνηση απορριφθεί, ακόμη και διά της αποχής, δεν μπορεί να επανέλθει για τα ίδια πραγματικά περιστατικά.
  • Οι δικαστικές αρχές δεν έχουν αρμοδιότητα να αξιολογήσουν στοιχεία που τυχόν προκύπτουν σε δικογραφίες με εμπλοκή υπουργών.
Η εμπλοκή της Βουλής σε καθαρά δικαστικές υποθέσεις δημιουργεί αυτό που πολλοί συνταγματολόγοι χαρακτηρίζουν «θεσμικό παράδοξο». Ενώ όλοι οι πολίτες υπόκεινται στη δικαστική κρίση, οι υπουργοί υπόκεινται στην κρίση της πολιτικής πλειοψηφίας. Με άλλα λόγια, η ισότητα απέναντι στον νόμο παύει να ισχύει στο σημείο αυτό.

Τέμπη: μια δίωξη χωρίς προανακριτική
Η σιδηροδρομική τραγωδία στα Τέμπη ανέδειξε με δραματικό τρόπο τα όρια του άρθρου 86. Στην περίπτωση των υπουργών που φέρονται να είχαν πολιτικές και ενδεχομένως ποινικές ευθύνες, η κυβερνητική πλειοψηφία αποφάσισε να μην ακολουθήσει την τυπική οδό της προανακριτικής επιτροπής. Αντίθετα, επιλέχθηκε η διαδικασία της απευθείας δίωξης, χωρίς να έχει προηγηθεί προκαταρκτική έρευνα και χωρίς μάρτυρες να καταθέσουν ενώπιον του φυσικού δικαστή.
Αυτό το «μοντέλο Τριαντόπουλου», όπως ήδη ονομάστηκε, σηματοδότησε μια ιδιότυπη πρακτική: ασκείται δίωξη «στα τυφλά», χωρίς το απαραίτητο στάδιο διερεύνησης που θα εξασφάλιζε διαφάνεια και ουσιαστική απονομή δικαιοσύνης. Έτσι, η ευθύνη μεταφέρεται σε ένα θολό τοπίο, όπου η πολιτική βούληση της πλειοψηφίας υπερισχύει του θεσμικού καθήκοντος για διερεύνηση.

ΟΠΕΚΕΠΕ: καμία δίωξη, μόνο εξεταστική
Αντίθετα, στο σκάνδαλο με τις αγροτικές επιδοτήσεις και τον ΟΠΕΚΕΠΕ, η πλειοψηφία της Βουλής αποφάσισε να μην ξεκινήσει καν προκαταρκτική διερεύνηση. Η υπόθεση οδηγήθηκε σε εξεταστική επιτροπή, όπου η λίστα μαρτύρων ελέγχεται επίσης από την κυβερνητική πλειοψηφία. Το αποτέλεσμα ήταν να μην ασκηθεί δίωξη σε βάρος πρώην υπουργών, όπως ο Μάκης Βορίδης, με συνέπεια να μην ερευνηθούν καθόλου ποινικές ευθύνες.
Το συγκριτικό συμπέρασμα είναι αποκαλυπτικό: στα Τέμπη υπήρξε δίωξη χωρίς προκαταρκτική έρευνα, ενώ στον ΟΠΕΚΕΠΕ δεν υπήρξε καμία δίωξη. Και στις δύο περιπτώσεις, η πλειοψηφία της Βουλής χρησιμοποίησε το άρθρο 86 κατά το δοκούν, επιβεβαιώνοντας την κριτική ότι το θεσμικό πλαίσιο έχει μετατραπεί σε εργαλείο πολιτικής σκοπιμότητας.

Η πολιτική διάσταση: το «παζάρι» Μητσοτάκη
Το καλοκαίρι, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης είχε από το βήμα της Βουλής ανοίξει θέμα τροποποίησης του άρθρου 86, προσπαθώντας όμως να το συνδέσει με την αναθεώρηση του άρθρου 16 για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Ουσιαστικά, επιχείρησε να εμφανίσει την αλλαγή στον νόμο περί ευθύνης υπουργών ως αντάλλαγμα προς την αντιπολίτευση για να συμφωνήσει στην αναθεώρηση που επιδιώκει η κυβέρνηση.
Από το ΠΑΣΟΚ αντέδρασαν έντονα, τονίζοντας ότι η τροποποίηση του άρθρου 86 πρέπει να γίνει «για να τελειώσει το καθεστώς ασυλίας και ατιμωρησίας», χωρίς συνδέσεις με άσχετα θέματα. Η αξιωματική αντιπολίτευση, από την πλευρά της, υπενθύμισε ότι κάθε φορά που η κυβέρνηση είχε τη δυνατότητα να εφαρμόσει διαφορετικά το πλαίσιο, το χρησιμοποίησε για να εμποδίσει τη Δικαιοσύνη να κάνει τη δουλειά της – όπως ακριβώς στα Τέμπη και στον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Έτσι, η υπόθεση δεν είναι μόνο νομική, αλλά κυρίως πολιτική: το άρθρο 86 λειτουργεί ως εργαλείο διαχείρισης πολιτικού κόστους από την εκάστοτε κυβέρνηση.

Η ευρωπαϊκή πίεση
Η δημόσια αναφορά της Λάουρας Κοβέσι έδωσε διεθνή διάσταση στο πρόβλημα. Δεν πρόκειται απλώς για εσωτερικό ζήτημα ισορροπίας εξουσιών, αλλά για πιθανή παραβίαση του ευρωπαϊκού δικαίου. Αν η Ελλάδα επιλέγει να αγνοεί στοιχεία που αποστέλλονται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, τότε δεν τηρεί την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας που απορρέει από τις Συνθήκες της ΕΕ.
Το ενδεχόμενο αυτό εκθέτει τη χώρα όχι μόνο θεσμικά αλλά και πολιτικά, καθώς δημιουργεί την εικόνα ότι οι υπουργοί απολαμβάνουν προνομιακής μεταχείρισης και ότι η κυβέρνηση χρησιμοποιεί το Σύνταγμα ως ασπίδα για να αποφύγει ελέγχους. Μια εικόνα που υπονομεύει τη διεθνή αξιοπιστία της χώρας.

Οι φωνές της νομικής επιστήμης
Ο καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Σπύρος Βλαχόπουλος, τονίζει ότι η εμπλοκή της Βουλής σε ζητήματα ποινικής ευθύνης είναι βαθιά προβληματική. «Η Βουλή σκέφτεται πολιτικά, ενώ η ποινική ευθύνη υπουργών είναι καθαρά δικαστικό ζήτημα», σημειώνει. Για τον ίδιο, η λύση είναι ξεκάθαρη: η αρμοδιότητα πρέπει να περάσει στους δικαστές, όπως συμβαίνει στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.
Ο Νίκος Παπασπύρου, αναπληρωτής καθηγητής συνταγματικού δικαίου στο ΕΚΠΑ, επισημαίνει ότι το άρθρο 86 δεν απαγορεύει μόνο τη δίωξη χωρίς τη Βουλή, αλλά και την ίδια την προκαταρκτική διερεύνηση. Αυτό, σε συνδυασμό με τον νόμο περί ευθύνης υπουργών, οδηγεί σε παραλογισμούς. Όπως εξηγεί, οι δικαστικές αρχές δεν μπορούν να αξιολογήσουν στοιχεία για υπουργούς, ενώ ταυτόχρονα διερευνούν τους συμμετόχους τους. Δημιουργείται έτσι μια ανισορροπία που αντιβαίνει στην αρχή του κράτους δικαίου.
Και οι δύο καθηγητές συγκλίνουν στο ότι χρειάζεται συνταγματική αναθεώρηση. Μέχρι τότε, ο Παπασπύρου προτείνει ότι η Δικαιοσύνη θα μπορούσε να ερμηνεύσει το άρθρο 86 υπό το φως της αρχής του κράτους δικαίου και να προχωρά σε πράξεις που αποτρέπουν την απώλεια αποδεικτικών στοιχείων. Ωστόσο, παραδέχεται ότι η εμπειρία δεν έχει δείξει τέτοια διάθεση.

Το ζήτημα της εμπιστοσύνης στους θεσμούς
Πέρα από τη νομική συζήτηση, το άρθρο 86 επηρεάζει άμεσα την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς. Όταν οι πολίτες βλέπουν ότι για τους ίδιους αποφασίζουν τα δικαστικά όργανα, αλλά για τους υπουργούς αποφασίζει η Βουλή, δημιουργείται η αίσθηση ότι δεν υπάρχει ισονομία. Αυτό οδηγεί σε αποξένωση, απαξίωση της πολιτικής και ενίσχυση της δυσπιστίας απέναντι στη δημοκρατία.
Σε μια περίοδο που η κοινωνία ζητά λογοδοσία για τραγωδίες όπως αυτή των Τεμπών, η εικόνα μιας κυβέρνησης που χρησιμοποιεί το Σύνταγμα για να αποφύγει τον έλεγχο, εντείνει το αίσθημα αδικίας. Η αίσθηση ότι «οι υπουργοί δεν δικάζονται ποτέ» δεν είναι απλώς πολιτική φράση, αλλά πραγματικότητα που απορρέει από το θεσμικό πλαίσιο.

Συμπέρασμα: ώρα για αλλαγή
Το άρθρο 86, όπως εφαρμόζεται, δεν υπηρετεί πια τον σκοπό του. Ήταν ένα κατάλοιπο εποχών όπου η πολιτική και κοινοβουλευτική ευθύνη των υπουργών δεν είχε εδραιωθεί. Σήμερα, αντί να λειτουργεί ως εγγύηση διαφάνειας, αποτελεί εργαλείο συγκάλυψης. Η πολιτική εξουσία χρησιμοποιεί τη θεσμική ασπίδα για να αποφύγει τη λογοδοσία, ενώ η κοινωνία βυθίζεται στη δυσπιστία.
Η τροποποίηση του άρθρου είναι πλέον επιτακτική. Χρειάζεται ένα πλαίσιο όπου οι υπουργοί θα κρίνονται από δικαστές, όπως όλοι οι πολίτες. Ένα πλαίσιο που θα επιτρέπει τη διερεύνηση υποθέσεων χωρίς πολιτικά φίλτρα και «παζάρια». Μόνο έτσι μπορεί να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στους θεσμούς και να εμπεδωθεί η αρχή της ισότητας απέναντι στον νόμο.
Η δήλωση της Κοβέσι ήταν το καμπανάκι. Οι υποθέσεις των Τεμπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ ήταν η απόδειξη. Η μπάλα βρίσκεται πλέον στο γήπεδο της πολιτικής ηγεσίας. Αν πράγματι θέλουμε ένα κράτος δικαίου που δεν κάνει εξαιρέσεις, τότε η αλλαγή του άρθρου 86 δεν είναι απλώς ζητούμενο· είναι αναγκαία συνθήκη για να ξανακερδηθεί η χαμένη εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη και τη Δημοκρατία.

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια