Το ανεκπλήρωτο εθνικό χρέος: οι άταφοι Έλληνες στρατιώτες του 1940–41 στην Αλβανία

Η ιστορία των άταφων Ελλήνων στρατιωτών που έπεσαν στο αλβανικό έδαφος κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940–41 αποτελεί μία από τις πλέον αποσιωπημένες και ηθικά φορτισμένες πτυχές της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Πρόκειται για ένα ζήτημα που, αν και συνδέεται με τον ηρωισμό και τη θυσία χιλιάδων Ελλήνων στα πεδία των μαχών της Βορείου Ηπείρου, μεταπολεμικά περιβλήθηκε από αδιαφορία, άγνοια και γραφειοκρατική απραξία. Η υπόθεση των πεσόντων του 1940 δεν είναι απλώς μια υπόθεση στρατιωτικών λειψάνων· είναι κυρίως ένα ζήτημα συλλογικής μνήμης, ιστορικής δικαιοσύνης και εθνικής αυτογνωσίας.

Ιστορικό πλαίσιο και πολιτικές συνθήκες
Μετά την ιταλική επίθεση της 28ης Οκτωβρίου 1940, ο Ελληνικός Στρατός κατόρθωσε να απωθήσει τις ιταλικές δυνάμεις και να προελάσει μέσα στο αλβανικό έδαφος. Οι μάχες που ακολούθησαν στα υψώματα της Κορυτσάς, της Κλεισούρας, της Πρεμετής και της Τρεμπεσίνας υπήρξαν σφοδρές και αιματηρές. Χιλιάδες Έλληνες στρατιώτες σκοτώθηκαν, σε δύσβατα ορεινά πεδία, όπου οι συνθήκες δεν επέτρεψαν τη συλλογή και ταφή των νεκρών. Οι περισσότεροι ενταφιάστηκαν πρόχειρα, συχνά από συντρόφους τους ή από κατοίκους των γύρω χωριών, χωρίς μόνιμη σήμανση ή καταγραφή.
Η μεταπολεμική Ελλάδα, εξαντλημένη από την Κατοχή και τον Εμφύλιο, είχε στραμμένο το βλέμμα της αλλού. Η επανόρθωση των υλικών καταστροφών και η πολιτική σταθεροποίηση προείχαν από την περισυλλογή των νεκρών. Επιπλέον, η ένταση στις ελληνοαλβανικές σχέσεις, ιδίως μετά την επιβολή του καθεστώτος Ενβέρ Χότζα, καθιστούσε σχεδόν αδύνατη κάθε επαφή για τέτοια ζητήματα. Η Αλβανία, ευθυγραμμισμένη με το σοβιετικό και αργότερα το κινεζικό μπλοκ, διατηρούσε εμπόλεμη κατάσταση με την Ελλάδα μέχρι το 1987, γεγονός που πάγωσε κάθε δυνατότητα επίσημης παρέμβασης.

Η ελληνική αδιαφορία ως ιστορική ευθύνη
Παρά τις προφανείς δυσκολίες, η στάση του ελληνικού κράτους χαρακτηρίστηκε από παρατεταμένη αμέλεια. Όπως επισημαίνει ο Γεώργιος Σούρλας, για δεκαετίες δεν υπήρξε ούτε οργανωμένη υπηρεσία, ούτε πολιτική βούληση να επιλυθεί το ζήτημα. Η αδράνεια αυτή δεν εξηγείται μόνο από την ψυχροπολεμική συγκυρία· απορρέει και από την ίδια τη νοοτροπία του μεταπολεμικού ελληνικού κράτους, το οποίο αντιμετώπιζε την ιστορική μνήμη αποσπασματικά και συχνά εργαλειακά.
Χαρακτηριστική είναι η απάντηση του Γενικού Επιτελείου Στρατού το 1979 προς τον Πανηπειρωτικό Σύνδεσμο, όταν ζητήθηκε η περισυλλογή των οστών: «Δεν είναι πρακτικώς δυνατόν σήμερον να ευρίσκονται άταφοι, έστω και λείψανα πεσόντων…». Μια τέτοια γραφειοκρατική απάντηση αποκαλύπτει την απροθυμία των κρατικών μηχανισμών να αναλάβουν ευθύνη, αλλά και την έλλειψη συνείδησης ότι η τιμή στους νεκρούς αποτελεί θεμέλιο της εθνικής συνέχειας.
Η στάση αυτή συνεχίστηκε και στη δεκαετία του 1980, όταν, παρότι ήρθη το εμπόλεμο καθεστώς με την Αλβανία, η ελληνική κυβέρνηση δεν έθεσε το ζήτημα καν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ούτε ο Γεώργιος Ράλλης ούτε ο Ανδρέας Παπανδρέου ανέδειξαν το θέμα, παρά το γεγονός ότι και οι δύο προέρχονταν από πολιτικές γενιές που είχαν ζήσει τα γεγονότα του 1940. Η ομολογία του Ράλλη ότι «μόνο τώρα έλαβα γνώση του λυπηρού γεγονότος» είναι ενδεικτική μιας βαθύτερης θεσμικής αμνησίας που διαπερνά το ελληνικό πολιτικό σύστημα.

Η αλβανική πολιτική παραχάραξης
Από την άλλη πλευρά, το καθεστώς Χότζα επιδόθηκε σε συνειδητή αλλοίωση της ιστορικής μνήμης. Οι πρόχειροι τάφοι Ελλήνων στρατιωτών καταστράφηκαν, ενώ δημιουργήθηκαν ψεύτικα «νεκροταφεία Αλβανών αντιναζιστών» προκειμένου να ενισχυθεί ο μύθος της αλβανικής αντιστασιακής συμβολής. Στην πραγματικότητα, η Αλβανία του 1940 πολέμησε στο πλευρό των Ιταλών, με δικές της στρατιωτικές μονάδες, προσδοκώντας εδαφικά κέρδη σε βάρος της Ελλάδας. Η μετέπειτα προβολή της ως χώρας-νικήτριας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου υπήρξε κατασκευασμένο αφήγημα που εξυπηρετούσε την εσωτερική νομιμοποίηση του καθεστώτος.
Η πολιτική αυτή συνεχίστηκε και μετά την πτώση του κομμουνισμού, με πιο ήπιες μορφές. Αν και οι αλβανικές κυβερνήσεις μετά το 1991 επέδειξαν μεγαλύτερη ευελιξία, το ζήτημα των ελληνικών στρατιωτικών κοιμητηρίων παρέμεινε πεδίο πολιτικού παζαριού και εθνικής καχυποψίας. Το αλβανικό Υπουργείο Εξωτερικών πρότεινε αρχικά τη μεταφορά των οστών στην Ελλάδα, αποφεύγοντας να αναγνωρίσει ελληνική παρουσία μνήμης στο έδαφός του, ενώ το Υπουργείο Άμυνας εμφανίστηκε πιο συνεργάσιμο. Η έλλειψη ενιαίας στάσης στη γειτονική χώρα αντικατοπτρίζει και την αμφιθυμία της αλβανικής κοινωνίας απέναντι στην ελληνική ιστορική παρουσία στη Βόρειο Ήπειρο.

Οι πρώτες θετικές εξελίξεις
Η ουσιαστική πρόοδος σημειώθηκε μόλις τη δεκαετία του 1990. Η πτώση του καθεστώτος Χότζα και η δραστηριοποίηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας, υπό τον Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο, δημιούργησαν νέες προϋποθέσεις. Ο Αναστάσιος, με πνεύμα συμφιλίωσης και σεβασμού της μνήμης, ανέλαβε πρωτοβουλίες για τη δημιουργία στρατιωτικών κοιμητηρίων στους Βουλιαράτες και την Κλεισούρα, αναστηλώνοντας εκκλησίες και συγκεντρώνοντας οστά πεσόντων. Η δράση του υπήρξε καθοριστική όχι μόνο για θρησκευτικούς αλλά και για πολιτισμικούς λόγους, καθώς συνέβαλε στην αποκατάσταση μιας ιστορικής συνέχειας που είχε βίαια διακοπεί.
Το 2009 υπογράφηκε τελικά διμερής συμφωνία Ελλάδας–Αλβανίας για την ανεύρεση, εκταφή, ταυτοποίηση και ενταφιασμό των πεσόντων Ελλήνων στρατιωτικών. Η συμφωνία προέβλεπε τη δημιουργία δύο στρατιωτικών κοιμητηρίων και την καθιέρωση επίσημων τελετών μνήμης στις 28 Οκτωβρίου κάθε έτους. Κυρώθηκε από την αλβανική Βουλή το 2010, φαινομενικά κλείνοντας ένα ιστορικό κεφάλαιο.
Ωστόσο, η εφαρμογή της συνάντησε γραφειοκρατικά και πολιτικά εμπόδια. Η Μικτή Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων, που θα επέβλεπε τις διαδικασίες, συνεδρίασε ελάχιστες φορές και ουσιαστικά αδρανοποιήθηκε μετά το 2012. Έτσι, το «εθνικό χρέος» παρέμεινε εν μέρει ανεκπλήρωτο, επιβεβαιώνοντας ότι τα ιστορικά τραύματα δεν επουλώνονται με συμφωνίες αλλά με συνεχή πολιτική βούληση.

Τα στρατιωτικά κοιμητήρια ως τόποι μνήμης
Το κοιμητήριο των Βουλιαρατών, στην καρδιά της ελληνικής μειονότητας, αποτελεί σήμερα έναν από τους σημαντικότερους τόπους μνήμης του ελληνοϊταλικού πολέμου. Ο ναός της Αγίας Σκέπης και τα 175 οστεοφυλάκια συνιστούν σύμβολο συλλογικής τιμής και ταυτόχρονα υπενθύμιση της ιστορικής παρουσίας του ελληνισμού στη Βόρειο Ήπειρο. Κάθε χρόνο, στις 28 Οκτωβρίου, τελούνται επιμνημόσυνες δεήσεις με τη συμμετοχή συγγενών πεσόντων, Ελλήνων αξιωματούχων και τοπικών κατοίκων.
Αντίστοιχα, το κοιμητήριο της Κλεισούρας, κοντά στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου, θυμίζει τις σκληρές μάχες που διεξήχθησαν στην περιοχή. Η συγκέντρωση και ταφή των οστών έγινε με κόπο, χάρη κυρίως στη συνδρομή των ντόπιων και στην πρωτοβουλία της Εκκλησίας. Αξιοσημείωτο είναι ότι ακόμη και οι Ιταλοί, μετά τον πόλεμο, σεβόμενοι τους αντιπάλους τους, σημείωναν με πινακίδες «Άγνωστος Έλλην Πολεμιστής» τα οστά που εντόπιζαν. Η αντίθεση ανάμεσα στον σεβασμό του «εχθρού» και στην αδιαφορία του ελληνικού κράτους είναι αποκαλυπτική.

Το πρόβλημα της αλβανικής στάσης μετά το 2010
Παρά τις επίσημες συμφωνίες, η στάση της αλβανικής κυβέρνησης υπήρξε συχνά αντιφατική και επιφυλακτική. Οι ελληνικές πρωτοβουλίες αντιμετωπίστηκαν με καθυστερήσεις, προσκόμματα και περιορισμούς. Η αναγνώριση του κοιμητηρίου των Βουλιαρατών ως «ιστορικού» το 2017 ήταν μεν θετική, αλλά περισσότερο συμβολική παρά ουσιαστική. Παράλληλα, η ρητορική ορισμένων Αλβανών πολιτικών, με κορυφαίο τον πρωθυπουργό Έντι Ράμα, επιβαρύνει το κλίμα, καθώς προβάλλει εθνικιστικές και ανθελληνικές θέσεις, ιδίως σε περιόδους εσωτερικής έντασης στην Αλβανία.
Το θέμα των κοιμητηρίων χρησιμοποιήθηκε αρκετές φορές ως μέσο πολιτικής πίεσης απέναντι στην Ελλάδα, κυρίως όταν η Αθήνα έθετε ζήτημα σεβασμού των δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας. Στην πράξη, το αίτημα των συγγενών των πεσόντων να επισκεφθούν ελεύθερα τους τάφους ή να συμμετάσχουν σε τελετές δεν ικανοποιήθηκε ποτέ πλήρως.

Η στάση της ελληνικής διπλωματίας
Η ελληνική εξωτερική πολιτική, αν και μετά το 2000 επέδειξε μεγαλύτερη δραστηριότητα, εξακολουθεί να κινείται σπασμωδικά και χωρίς σταθερή στρατηγική. Οι πιέσεις προς τα Τίρανα ήταν κατά κανόνα συγκυριακές και συνδεδεμένες με την ενταξιακή πορεία της Αλβανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η σύνδεση του ζητήματος με την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας αποτέλεσε ένα από τα ελάχιστα αποτελεσματικά εργαλεία που διαθέτει η Αθήνα, ωστόσο χρησιμοποιήθηκε περιορισμένα.
Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στην έλλειψη συνέχειας: κάθε κυβέρνηση αντιμετώπιζε το θέμα ως ζήτημα “χαμηλής προτεραιότητας”, το οποίο μπορούσε να αναβληθεί επ’ αόριστον. Έτσι, ενώ η Ελλάδα εμφανίζεται συχνά ως υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων διεθνώς, αδυνατεί να διασφαλίσει το αυτονόητο δικαίωμα μνήμης για τους δικούς της πεσόντες.

Ιστορική και ηθική διάσταση του ζητήματος
Το ζήτημα των άταφων του 1940 υπερβαίνει τα όρια μιας ελληνοαλβανικής διένεξης. Αγγίζει βαθύτερα ζητήματα σεβασμού προς τους νεκρούς και προς την ιστορική αλήθεια. Στον ελληνικό πολιτισμό, από την αρχαιότητα έως σήμερα, η ταφή των πεσόντων θεωρείται ιερό καθήκον. Ο Σοφοκλής στην Αντιγόνη ανέδειξε το χρέος προς τον νεκρό ως υπέρτερο κάθε πολιτικής σκοπιμότητας. Η παράλειψη ταφής των Ελλήνων στρατιωτών του 1940 αντιβαίνει όχι μόνο σε ηθικούς κανόνες, αλλά και στην ίδια την πολιτισμική ταυτότητα του ελληνισμού.
Η αδιαφορία δεκαετιών δημιουργεί ένα τραύμα μνήμης. Οι απόγονοι των πεσόντων δεν διεκδικούν εκδίκηση ή πολιτικά οφέλη, αλλά απλώς τη δυνατότητα να ανάψουν ένα κερί στους τάφους των προγόνων τους. Η σιωπή του κράτους, ακόμη και μετά από δεκάδες αναφορές και αιτήματα, ισοδυναμεί με αποκοπή από τις ρίζες της συλλογικής μνήμης.

Ο ρόλος της κοινωνίας των πολιτών και της Εκκλησίας
Αν κάτι κρατά ζωντανό το ζήτημα, αυτό είναι η επιμονή των συγγενών, των αποστράτων, των βορειοηπειρωτικών οργανώσεων και της Εκκλησίας. Οι πρωτοβουλίες του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου, καθώς και προσώπων όπως ο Γεώργιος Σούρλας, αναδεικνύουν πώς η κοινωνία των πολιτών μπορεί να καλύψει το κενό ενός αδρανούς κράτους. Η συλλογή οστών, η ανέγερση ναών και μνημείων, η διοργάνωση τελετών και η πίεση προς τις κυβερνήσεις συνιστούν μορφές ενεργής ιστορικής μνήμης που αντιστέκεται στη λήθη.

Συμπεράσματα και προοπτικές
Ογδόντα πέντε χρόνια μετά το έπος του 1940, το ζήτημα των άταφων Ελλήνων στρατιωτών στην Αλβανία εξακολουθεί να αιωρείται ως ανεκπλήρωτο εθνικό χρέος. Παρά τις επίσημες συμφωνίες, την ηθική ευαισθητοποίηση και την πρόοδο σε ορισμένες περιπτώσεις, μεγάλο μέρος των πεσόντων παραμένει ακόμη άταφο ή αγνώριστο.
Η ιστορία αυτή αποκαλύπτει τις αντιφάσεις της νεοελληνικής πολιτείας: από τη μία, ηρωοποιεί το έπος του ’40, προβάλλοντας το ως θεμέλιο της εθνικής υπερηφάνειας· από την άλλη, αδυνατεί να τιμήσει εμπράκτως εκείνους που το δημιούργησαν. Η αναζήτηση και ταφή των πεσόντων δεν είναι απλώς ζήτημα αρχείου ή συμβολισμού, αλλά ένδειξη πολιτισμού και αυτοσεβασμού.

Η επίλυση του ζητήματος απαιτεί συντονισμένες ενέργειες:
  • συνέχιση των εκταφών και ταυτοποιήσεων με σύγχρονες μεθόδους DNA·
  • διαρκή λειτουργία της Μικτής Επιτροπής Ελλάδας–Αλβανίας·
  • ενσωμάτωση του θέματος στις διμερείς σχέσεις και στα ευρωπαϊκά πλαίσια, ώστε να υπάρξει διεθνής εγγύηση σεβασμού·
  • και, κυρίως, εκπαίδευση των νεότερων γενεών στη σημασία της ιστορικής μνήμης και του σεβασμού των νεκρών.
Η μνήμη των πεσόντων της Βορείου Ηπείρου δεν αφορά μόνο την Ελλάδα ή την Αλβανία, αλλά ολόκληρη την Ευρώπη. Σε έναν αιώνα που σημαδεύτηκε από πολέμους και εθνικισμούς, η ταφή των νεκρών και η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας αποτελούν πράξη ειρήνης και συμφιλίωσης. Το ελληνικό κράτος έχει την ηθική υποχρέωση να ολοκληρώσει αυτή την πορεία, όχι μόνο για λόγους πατριωτικούς, αλλά για να αποδείξει ότι ο σεβασμός προς τη μνήμη είναι θεμέλιο κάθε δημοκρατικής κοινωνίας.
Όπως θα έλεγε ο Θουκυδίδης στον Επιτάφιο του Περικλή, «το κάλλιστον μνημείον των ανδρών το κοινόν της πόλεως»· και πράγματι, η ίδια η πολιτεία οφείλει να γίνει το μνημείο των ηρώων της, όχι με λόγια, αλλά με έργα. Μέχρι να αναπαυθούν όλοι οι πεσόντες του 1940 στα χώματα όπου έδωσαν τη ζωή τους, η ιστορική δικαιοσύνη της Ελλάδας θα παραμένει ελλιπής.

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια