Η πρόσφατη δημόσια παρέμβαση του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή, στην εκδήλωση προς τιμήν της Άννας Ψαρούδα-Μπενάκη στην Παλαιά Βουλή, δεν ήταν μια τυπική πολιτική τοποθέτηση. Ήταν ένα σαφές μήνυμα θεσμικής ανησυχίας, μια προειδοποίηση για τη δημοκρατία, την οποία ο ίδιος υπηρέτησε σε κρίσιμες περιόδους. Με λόγο μετρημένο αλλά αιχμηρό, ο Καραμανλής μίλησε για κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς και προειδοποίησε ότι, αν η κατάσταση δεν αλλάξει, η χώρα κινδυνεύει να οδηγηθεί σε «μείζονα θεσμική κρίση» και, τελικά, σε «πολιτική κρίση πρώτου μεγέθους».
Στην ομιλία του, ο πρώην πρωθυπουργός έκανε μια σαφή διάκριση ανάμεσα σε εκείνους που προσεγγίζουν την πολιτική ως πεδίο εξουσίας και προσωπικής προβολής και σε εκείνους που βλέπουν σε αυτήν την ευκαιρία να προσφέρουν στον τόπο και τους συμπολίτες τους. «Υπάρχουν αυτοί που τους σαγηνεύει η δύναμη της επιβολής και ο προσπορισμός υλικού οφέλους», είπε χαρακτηριστικά, για να προσθέσει με νόημα ότι η πολιτική πρέπει να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και όχι την ιδιοτέλεια.
Το επίκεντρο της παρέμβασής του, ωστόσο, ήταν η λειτουργία των θεσμών και του κράτους δικαίου. Ο Καραμανλής μίλησε για μια κοινωνία που δυσπιστεί, για πολίτες που νιώθουν ότι οι ευαίσθητοι θεσμοί χειραγωγούνται, ότι το Κοινοβούλιο υποβαθμίζεται και ότι οι κυβερνήσεις αδυνατούν να κατανοήσουν τις αγωνίες της κοινωνίας. Όταν αυτά συμβαίνουν, τόνισε, «έχουμε κρίση απονομιμοποίησης, κρίση αμφισβήτησης και απαξίωσης του πολιτικού συστήματος».
Η παρατήρησή του δεν περιορίστηκε στην ελληνική πραγματικότητα. Αναγνώρισε ότι η κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς είναι διεθνές φαινόμενο, που πλήττει πολλές δημοκρατίες της Δύσης. Όμως, στην Ελλάδα –όπως υπογράμμισε– η κατάσταση είναι πιο επικίνδυνη, καθώς οι θεσμικές κρίσεις, λόγω των γεωπολιτικών συνθηκών και της ιστορικής ευαισθησίας της χώρας, συχνά συμπίπτουν με εθνικές κρίσεις.
Η παρέμβαση αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος, γιατί προέρχεται από έναν πολιτικό που σπάνια μιλά δημοσίως. Ο Καραμανλής έχει αποφύγει τη μικροπολιτική αντιπαράθεση και κάθε φορά που τοποθετείται, το κάνει με τρόπο θεσμικό και στοχευμένο. Δεν είναι τυχαίο ότι η χθεσινή του ομιλία ήρθε σε μια στιγμή όπου η κοινωνική κόπωση και η δυσπιστία απέναντι στην πολιτική εξουσία αυξάνονται, ενώ η συζήτηση για το κράτος δικαίου και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης επανέρχεται στο προσκήνιο.
Οι αντιδράσεις ήταν αναμενόμενες. Κυβερνητικές πηγές προσπάθησαν να υποβαθμίσουν την κριτική, χαρακτηρίζοντας τις επισημάνσεις του «επίκαιρες», ενώ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πολλοί πολίτες είδαν στην παρέμβαση αυτή μια «φωνή λογικής» μέσα σε ένα πολιτικό περιβάλλον που δείχνει ολοένα και πιο αποξενωμένο από τις κοινωνικές ανάγκες. Παράλληλα, ορισμένοι εντός της Νέας Δημοκρατίας θεώρησαν ότι οι δηλώσεις του πρώην πρωθυπουργού στέλνουν ένα ξεκάθαρο μήνυμα προς το Μέγαρο Μαξίμου: ότι η διαφύλαξη των θεσμών είναι προϋπόθεση πολιτικής σταθερότητας, όχι πολυτέλεια.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν η παρέμβαση Καραμανλή θα οδηγήσει σε θεσμική αυτοκριτική και αλλαγές ή αν θα χαθεί μέσα στον επικοινωνιακό θόρυβο. Γιατί, όπως τόνισε και ο ίδιος, «η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών απαιτεί εργώδη και τιτάνια προσπάθεια». Αν η κυβέρνηση επιλέξει να ακούσει το μήνυμα, ίσως βρει μια ευκαιρία να ενισχύσει τη δημοκρατική αξιοπιστία της. Αν το αγνοήσει, ο κίνδυνος της πολιτικής κρίσης που περιέγραψε ο πρώην πρωθυπουργός δεν θα είναι πια θεωρητικός, αλλά απολύτως πραγματικός.
Στην ομιλία του, ο πρώην πρωθυπουργός έκανε μια σαφή διάκριση ανάμεσα σε εκείνους που προσεγγίζουν την πολιτική ως πεδίο εξουσίας και προσωπικής προβολής και σε εκείνους που βλέπουν σε αυτήν την ευκαιρία να προσφέρουν στον τόπο και τους συμπολίτες τους. «Υπάρχουν αυτοί που τους σαγηνεύει η δύναμη της επιβολής και ο προσπορισμός υλικού οφέλους», είπε χαρακτηριστικά, για να προσθέσει με νόημα ότι η πολιτική πρέπει να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και όχι την ιδιοτέλεια.
Το επίκεντρο της παρέμβασής του, ωστόσο, ήταν η λειτουργία των θεσμών και του κράτους δικαίου. Ο Καραμανλής μίλησε για μια κοινωνία που δυσπιστεί, για πολίτες που νιώθουν ότι οι ευαίσθητοι θεσμοί χειραγωγούνται, ότι το Κοινοβούλιο υποβαθμίζεται και ότι οι κυβερνήσεις αδυνατούν να κατανοήσουν τις αγωνίες της κοινωνίας. Όταν αυτά συμβαίνουν, τόνισε, «έχουμε κρίση απονομιμοποίησης, κρίση αμφισβήτησης και απαξίωσης του πολιτικού συστήματος».
Η παρατήρησή του δεν περιορίστηκε στην ελληνική πραγματικότητα. Αναγνώρισε ότι η κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς είναι διεθνές φαινόμενο, που πλήττει πολλές δημοκρατίες της Δύσης. Όμως, στην Ελλάδα –όπως υπογράμμισε– η κατάσταση είναι πιο επικίνδυνη, καθώς οι θεσμικές κρίσεις, λόγω των γεωπολιτικών συνθηκών και της ιστορικής ευαισθησίας της χώρας, συχνά συμπίπτουν με εθνικές κρίσεις.
Η παρέμβαση αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος, γιατί προέρχεται από έναν πολιτικό που σπάνια μιλά δημοσίως. Ο Καραμανλής έχει αποφύγει τη μικροπολιτική αντιπαράθεση και κάθε φορά που τοποθετείται, το κάνει με τρόπο θεσμικό και στοχευμένο. Δεν είναι τυχαίο ότι η χθεσινή του ομιλία ήρθε σε μια στιγμή όπου η κοινωνική κόπωση και η δυσπιστία απέναντι στην πολιτική εξουσία αυξάνονται, ενώ η συζήτηση για το κράτος δικαίου και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης επανέρχεται στο προσκήνιο.
Οι αντιδράσεις ήταν αναμενόμενες. Κυβερνητικές πηγές προσπάθησαν να υποβαθμίσουν την κριτική, χαρακτηρίζοντας τις επισημάνσεις του «επίκαιρες», ενώ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πολλοί πολίτες είδαν στην παρέμβαση αυτή μια «φωνή λογικής» μέσα σε ένα πολιτικό περιβάλλον που δείχνει ολοένα και πιο αποξενωμένο από τις κοινωνικές ανάγκες. Παράλληλα, ορισμένοι εντός της Νέας Δημοκρατίας θεώρησαν ότι οι δηλώσεις του πρώην πρωθυπουργού στέλνουν ένα ξεκάθαρο μήνυμα προς το Μέγαρο Μαξίμου: ότι η διαφύλαξη των θεσμών είναι προϋπόθεση πολιτικής σταθερότητας, όχι πολυτέλεια.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν η παρέμβαση Καραμανλή θα οδηγήσει σε θεσμική αυτοκριτική και αλλαγές ή αν θα χαθεί μέσα στον επικοινωνιακό θόρυβο. Γιατί, όπως τόνισε και ο ίδιος, «η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών απαιτεί εργώδη και τιτάνια προσπάθεια». Αν η κυβέρνηση επιλέξει να ακούσει το μήνυμα, ίσως βρει μια ευκαιρία να ενισχύσει τη δημοκρατική αξιοπιστία της. Αν το αγνοήσει, ο κίνδυνος της πολιτικής κρίσης που περιέγραψε ο πρώην πρωθυπουργός δεν θα είναι πια θεωρητικός, αλλά απολύτως πραγματικός.
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών