Η ιστορία της Ελλάδας στον 20ό αιώνα είναι μια αλληλουχία νικών και τραγωδιών που συχνά συνυπάρχουν στο ίδιο γεγονός. Από το έπος του ’40 μέχρι τον Εμφύλιο, ο ελληνικός λαός κατόρθωσε να αναδειχθεί σε σύμβολο ηρωισμού και ταυτόχρονα να βυθιστεί στην εσωτερική διχόνοια. Το αποκορύφωμα αυτής της αντίφασης ενσαρκώνεται στα Δεκεμβριανά του 1944, τη σφαγή που ακολούθησε την απελευθέρωση της Αθήνας και σηματοδότησε την απαρχή του Εμφυλίου Πολέμου.
Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ, ο πολιτικός που έμεινε στην παγκόσμια μνήμη ως «πατέρας της νίκης» των Συμμάχων, υπήρξε επίσης ο άνθρωπος που, στο τέλος του πολέμου, έδωσε το πράσινο φως για την ένοπλη βρετανική επέμβαση στην πρωτεύουσα μιας χώρας που μόλις είχε απαλλαγεί από τη ναζιστική κατοχή. Το παράδοξο αυτό δεν είναι απλώς μια ιστορική λεπτομέρεια· είναι το σύμβολο του πώς η μεταπολεμική Ευρώπη οικοδομήθηκε όχι πάνω στην ελευθερία των λαών, αλλά πάνω στους νέους συσχετισμούς δύναμης που γέννησε ο Ψυχρός Πόλεμος, προτού καν αυτός αρχίσει επίσημα.
Η Ελλάδα στο τέλος του πολέμου
Όταν οι Γερμανοί εγκατέλειψαν την Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 1944, η χώρα βρισκόταν σε κατάσταση ερείπωσης. Η πείνα είχε θερίσει, οι υποδομές ήταν κατεστραμμένες και η κοινωνία διαλυμένη. Ωστόσο, μέσα από την Κατοχή είχε αναδυθεί ένα τεράστιο λαϊκό κίνημα: το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ), με τον στρατιωτικό του βραχίονα, τον ΕΛΑΣ.
Το ΕΑΜ δεν ήταν ένα αποκλειστικά κομμουνιστικό μόρφωμα, όπως αργότερα παρουσιάστηκε. Ήταν ένας ευρύς συνασπισμός δημοκρατικών, σοσιαλιστών, ριζοσπαστών και απλών πολιτών που πάλευαν για εθνική απελευθέρωση και κοινωνική δικαιοσύνη. Ο ρόλος του στην Αντίσταση ήταν καθοριστικός· στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας, ο ΕΛΑΣ αποτελούσε την ουσιαστική εξουσία.
Την ίδια ώρα, στο εξωτερικό, υπήρχε η εξόριστη κυβέρνηση του Καΐρου, υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, η οποία είχε ελάχιστη επαφή με την πραγματικότητα της κατεχόμενης Ελλάδας. Οι Βρετανοί τη στήριζαν ως τη μόνη «νόμιμη» κυβέρνηση, παρότι δεν διέθετε λαϊκό έρεισμα.
Η απελευθέρωση της Αθήνας, αντί να σημάνει την ενότητα, ανέδειξε τη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τη μεταπολεμική Ελλάδα: από τη μια, εκείνη των λαϊκών δυνάμεων του ΕΑΜ που οραματίζονταν μια δημοκρατική Ελλάδα με κοινωνική ισότητα· από την άλλη, εκείνη της παραδοσιακής πολιτικής και μοναρχικής ελίτ, που επιζητούσε την επιστροφή στην προπολεμική «τάξη» με τη στήριξη των Άγγλων.
Η Διάσκεψη του Λιβάνου: η αρχή της υποχώρησης
Η πρώτη ουσιαστική πράξη του μεταπολεμικού δράματος ήταν η Διάσκεψη του Λιβάνου (17–20 Μαΐου 1944). Εκεί, υπό την αυστηρή εποπτεία των Άγγλων, όλες οι ελληνικές πολιτικές παρατάξεις συμφώνησαν στη συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου.
Το ΕΑΜ συμμετείχε καλόπιστα, ελπίζοντας ότι η ενότητα θα εξασφάλιζε μια ομαλή μετάβαση στη δημοκρατία. Ήταν, όμως, μια παγίδα. Οι Άγγλοι επιδίωκαν να περιορίσουν τη δύναμη του ΕΑΜ και να αποτρέψουν τη δημιουργία ανεξάρτητης λαϊκής εξουσίας. Ήδη ο Τσόρτσιλ είχε συμφωνήσει με τον Στάλιν ότι η Ελλάδα θα ανήκε στη βρετανική σφαίρα επιρροής, με «90% επιρροή για την Αγγλία και 10% για τη Σοβιετική Ένωση».
Το ΚΚΕ και το ΕΑΜ, παρά τις επιφυλάξεις τους, δέχθηκαν να συμμετάσχουν στην κυβέρνηση. Ήταν η πρώτη μεγάλη υποχώρηση του ελληνικού λαϊκού κινήματος – μια απόφαση που θα αποδεικνυόταν μοιραία.
Ο φόβος των Άγγλων και η επιστροφή των δωσιλόγων
Η απελευθέρωση δεν έφερε μόνο χαρά, αλλά και φόβο στους Βρετανούς. Ο Τσόρτσιλ γνώριζε ότι το ΕΑΜ διέθετε τεράστια λαϊκή στήριξη και, εάν το επιθυμούσε, θα μπορούσε να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας χωρίς ξένη παρέμβαση. Αυτό, όμως, θα σήμαινε ότι η Ελλάδα θα ξέφευγε από τον βρετανικό έλεγχο.
Έτσι, οι Άγγλοι αποφάσισαν να στηρίξουν τις παλιές δυνάμεις του καθεστώτος —τους μοναρχικούς, τους αξιωματικούς των Ταγμάτων Ασφαλείας και τους συνεργάτες των Γερμανών— ανθρώπους που, παρά τον δωσιλογισμό τους, θεωρούνταν «σίγουροι» αντικομμουνιστές.
Η απόδραση των 720 δωσίλογων από τις φυλακές Συγγρού τον Νοέμβριο του 1944 δεν ήταν τυχαία. Πολλοί απ’ αυτούς εντάχθηκαν στην Οργάνωση Χ του Γεωργίου Γρίβα, που συνεργάστηκε στενά με τους Άγγλους κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών. Έτσι, μέσα σε λίγες εβδομάδες, εκείνοι που είχαν συνεργαστεί με τους κατακτητές έγιναν «πατριώτες» στα μάτια των συμμάχων, ενώ οι αγωνιστές της Αντίστασης χαρακτηρίστηκαν «επικίνδυνοι μπολσεβίκοι».
Το δίλημμα της εξουσίας και το γράμμα του Τσόρτσιλ
Ο Τσόρτσιλ, βλέποντας ότι η κατάσταση στην Ελλάδα μπορούσε να ξεφύγει από τον έλεγχο, αποφάσισε να δράσει προληπτικά. Σε επιστολή του προς τον υπουργό Εξωτερικών, δήλωνε ξεκάθαρα:
«Δεν μπορούμε να αφήσουμε το ΕΑΜ να μας χαλάσει τη δουλειά. Αν χρειαστεί, θα χρησιμοποιήσουμε βρετανικά στρατεύματα για να υποστηρίξουμε την κυβέρνηση Παπανδρέου».
Το πρόβλημα ήταν ότι το ΕΑΜ, παρά τη δύναμή του, δεν επιθυμούσε εμφύλιο. Ο ΕΛΑΣ παρέμενε πειθαρχημένος και προσεκτικός. Ωστόσο, η συνεχιζόμενη πίεση για παράδοση των όπλων και ο αποκλεισμός του από την εξουσία όξυναν την ένταση.
Στις 1 Δεκεμβρίου 1944, ο στρατηγός Ρόλαντ Σκόμπι, επικεφαλής των βρετανικών δυνάμεων στην Ελλάδα, εξέδωσε διαταγή που απαιτούσε από όλες τις αντιστασιακές ομάδες να παραδώσουν τα όπλα τους έως τις 10 Δεκεμβρίου. Η εντολή αυτή αντιμετωπίστηκε από το ΕΑΜ ως πρόκληση. Τα έξι μέλη του που συμμετείχαν στην κυβέρνηση παραιτήθηκαν, καταγγέλλοντας την παραβίαση της συμφωνίας εθνικής ενότητας.
Η σπίθα της εξέγερσης
Το ΕΑΜ αποφάσισε να οργανώσει ειρηνική διαδήλωση στο κέντρο της Αθήνας, στις 3 Δεκεμβρίου 1944, ενάντια στον αφοπλισμό. Η κυβέρνηση αρχικά την ενέκρινε, αλλά τη νύχτα της 2ας Δεκεμβρίου την απαγόρευσε, θεωρώντας τη «επαναστατική πράξη».
Το πρωί της Κυριακής, πλήθη πολιτών κατέκλυσαν το Σύνταγμα. Ήταν μια λαοθάλασσα, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι όλων των ηλικιών. Το σύνθημα ήταν απλό: «Όχι άλλη κατοχή».
Όταν οι διαδηλωτές κατέθεσαν στεφάνια στον Άγνωστο Στρατιώτη, δέχθηκαν πυρά από τις ταράτσες της Αστυνομίας και της Βουλής. Η πρώτη ριπή έριξε κάτω δεκάδες νεκρούς. Μέχρι το βράδυ, 28 άτομα είχαν σκοτωθεί. Την επόμενη ημέρα, στην κηδεία των θυμάτων, η Αθήνα γέμισε ξανά από ανθρώπους που τραγουδούσαν το «Επέσατε θύματα». Η πορεία μετατράπηκε σε νέα σφαγή· οι πυροβολισμοί συνεχίστηκαν, και ο αριθμός των νεκρών ξεπέρασε τους εκατό.
Η βία εκείνης της ημέρας δεν ήταν τυχαία. Στα παράθυρα πολλών κτιρίων είχαν πάρει θέση Χίτες και παρακρατικοί, που πυροβολούσαν κατά του άοπλου πλήθους. Οι Άγγλοι στρατιώτες παρέμειναν απαθείς, ενώ η κυβέρνηση Παπανδρέου κατηγόρησε το ΕΑΜ για «προδοσία».
Η μάχη της Αθήνας
Την επόμενη ημέρα, ο στρατηγός Σκόμπι κήρυξε στρατιωτικό νόμο και διέταξε τον ΕΛΑΣ να αποχωρήσει από την πρωτεύουσα εντός 24 ωρών. Ο ΕΛΑΣ απάντησε με την κατάληψη αστυνομικών τμημάτων και κυβερνητικών κτιρίων.
Η Αθήνα μετατράπηκε σε πεδίο μάχης. Από τη μια πλευρά, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ, κυρίως νεαροί μαχητές και λαϊκές πολιτοφυλακές· από την άλλη, οι Άγγλοι, η Αστυνομία, οι ταγματασφαλίτες και οι μονάδες της Οργάνωσης Χ.
Οι μάχες κράτησαν 33 ημέρες, από τις 3 Δεκεμβρίου 1944 έως τις 6 Ιανουαρίου 1945. Οι Άγγλοι χρησιμοποίησαν βαρύ οπλισμό, άρματα και αεροπορία μέσα στην ίδια την Αθήνα, βομβαρδίζοντας συνοικίες όπως τα Πετράλωνα και το Παγκράτι. Ο απολογισμός ήταν τραγικός: χιλιάδες νεκροί και τραυματίες, ενώ η πόλη καταστράφηκε ξανά μέσα σε λίγες εβδομάδες ελευθερίας.
Ο Τσόρτσιλ έφτασε στην Αθήνα παραμονή Χριστουγέννων, επιδεικνύοντας την αποφασιστικότητά του. Η επίσκεψή του είχε διπλό στόχο: να διασφαλίσει τον βρετανικό έλεγχο και να δώσει πολιτική κάλυψη στην επέμβαση. Συγκάλεσε διάσκεψη στις 26 Δεκεμβρίου στο Υπουργείο Εξωτερικών, στην οποία συμμετείχαν και εκπρόσωποι του ΕΑΜ. Οι τελευταίοι, υποτιμώντας την κατάσταση, ζήτησαν υπερβολικά ποσοστά συμμετοχής στην κυβέρνηση, προσφέροντας στον Τσόρτσιλ το πρόσχημα ότι το ΕΑΜ «επιζητούσε την εξουσία».
Η παρέμβαση του Τσόρτσιλ υπήρξε καταλυτική. Μετά τη διάσκεψη, ορίστηκε αντιβασιλέας ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, ενώ ο Νικόλαος Πλαστήρας ανέλαβε πρωθυπουργός. Η ήττα του ΕΑΜ ήταν πια δεδομένη.
Η Συμφωνία της Βάρκιζας και η «λευκή τρομοκρατία»
Μετά την αποχώρηση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ από την Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 1945 υπογράφηκε η Συμφωνία της Βάρκιζας. Το ΕΑΜ και το ΚΚΕ, εξαντλημένα, αποδέχθηκαν τον αφοπλισμό με αντάλλαγμα την υπόσχεση για αμνηστία και ελεύθερες εκλογές.
Η υπόσχεση αυτή δεν τηρήθηκε ποτέ. Αντίθετα, ξεκίνησε μια περίοδος ανελέητων διώξεων, γνωστή ως Λευκή Τρομοκρατία. Χιλιάδες πρώην αγωνιστές της Αντίστασης φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν ή εκτελέστηκαν, ενώ οι συνεργάτες των Γερμανών κυκλοφορούσαν ελεύθεροι και πολλοί επέστρεψαν στις θέσεις εξουσίας.
Ο διχασμός ήταν πια βαθύς και μη αναστρέψιμος. Μόλις έναν χρόνο αργότερα, το 1946, η χώρα βυθίστηκε στον Εμφύλιο Πόλεμο, που θα διαρκούσε έως το 1949 και θα άφηνε πίσω του μια Ελλάδα κατεστραμμένη, πολιτικά διχασμένη και κοινωνικά φοβισμένη.
Ο Τσόρτσιλ και η ευρωπαϊκή μπλόφα
Η στάση του Τσόρτσιλ στα ελληνικά γεγονότα δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένα. Αντικατοπτρίζει τη στρατηγική της Μεγάλης Βρετανίας να διατηρήσει επιρροή στη Μεσόγειο, ακόμη και με το τίμημα της βίας.
Ο ίδιος ο Τσόρτσιλ, στο ημερολόγιό του, σημείωσε:
«Προτιμώ να κατηγορηθώ για χρήση υπερβολικής βίας, παρά να αφήσω την Αθήνα στα χέρια των κομμουνιστών».
Ήταν μια μπλόφα υψηλού ρίσκου. Με λίγες βρετανικές δυνάμεις στην Ελλάδα και τον πόλεμο ακόμη σε εξέλιξη στην Ευρώπη, ο Τσόρτσιλ πόνταρε στο ότι το ΕΑΜ δεν θα αντιστεκόταν μαζικά. Πόνταρε σωστά, αλλά το τίμημα το πλήρωσε ο ελληνικός λαός.
Η βρετανική πολιτική στην Ελλάδα αποτέλεσε πρότυπο για τις μεταπολεμικές επεμβάσεις: συνδυασμός στρατιωτικής βίας και πολιτικής χειραγώγησης. Και αν τότε το πρόσχημα ήταν ο αντικομμουνισμός, αργότερα οι ίδιες λογικές επανεμφανίστηκαν με άλλες μορφές – από την οικονομική εξάρτηση έως την πολιτική υποτέλεια.
Το ανθρώπινο πρόσωπο της τραγωδίας
Πέρα όμως από τη γεωπολιτική και τις συμφωνίες, τα Δεκεμβριανά είναι, πάνω απ’ όλα, μια ανθρώπινη τραγωδία. Οι περιγραφές των ημερών εκείνων είναι συγκλονιστικές. Η Άλκη Ζέη, αυτόπτης μάρτυρας παιδί τότε, θυμόταν:
«Η πιο ωραία μέρα ήταν εκείνη της απελευθέρωσης. Αλλά δεν κράτησε ούτε πενήντα μέρες η χαρά».
Η ελπίδα μετατράπηκε σε τρόμο. Οι δρόμοι της Αθήνας γέμισαν αίμα, οι πολίτες κρύβονταν στα υπόγεια, ενώ η πόλη που μόλις είχε σωθεί από τους Γερμανούς καταστρεφόταν ξανά από τους «συμμάχους».Το τραγούδι “Επέσατε θύματα” έγινε ύμνος μιας χαμένης άνοιξης. Οι νεκροί της 3ης Δεκεμβρίου δεν ήταν στρατιώτες, αλλά άμαχοι – γυναίκες, εργάτες, παιδιά. Ήταν οι ίδιοι άνθρωποι που λίγο νωρίτερα είχαν χειροκροτήσει τους Άγγλους όταν μπήκαν στην Αθήνα.
Ιστορικός απολογισμός και πολιτική κληρονομιά
Τα Δεκεμβριανά δεν υπήρξαν ένα «λάθος του λαού», όπως συχνά παρουσιάστηκε, αλλά ένα προμελετημένο σχέδιο ξένων δυνάμεων για τον έλεγχο της χώρας. Το ΕΑΜ, παρότι ηττήθηκε στρατιωτικά, κέρδισε ένα ηθικό κύρος που επιβίωσε για δεκαετίες. Ήταν η απόδειξη ότι ο ελληνικός λαός μπορούσε να αυτοοργανωθεί, να παράγει πολιτική και να διεκδικήσει δικαιοσύνη.
Ο Εμφύλιος που ακολούθησε αποτέλεσε τη συνέχεια του Δεκέμβρη με άλλα μέσα. Ο Τσόρτσιλ μπορεί να είχε κερδίσει τη μάχη, αλλά η Ελλάδα βγήκε από αυτήν βαθιά διχασμένη. Για δεκαετίες, η επίσημη Ιστορία παρουσίαζε τα Δεκεμβριανά ως «κομμουνιστική ανταρσία». Μόνο μετά τη Μεταπολίτευση άρχισε να αναγνωρίζεται η πραγματική διάστασή τους ως λαϊκής εξέγερσης ενάντια στην ξένη επιβολή.
Επίλογος – Το διαρκές ερώτημα της ελευθερίας
Ο Δεκέμβρης του 1944 δεν είναι ένα απλό ιστορικό επεισόδιο. Είναι ένα παράδειγμα του πώς οι μεγάλες δυνάμεις χειρίζονται τα μικρά έθνη στο όνομα της «δημοκρατίας» και της «σταθερότητας». Είναι επίσης μια υπενθύμιση της ευθύνης των ίδιων των λαών να προστατεύουν την ελευθερία τους όχι μόνο από τους ξένους, αλλά και από τον εσωτερικό διχασμό.
Η Ελλάδα του 1944 βρέθηκε ανάμεσα σε δύο κόσμους: τον παλιό, της μοναρχίας και των ξένων πατρώνων, και τον νέο, της λαϊκής συμμετοχής και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Ο Δεκέμβρης ήταν η σύγκρουση αυτών των δύο κόσμων — και η ήττα του δεύτερου καθόρισε την πορεία της χώρας για δεκαετίες.
Σήμερα, ο Τσόρτσιλ παραμένει παγκοσμίως ήρωας. Για τους Έλληνες, όμως, είναι και ο άνθρωπος που έδωσε εντολή να βομβαρδιστεί η Αθήνα. Ο Δεκέμβρης του ’44 υπενθυμίζει πως η ελευθερία δεν χαρίζεται ούτε εγγυάται από κανέναν σύμμαχο· κατακτάται και διατηρείται μόνο όταν οι λαοί αρνούνται να γίνουν πιόνια σε ξένα παιχνίδια.
Όπως έγραψε αργότερα ένας αγωνιστής της Αντίστασης:
«Στον Δεκέμβρη χάσαμε, μα δεν ηττηθήκαμε. Γιατί όσοι έπεσαν στην Αθήνα, έπεσαν για να θυμόμαστε πως ο λαός μπορεί να νικήσει, ακόμα κι όταν τον προδίδουν οι φίλοι του».
Κι αυτή ίσως να είναι η πιο σπουδαία, η πιο επίκαιρη αλήθεια του Δεκέμβρη του 1944.
Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ, ο πολιτικός που έμεινε στην παγκόσμια μνήμη ως «πατέρας της νίκης» των Συμμάχων, υπήρξε επίσης ο άνθρωπος που, στο τέλος του πολέμου, έδωσε το πράσινο φως για την ένοπλη βρετανική επέμβαση στην πρωτεύουσα μιας χώρας που μόλις είχε απαλλαγεί από τη ναζιστική κατοχή. Το παράδοξο αυτό δεν είναι απλώς μια ιστορική λεπτομέρεια· είναι το σύμβολο του πώς η μεταπολεμική Ευρώπη οικοδομήθηκε όχι πάνω στην ελευθερία των λαών, αλλά πάνω στους νέους συσχετισμούς δύναμης που γέννησε ο Ψυχρός Πόλεμος, προτού καν αυτός αρχίσει επίσημα.
Η Ελλάδα στο τέλος του πολέμου
Όταν οι Γερμανοί εγκατέλειψαν την Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 1944, η χώρα βρισκόταν σε κατάσταση ερείπωσης. Η πείνα είχε θερίσει, οι υποδομές ήταν κατεστραμμένες και η κοινωνία διαλυμένη. Ωστόσο, μέσα από την Κατοχή είχε αναδυθεί ένα τεράστιο λαϊκό κίνημα: το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ), με τον στρατιωτικό του βραχίονα, τον ΕΛΑΣ.
Το ΕΑΜ δεν ήταν ένα αποκλειστικά κομμουνιστικό μόρφωμα, όπως αργότερα παρουσιάστηκε. Ήταν ένας ευρύς συνασπισμός δημοκρατικών, σοσιαλιστών, ριζοσπαστών και απλών πολιτών που πάλευαν για εθνική απελευθέρωση και κοινωνική δικαιοσύνη. Ο ρόλος του στην Αντίσταση ήταν καθοριστικός· στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας, ο ΕΛΑΣ αποτελούσε την ουσιαστική εξουσία.
Την ίδια ώρα, στο εξωτερικό, υπήρχε η εξόριστη κυβέρνηση του Καΐρου, υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, η οποία είχε ελάχιστη επαφή με την πραγματικότητα της κατεχόμενης Ελλάδας. Οι Βρετανοί τη στήριζαν ως τη μόνη «νόμιμη» κυβέρνηση, παρότι δεν διέθετε λαϊκό έρεισμα.
Η απελευθέρωση της Αθήνας, αντί να σημάνει την ενότητα, ανέδειξε τη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τη μεταπολεμική Ελλάδα: από τη μια, εκείνη των λαϊκών δυνάμεων του ΕΑΜ που οραματίζονταν μια δημοκρατική Ελλάδα με κοινωνική ισότητα· από την άλλη, εκείνη της παραδοσιακής πολιτικής και μοναρχικής ελίτ, που επιζητούσε την επιστροφή στην προπολεμική «τάξη» με τη στήριξη των Άγγλων.
Η Διάσκεψη του Λιβάνου: η αρχή της υποχώρησης
Η πρώτη ουσιαστική πράξη του μεταπολεμικού δράματος ήταν η Διάσκεψη του Λιβάνου (17–20 Μαΐου 1944). Εκεί, υπό την αυστηρή εποπτεία των Άγγλων, όλες οι ελληνικές πολιτικές παρατάξεις συμφώνησαν στη συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου.
Το ΕΑΜ συμμετείχε καλόπιστα, ελπίζοντας ότι η ενότητα θα εξασφάλιζε μια ομαλή μετάβαση στη δημοκρατία. Ήταν, όμως, μια παγίδα. Οι Άγγλοι επιδίωκαν να περιορίσουν τη δύναμη του ΕΑΜ και να αποτρέψουν τη δημιουργία ανεξάρτητης λαϊκής εξουσίας. Ήδη ο Τσόρτσιλ είχε συμφωνήσει με τον Στάλιν ότι η Ελλάδα θα ανήκε στη βρετανική σφαίρα επιρροής, με «90% επιρροή για την Αγγλία και 10% για τη Σοβιετική Ένωση».
Το ΚΚΕ και το ΕΑΜ, παρά τις επιφυλάξεις τους, δέχθηκαν να συμμετάσχουν στην κυβέρνηση. Ήταν η πρώτη μεγάλη υποχώρηση του ελληνικού λαϊκού κινήματος – μια απόφαση που θα αποδεικνυόταν μοιραία.
Ο φόβος των Άγγλων και η επιστροφή των δωσιλόγων
Η απελευθέρωση δεν έφερε μόνο χαρά, αλλά και φόβο στους Βρετανούς. Ο Τσόρτσιλ γνώριζε ότι το ΕΑΜ διέθετε τεράστια λαϊκή στήριξη και, εάν το επιθυμούσε, θα μπορούσε να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας χωρίς ξένη παρέμβαση. Αυτό, όμως, θα σήμαινε ότι η Ελλάδα θα ξέφευγε από τον βρετανικό έλεγχο.
Έτσι, οι Άγγλοι αποφάσισαν να στηρίξουν τις παλιές δυνάμεις του καθεστώτος —τους μοναρχικούς, τους αξιωματικούς των Ταγμάτων Ασφαλείας και τους συνεργάτες των Γερμανών— ανθρώπους που, παρά τον δωσιλογισμό τους, θεωρούνταν «σίγουροι» αντικομμουνιστές.
Η απόδραση των 720 δωσίλογων από τις φυλακές Συγγρού τον Νοέμβριο του 1944 δεν ήταν τυχαία. Πολλοί απ’ αυτούς εντάχθηκαν στην Οργάνωση Χ του Γεωργίου Γρίβα, που συνεργάστηκε στενά με τους Άγγλους κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών. Έτσι, μέσα σε λίγες εβδομάδες, εκείνοι που είχαν συνεργαστεί με τους κατακτητές έγιναν «πατριώτες» στα μάτια των συμμάχων, ενώ οι αγωνιστές της Αντίστασης χαρακτηρίστηκαν «επικίνδυνοι μπολσεβίκοι».
Το δίλημμα της εξουσίας και το γράμμα του Τσόρτσιλ
Ο Τσόρτσιλ, βλέποντας ότι η κατάσταση στην Ελλάδα μπορούσε να ξεφύγει από τον έλεγχο, αποφάσισε να δράσει προληπτικά. Σε επιστολή του προς τον υπουργό Εξωτερικών, δήλωνε ξεκάθαρα:
«Δεν μπορούμε να αφήσουμε το ΕΑΜ να μας χαλάσει τη δουλειά. Αν χρειαστεί, θα χρησιμοποιήσουμε βρετανικά στρατεύματα για να υποστηρίξουμε την κυβέρνηση Παπανδρέου».
Το πρόβλημα ήταν ότι το ΕΑΜ, παρά τη δύναμή του, δεν επιθυμούσε εμφύλιο. Ο ΕΛΑΣ παρέμενε πειθαρχημένος και προσεκτικός. Ωστόσο, η συνεχιζόμενη πίεση για παράδοση των όπλων και ο αποκλεισμός του από την εξουσία όξυναν την ένταση.
Στις 1 Δεκεμβρίου 1944, ο στρατηγός Ρόλαντ Σκόμπι, επικεφαλής των βρετανικών δυνάμεων στην Ελλάδα, εξέδωσε διαταγή που απαιτούσε από όλες τις αντιστασιακές ομάδες να παραδώσουν τα όπλα τους έως τις 10 Δεκεμβρίου. Η εντολή αυτή αντιμετωπίστηκε από το ΕΑΜ ως πρόκληση. Τα έξι μέλη του που συμμετείχαν στην κυβέρνηση παραιτήθηκαν, καταγγέλλοντας την παραβίαση της συμφωνίας εθνικής ενότητας.
Η σπίθα της εξέγερσης
Το ΕΑΜ αποφάσισε να οργανώσει ειρηνική διαδήλωση στο κέντρο της Αθήνας, στις 3 Δεκεμβρίου 1944, ενάντια στον αφοπλισμό. Η κυβέρνηση αρχικά την ενέκρινε, αλλά τη νύχτα της 2ας Δεκεμβρίου την απαγόρευσε, θεωρώντας τη «επαναστατική πράξη».
Το πρωί της Κυριακής, πλήθη πολιτών κατέκλυσαν το Σύνταγμα. Ήταν μια λαοθάλασσα, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι όλων των ηλικιών. Το σύνθημα ήταν απλό: «Όχι άλλη κατοχή».
Όταν οι διαδηλωτές κατέθεσαν στεφάνια στον Άγνωστο Στρατιώτη, δέχθηκαν πυρά από τις ταράτσες της Αστυνομίας και της Βουλής. Η πρώτη ριπή έριξε κάτω δεκάδες νεκρούς. Μέχρι το βράδυ, 28 άτομα είχαν σκοτωθεί. Την επόμενη ημέρα, στην κηδεία των θυμάτων, η Αθήνα γέμισε ξανά από ανθρώπους που τραγουδούσαν το «Επέσατε θύματα». Η πορεία μετατράπηκε σε νέα σφαγή· οι πυροβολισμοί συνεχίστηκαν, και ο αριθμός των νεκρών ξεπέρασε τους εκατό.
Η βία εκείνης της ημέρας δεν ήταν τυχαία. Στα παράθυρα πολλών κτιρίων είχαν πάρει θέση Χίτες και παρακρατικοί, που πυροβολούσαν κατά του άοπλου πλήθους. Οι Άγγλοι στρατιώτες παρέμειναν απαθείς, ενώ η κυβέρνηση Παπανδρέου κατηγόρησε το ΕΑΜ για «προδοσία».
Η μάχη της Αθήνας
Την επόμενη ημέρα, ο στρατηγός Σκόμπι κήρυξε στρατιωτικό νόμο και διέταξε τον ΕΛΑΣ να αποχωρήσει από την πρωτεύουσα εντός 24 ωρών. Ο ΕΛΑΣ απάντησε με την κατάληψη αστυνομικών τμημάτων και κυβερνητικών κτιρίων.
Η Αθήνα μετατράπηκε σε πεδίο μάχης. Από τη μια πλευρά, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ, κυρίως νεαροί μαχητές και λαϊκές πολιτοφυλακές· από την άλλη, οι Άγγλοι, η Αστυνομία, οι ταγματασφαλίτες και οι μονάδες της Οργάνωσης Χ.
Οι μάχες κράτησαν 33 ημέρες, από τις 3 Δεκεμβρίου 1944 έως τις 6 Ιανουαρίου 1945. Οι Άγγλοι χρησιμοποίησαν βαρύ οπλισμό, άρματα και αεροπορία μέσα στην ίδια την Αθήνα, βομβαρδίζοντας συνοικίες όπως τα Πετράλωνα και το Παγκράτι. Ο απολογισμός ήταν τραγικός: χιλιάδες νεκροί και τραυματίες, ενώ η πόλη καταστράφηκε ξανά μέσα σε λίγες εβδομάδες ελευθερίας.
Ο Τσόρτσιλ έφτασε στην Αθήνα παραμονή Χριστουγέννων, επιδεικνύοντας την αποφασιστικότητά του. Η επίσκεψή του είχε διπλό στόχο: να διασφαλίσει τον βρετανικό έλεγχο και να δώσει πολιτική κάλυψη στην επέμβαση. Συγκάλεσε διάσκεψη στις 26 Δεκεμβρίου στο Υπουργείο Εξωτερικών, στην οποία συμμετείχαν και εκπρόσωποι του ΕΑΜ. Οι τελευταίοι, υποτιμώντας την κατάσταση, ζήτησαν υπερβολικά ποσοστά συμμετοχής στην κυβέρνηση, προσφέροντας στον Τσόρτσιλ το πρόσχημα ότι το ΕΑΜ «επιζητούσε την εξουσία».
Η παρέμβαση του Τσόρτσιλ υπήρξε καταλυτική. Μετά τη διάσκεψη, ορίστηκε αντιβασιλέας ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, ενώ ο Νικόλαος Πλαστήρας ανέλαβε πρωθυπουργός. Η ήττα του ΕΑΜ ήταν πια δεδομένη.
Η Συμφωνία της Βάρκιζας και η «λευκή τρομοκρατία»
Μετά την αποχώρηση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ από την Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 1945 υπογράφηκε η Συμφωνία της Βάρκιζας. Το ΕΑΜ και το ΚΚΕ, εξαντλημένα, αποδέχθηκαν τον αφοπλισμό με αντάλλαγμα την υπόσχεση για αμνηστία και ελεύθερες εκλογές.
Η υπόσχεση αυτή δεν τηρήθηκε ποτέ. Αντίθετα, ξεκίνησε μια περίοδος ανελέητων διώξεων, γνωστή ως Λευκή Τρομοκρατία. Χιλιάδες πρώην αγωνιστές της Αντίστασης φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν ή εκτελέστηκαν, ενώ οι συνεργάτες των Γερμανών κυκλοφορούσαν ελεύθεροι και πολλοί επέστρεψαν στις θέσεις εξουσίας.
Ο διχασμός ήταν πια βαθύς και μη αναστρέψιμος. Μόλις έναν χρόνο αργότερα, το 1946, η χώρα βυθίστηκε στον Εμφύλιο Πόλεμο, που θα διαρκούσε έως το 1949 και θα άφηνε πίσω του μια Ελλάδα κατεστραμμένη, πολιτικά διχασμένη και κοινωνικά φοβισμένη.
Ο Τσόρτσιλ και η ευρωπαϊκή μπλόφα
Η στάση του Τσόρτσιλ στα ελληνικά γεγονότα δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένα. Αντικατοπτρίζει τη στρατηγική της Μεγάλης Βρετανίας να διατηρήσει επιρροή στη Μεσόγειο, ακόμη και με το τίμημα της βίας.
Ο ίδιος ο Τσόρτσιλ, στο ημερολόγιό του, σημείωσε:
«Προτιμώ να κατηγορηθώ για χρήση υπερβολικής βίας, παρά να αφήσω την Αθήνα στα χέρια των κομμουνιστών».
Ήταν μια μπλόφα υψηλού ρίσκου. Με λίγες βρετανικές δυνάμεις στην Ελλάδα και τον πόλεμο ακόμη σε εξέλιξη στην Ευρώπη, ο Τσόρτσιλ πόνταρε στο ότι το ΕΑΜ δεν θα αντιστεκόταν μαζικά. Πόνταρε σωστά, αλλά το τίμημα το πλήρωσε ο ελληνικός λαός.
Η βρετανική πολιτική στην Ελλάδα αποτέλεσε πρότυπο για τις μεταπολεμικές επεμβάσεις: συνδυασμός στρατιωτικής βίας και πολιτικής χειραγώγησης. Και αν τότε το πρόσχημα ήταν ο αντικομμουνισμός, αργότερα οι ίδιες λογικές επανεμφανίστηκαν με άλλες μορφές – από την οικονομική εξάρτηση έως την πολιτική υποτέλεια.
Το ανθρώπινο πρόσωπο της τραγωδίας
Πέρα όμως από τη γεωπολιτική και τις συμφωνίες, τα Δεκεμβριανά είναι, πάνω απ’ όλα, μια ανθρώπινη τραγωδία. Οι περιγραφές των ημερών εκείνων είναι συγκλονιστικές. Η Άλκη Ζέη, αυτόπτης μάρτυρας παιδί τότε, θυμόταν:
«Η πιο ωραία μέρα ήταν εκείνη της απελευθέρωσης. Αλλά δεν κράτησε ούτε πενήντα μέρες η χαρά».
Η ελπίδα μετατράπηκε σε τρόμο. Οι δρόμοι της Αθήνας γέμισαν αίμα, οι πολίτες κρύβονταν στα υπόγεια, ενώ η πόλη που μόλις είχε σωθεί από τους Γερμανούς καταστρεφόταν ξανά από τους «συμμάχους».Το τραγούδι “Επέσατε θύματα” έγινε ύμνος μιας χαμένης άνοιξης. Οι νεκροί της 3ης Δεκεμβρίου δεν ήταν στρατιώτες, αλλά άμαχοι – γυναίκες, εργάτες, παιδιά. Ήταν οι ίδιοι άνθρωποι που λίγο νωρίτερα είχαν χειροκροτήσει τους Άγγλους όταν μπήκαν στην Αθήνα.
Ιστορικός απολογισμός και πολιτική κληρονομιά
Τα Δεκεμβριανά δεν υπήρξαν ένα «λάθος του λαού», όπως συχνά παρουσιάστηκε, αλλά ένα προμελετημένο σχέδιο ξένων δυνάμεων για τον έλεγχο της χώρας. Το ΕΑΜ, παρότι ηττήθηκε στρατιωτικά, κέρδισε ένα ηθικό κύρος που επιβίωσε για δεκαετίες. Ήταν η απόδειξη ότι ο ελληνικός λαός μπορούσε να αυτοοργανωθεί, να παράγει πολιτική και να διεκδικήσει δικαιοσύνη.
Ο Εμφύλιος που ακολούθησε αποτέλεσε τη συνέχεια του Δεκέμβρη με άλλα μέσα. Ο Τσόρτσιλ μπορεί να είχε κερδίσει τη μάχη, αλλά η Ελλάδα βγήκε από αυτήν βαθιά διχασμένη. Για δεκαετίες, η επίσημη Ιστορία παρουσίαζε τα Δεκεμβριανά ως «κομμουνιστική ανταρσία». Μόνο μετά τη Μεταπολίτευση άρχισε να αναγνωρίζεται η πραγματική διάστασή τους ως λαϊκής εξέγερσης ενάντια στην ξένη επιβολή.
Επίλογος – Το διαρκές ερώτημα της ελευθερίας
Ο Δεκέμβρης του 1944 δεν είναι ένα απλό ιστορικό επεισόδιο. Είναι ένα παράδειγμα του πώς οι μεγάλες δυνάμεις χειρίζονται τα μικρά έθνη στο όνομα της «δημοκρατίας» και της «σταθερότητας». Είναι επίσης μια υπενθύμιση της ευθύνης των ίδιων των λαών να προστατεύουν την ελευθερία τους όχι μόνο από τους ξένους, αλλά και από τον εσωτερικό διχασμό.
Η Ελλάδα του 1944 βρέθηκε ανάμεσα σε δύο κόσμους: τον παλιό, της μοναρχίας και των ξένων πατρώνων, και τον νέο, της λαϊκής συμμετοχής και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Ο Δεκέμβρης ήταν η σύγκρουση αυτών των δύο κόσμων — και η ήττα του δεύτερου καθόρισε την πορεία της χώρας για δεκαετίες.
Σήμερα, ο Τσόρτσιλ παραμένει παγκοσμίως ήρωας. Για τους Έλληνες, όμως, είναι και ο άνθρωπος που έδωσε εντολή να βομβαρδιστεί η Αθήνα. Ο Δεκέμβρης του ’44 υπενθυμίζει πως η ελευθερία δεν χαρίζεται ούτε εγγυάται από κανέναν σύμμαχο· κατακτάται και διατηρείται μόνο όταν οι λαοί αρνούνται να γίνουν πιόνια σε ξένα παιχνίδια.
Όπως έγραψε αργότερα ένας αγωνιστής της Αντίστασης:
«Στον Δεκέμβρη χάσαμε, μα δεν ηττηθήκαμε. Γιατί όσοι έπεσαν στην Αθήνα, έπεσαν για να θυμόμαστε πως ο λαός μπορεί να νικήσει, ακόμα κι όταν τον προδίδουν οι φίλοι του».
Κι αυτή ίσως να είναι η πιο σπουδαία, η πιο επίκαιρη αλήθεια του Δεκέμβρη του 1944.
Διαβάστε ακόμη
👉Ακολουθήστε μας στο twitter

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών