Δεν είναι τυχαίο ότι το SPAK, η Ειδική Εισαγγελία κατά της Διαφθοράς και του Οργανωμένου Εγκλήματος, έχει εντείνει τις έρευνές του εναντίον υψηλόβαθμων κυβερνητικών στελεχών ακριβώς λίγο πριν από την προεκλογική περίοδο. Οι κινήσεις αυτές δεν αποτελούν απλές ποινικές διαδικασίες, αλλά πολιτικά μηνύματα – ένα σαφές σήμα προς τον Έντι Ράμα ότι η μεταρρύθμιση στη Δικαιοσύνη μπαίνει σε νέα φάση και ότι κανείς πλέον δεν είναι υπεράνω του νόμου.
Η πρόσφατη παρέμβαση του επικεφαλής του SPAK, Άλτιν Ντουμάνι, στο Κοινοβούλιο αποκάλυψε τη βαθύτερη ένταση ανάμεσα στη Δικαιοσύνη και την πολιτική εξουσία. Ο Ντουμάνι μίλησε ανοιχτά για δύο ζητήματα: τη λήξη της θητείας του και την αποτυχία της πολιτικής να εξασφαλίσει τη συνέχιση του έργου του SPAK. Με τρόπο συμβολικό, προανήγγειλε την αποχώρησή του από τη διοίκηση της Ειδικής Εισαγγελίας, αλλά όχι από την ίδια την Εισαγγελία, αφήνοντας πίσω του το μήνυμα ότι το θεσμικό οικοδόμημα της Δικαιοσύνης βρίσκεται υπό πολιτική πίεση.
Στην ουσία, ο Ντουμάνι κατηγόρησε το Κοινοβούλιο –και συνεπώς τόσο την πλειοψηφία όσο και την αντιπολίτευση– ότι αρνήθηκαν να εξασφαλίσουν τη θεσμική συνέχεια του SPAK. Πίσω όμως από αυτή την κριτική διακρίνεται μια πιο άμεση αιχμή προς τον Έντι Ράμα, ο οποίος, ελέγχοντας την κοινοβουλευτική διαδικασία, φαίνεται να επιδιώκει να περιορίσει την αυξανόμενη ισχύ του SPAK.
Η πολιτική αντιπαράθεση κορυφώνεται τη στιγμή που η κυβέρνηση προωθεί μια φαινομενικά θεσμική πρόταση: τη δημιουργία δεύτερου νομοθετικού σώματος, της Γερουσίας. Επισήμως, πρόκειται για σχέδιο «εκσυγχρονισμού» των θεσμών. Ουσιαστικά, όμως, το σχέδιο μοιάζει με μηχανισμό προστασίας της πολιτικής ελίτ – ένα θεσμικό καταφύγιο για βουλευτές, πρώην υπουργούς και αξιωματούχους που ελέγχονται από τη Δικαιοσύνη.
Η ιδέα θυμίζει την περίφημη πολιτική μεταφορά του Φάτος Νάνο, ο οποίος το 2012 είχε πει ότι έπρεπε «να τοποθετηθεί ένα καπάκι από ατσάλι πάνω στο φρεάτιο των λυμάτων, αλλιώς θα εκραγεί και θα παρασύρει τους πάντες». Σήμερα, ο Ράμα φαίνεται να επιχειρεί να τοποθετήσει ένα νέο καπάκι, αυτή τη φορά πάνω στα αποτελέσματα της ίδιας της Δικαστικής Μεταρρύθμισης που κάποτε προέβαλε ως δικό του επίτευγμα.
Ο διεθνής παράγοντας δεν μένει αμέτοχος. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω του Διεθνούς Μηχανισμού Παρακολούθησης (ONM), συνεχίζει να στηρίζει ενεργά το SPAK, με τη Γερμανία να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στη χρηματοδότηση και εποπτεία του προγράμματος. Από την άλλη, οι Ηνωμένες Πολιτείες, αν και έχουν μειώσει τη χρηματοδότηση, διατηρούν ζωηρό πολιτικό ενδιαφέρον. Η πρόσφατη επίσκεψη του Ντουμάνι στην Ουάσιγκτον και η ανταπόδοση με επίσκεψη Αμερικανού αξιωματούχου στα Τίρανα, δείχνουν σαφή πρόθεση: να αποτραπεί η επαναπολιτικοποίηση της Δικαιοσύνης.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η κυβέρνηση φέρεται να εξετάζει τη δημιουργία μιας νέας ομάδας κατά του οργανωμένου εγκλήματος, υπαγόμενου στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου. Ένα τέτοιο βήμα θα μετέφερε κρίσιμες αρμοδιότητες του SPAK σε μια πιο «ελεγχόμενη» δομή, αποδυναμώνοντας τη θεσμική του αυτονομία. Το σχέδιο απαιτεί συνταγματική αναθεώρηση, που θα περνούσε από την λεγόμενη «Επιτροπή Τζάφα», και γι’ αυτό πολλοί το βλέπουν ως την πιο επικίνδυνη οπισθοδρόμηση από το 2016.
Η αντιπαράθεση αυτή ξεπερνά τα όρια της αλβανικής πολιτικής. Πρόκειται για μια σύγκρουση ανάμεσα στη Δύση και το εγχώριο πολιτικό κατεστημένο.
Στις Βρυξέλλες και στην Ουάσιγκτον, το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: η Αλβανία πρέπει να δημιουργήσει μια νέα πολιτική γενιά, αποδεσμευμένη από τη διαφθορά και την ατιμωρησία του παρελθόντος. Στα Τίρανα, αντιθέτως, οι παλιές δυνάμεις παλεύουν να διασωθούν – άλλοτε με θεσμικά «καλλωπιστικά» μέτρα και άλλοτε με συνταγματικά τεχνάσματα.
Αν το SPAK συνεχίσει με αυτόν τον ρυθμό, οι υποθέσεις που ανοίγουν στην προεκλογική περίοδο δεν είναι πια σύμπτωση ούτε υπερβάλλουσα δραστηριότητα· αποτελούν προειδοποίηση για το τέλος μιας εποχής πολιτικής ατιμωρησίας.
Και αν ο Ράμα πιστεύει ότι μπορεί να καλύψει τα «λύματα» του παλιού συστήματος με το καπάκι ενός νέου νομοθετικού σώματος, πρέπει να γνωρίζει πως η διεθνής πίεση δεν θα επιτρέψει ούτε καπάκια ούτε φρεάτια.
Η μεταρρύθμιση στη Δικαιοσύνη υπήρξε η πιο φιλόδοξη και ταυτόχρονα η πιο εύθραυστη τομή της μεταπολιτευτικής Αλβανίας. Το SPAK είναι σήμερα το μοναδικό θεσμικό αντίβαρο απέναντι στην πολιτική αυθαιρεσία. Το αν θα επιβιώσει ή θα μετατραπεί σε σκιά του εαυτού του, θα κρίνει όχι μόνο την τύχη της μεταρρύθμισης, αλλά και την αξιοπιστία της ίδιας της χώρας απέναντι στους πολίτες και τους συμμάχους της.
Η πρόσφατη παρέμβαση του επικεφαλής του SPAK, Άλτιν Ντουμάνι, στο Κοινοβούλιο αποκάλυψε τη βαθύτερη ένταση ανάμεσα στη Δικαιοσύνη και την πολιτική εξουσία. Ο Ντουμάνι μίλησε ανοιχτά για δύο ζητήματα: τη λήξη της θητείας του και την αποτυχία της πολιτικής να εξασφαλίσει τη συνέχιση του έργου του SPAK. Με τρόπο συμβολικό, προανήγγειλε την αποχώρησή του από τη διοίκηση της Ειδικής Εισαγγελίας, αλλά όχι από την ίδια την Εισαγγελία, αφήνοντας πίσω του το μήνυμα ότι το θεσμικό οικοδόμημα της Δικαιοσύνης βρίσκεται υπό πολιτική πίεση.
Στην ουσία, ο Ντουμάνι κατηγόρησε το Κοινοβούλιο –και συνεπώς τόσο την πλειοψηφία όσο και την αντιπολίτευση– ότι αρνήθηκαν να εξασφαλίσουν τη θεσμική συνέχεια του SPAK. Πίσω όμως από αυτή την κριτική διακρίνεται μια πιο άμεση αιχμή προς τον Έντι Ράμα, ο οποίος, ελέγχοντας την κοινοβουλευτική διαδικασία, φαίνεται να επιδιώκει να περιορίσει την αυξανόμενη ισχύ του SPAK.
Η πολιτική αντιπαράθεση κορυφώνεται τη στιγμή που η κυβέρνηση προωθεί μια φαινομενικά θεσμική πρόταση: τη δημιουργία δεύτερου νομοθετικού σώματος, της Γερουσίας. Επισήμως, πρόκειται για σχέδιο «εκσυγχρονισμού» των θεσμών. Ουσιαστικά, όμως, το σχέδιο μοιάζει με μηχανισμό προστασίας της πολιτικής ελίτ – ένα θεσμικό καταφύγιο για βουλευτές, πρώην υπουργούς και αξιωματούχους που ελέγχονται από τη Δικαιοσύνη.
Η ιδέα θυμίζει την περίφημη πολιτική μεταφορά του Φάτος Νάνο, ο οποίος το 2012 είχε πει ότι έπρεπε «να τοποθετηθεί ένα καπάκι από ατσάλι πάνω στο φρεάτιο των λυμάτων, αλλιώς θα εκραγεί και θα παρασύρει τους πάντες». Σήμερα, ο Ράμα φαίνεται να επιχειρεί να τοποθετήσει ένα νέο καπάκι, αυτή τη φορά πάνω στα αποτελέσματα της ίδιας της Δικαστικής Μεταρρύθμισης που κάποτε προέβαλε ως δικό του επίτευγμα.
Ο διεθνής παράγοντας δεν μένει αμέτοχος. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω του Διεθνούς Μηχανισμού Παρακολούθησης (ONM), συνεχίζει να στηρίζει ενεργά το SPAK, με τη Γερμανία να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στη χρηματοδότηση και εποπτεία του προγράμματος. Από την άλλη, οι Ηνωμένες Πολιτείες, αν και έχουν μειώσει τη χρηματοδότηση, διατηρούν ζωηρό πολιτικό ενδιαφέρον. Η πρόσφατη επίσκεψη του Ντουμάνι στην Ουάσιγκτον και η ανταπόδοση με επίσκεψη Αμερικανού αξιωματούχου στα Τίρανα, δείχνουν σαφή πρόθεση: να αποτραπεί η επαναπολιτικοποίηση της Δικαιοσύνης.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η κυβέρνηση φέρεται να εξετάζει τη δημιουργία μιας νέας ομάδας κατά του οργανωμένου εγκλήματος, υπαγόμενου στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου. Ένα τέτοιο βήμα θα μετέφερε κρίσιμες αρμοδιότητες του SPAK σε μια πιο «ελεγχόμενη» δομή, αποδυναμώνοντας τη θεσμική του αυτονομία. Το σχέδιο απαιτεί συνταγματική αναθεώρηση, που θα περνούσε από την λεγόμενη «Επιτροπή Τζάφα», και γι’ αυτό πολλοί το βλέπουν ως την πιο επικίνδυνη οπισθοδρόμηση από το 2016.
Η αντιπαράθεση αυτή ξεπερνά τα όρια της αλβανικής πολιτικής. Πρόκειται για μια σύγκρουση ανάμεσα στη Δύση και το εγχώριο πολιτικό κατεστημένο.
Στις Βρυξέλλες και στην Ουάσιγκτον, το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: η Αλβανία πρέπει να δημιουργήσει μια νέα πολιτική γενιά, αποδεσμευμένη από τη διαφθορά και την ατιμωρησία του παρελθόντος. Στα Τίρανα, αντιθέτως, οι παλιές δυνάμεις παλεύουν να διασωθούν – άλλοτε με θεσμικά «καλλωπιστικά» μέτρα και άλλοτε με συνταγματικά τεχνάσματα.
Αν το SPAK συνεχίσει με αυτόν τον ρυθμό, οι υποθέσεις που ανοίγουν στην προεκλογική περίοδο δεν είναι πια σύμπτωση ούτε υπερβάλλουσα δραστηριότητα· αποτελούν προειδοποίηση για το τέλος μιας εποχής πολιτικής ατιμωρησίας.
Και αν ο Ράμα πιστεύει ότι μπορεί να καλύψει τα «λύματα» του παλιού συστήματος με το καπάκι ενός νέου νομοθετικού σώματος, πρέπει να γνωρίζει πως η διεθνής πίεση δεν θα επιτρέψει ούτε καπάκια ούτε φρεάτια.
Η μεταρρύθμιση στη Δικαιοσύνη υπήρξε η πιο φιλόδοξη και ταυτόχρονα η πιο εύθραυστη τομή της μεταπολιτευτικής Αλβανίας. Το SPAK είναι σήμερα το μοναδικό θεσμικό αντίβαρο απέναντι στην πολιτική αυθαιρεσία. Το αν θα επιβιώσει ή θα μετατραπεί σε σκιά του εαυτού του, θα κρίνει όχι μόνο την τύχη της μεταρρύθμισης, αλλά και την αξιοπιστία της ίδιας της χώρας απέναντι στους πολίτες και τους συμμάχους της.
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών