Η κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων στην Ευρώπη έφερε στην επιφάνεια ένα καίριο και διαχρονικό ερώτημα: σε ποιον βαθμό οι πολίτες αυτών των χωρών υπήρξαν συνειδητοί συμμέτοχοι των καθεστώτων ή παθητικοί θεατές ή, τέλος, εξαναγκασμένα θύματα που δρούσαν μόνο για λόγους επιβίωσης; Το ερώτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στην περίπτωση της Αλβανίας και του ιδιότυπου, στυγνού καθεστώτος του Ενβέρ Χότζα, ενός από τα πιο κλειστά και καταπιεστικά καθεστώτα του ευρωπαϊκού 20ού αιώνα.
Πρόκειται για ένα ζήτημα κυρίως κοινωνιολογικό και ηθικό, που εξακολουθεί να απασχολεί ιστορικούς και κοινωνικούς επιστήμονες. Η διερεύνησή του είναι απαραίτητη, ώστε να αποσαφηνιστεί αν και σε ποιο βαθμό οι πολίτες συμμετείχαν εκούσια ή ακούσια σε ένα σύστημα που στηριζόταν στη συνεχή παρακολούθηση, στον χαφιεδισμό, στις καταδόσεις, στις ψευδομαρτυρίες και στην απόλυτη υποτέλεια στο κόμμα.
Στην Αλβανία, ο κρατικός έλεγχος ήταν καθολικός και διείσδυε μέχρι τον τελευταίο συνοικισμό. Για να εργαστεί κάποιος, να σπουδάσει, να ασκήσει επάγγελμα ή ακόμη και να επιβιώσει αξιοπρεπώς, έπρεπε να περάσει από τον εξονυχιστικό έλεγχο της περιβόητης «βιογραφίας». Ογκώδεις φάκελοι με πιστοποιητικά, καταθέσεις συγγενών και γειτόνων, εκθέσεις της Κρατικής Ασφάλειας και εισηγήσεις κομματικών παραγόντων καθόριζαν το μέλλον του ατόμου. Όχι οι ικανότητες, όχι τα προσόντα ή οι κλίσεις, αλλά αποκλειστικά η πολιτική «καθαρότητα» και η στάση απέναντι στο κόμμα.
Μετρήσιμη θεωρούνταν η συμμετοχή στις κομματικές εκδηλώσεις, στις παρελάσεις, στις αθεϊστικές πρωτοβουλίες, στις τελετουργίες λατρείας του καθεστώτος. Όσοι χαρακτηρίζονταν «θιγμένοι» ή «κουλιάκοι» μετατρέπονταν σε κοινωνικά μιάσματα, απομονώνονταν, φυλακίζονταν ή εκτοπίζονταν. Η κοινωνία διαχωριζόταν τεχνητά σε «καθαρούς» και «μιαρούς», δημιουργώντας ένα κλίμα φόβου και καχυποψίας που διέλυε κάθε μορφή κοινωνικής συνοχής.
Αναμφίβολα, η επικράτηση του κομμουνισμού στην Αλβανία, όπως και αλλού, στηρίχθηκε αρχικά στον ενθουσιασμό και στις ελκυστικές υποσχέσεις για ισότητα, δικαιοσύνη και ευημερία. Πολλοί πίστεψαν ότι ο «σοσιαλιστικός παράδεισος» βρισκόταν προ των πυλών. Όμως ο παράδεισος αυτός δεν ήρθε ποτέ. Αντίθετα, επιβλήθηκε ένα σύστημα βίας, τρομοκρατίας και σιωπής, όπου κάθε διαφορετική άποψη τιμωρούνταν σκληρά. Οι διανοούμενοι και οι άνθρωποι του πνεύματος υπήρξαν από τους πρώτους στόχους του καθεστώτος.
Μετά την πτώση του συστήματος αποκαλύφθηκε ότι οι μεγάλες υποσχέσεις ήταν κενές και ανεφάρμοστες. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποδοθεί η ίδια ευθύνη σε όλους. Άλλο ο απλός πολίτης που υπέκυπτε στον φόβο και στην ανάγκη της επιβίωσης και άλλο η κομματική νομενκλατούρα: δικαστές, εισαγγελείς, κομματικά στελέχη και διοικητικοί παράγοντες που συνειδητά εφάρμοζαν εντολές, υπέγραφαν καταδίκες και καθοδηγούσαν την καταστολή. Η άρνηση υπακοής είχε τραγικές συνέπειες, όμως η ενεργός συμμετοχή σε εγκλήματα δεν μπορεί να εξισωθεί με την παθητική ανοχή.
Ο αλβανικός λαός έζησε για δεκαετίες εγκλωβισμένος σε μια απέραντη φυλακή. Οι άνθρωποι έχασαν περιουσίες, αξιοπρέπεια, ψυχική ισορροπία. Μετατράπηκαν σε «μαζάνθρωπους», χωρίς πρωτοβουλία και ελπίδα, έρμαια στα χέρια ενός αδίστακτου μηχανισμού εξουσίας. Το καθεστώς αλλοτρίωσε βαθιά την κοινωνία, καλλιεργώντας τον φόβο και την καχυποψία σε τέτοιο βαθμό ώστε οι άνθρωποι να μην εμπιστεύονται ούτε τον ίδιο τους τον εαυτό.
Όταν τελικά το καθεστώς κατέρρευσε, κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος. Οι πολίτες εγκατέλειψαν μαζικά τον υποτιθέμενο «παράδεισο», αναζητώντας διέξοδο στην Ελλάδα, την Ιταλία και αλλού. Η φυγή αυτή υπήρξε η πιο ηχηρή καταδίκη ενός συστήματος που, στο όνομα της λαϊκής κυριαρχίας, καταπάτησε βάναυσα τον ίδιο τον λαό.
Η ιστορική μνήμη επιβάλλει διάκριση: κατανόηση και συμπόνια για τα θύματα, αλλά και καθαρή ηθική κρίση για όσους, με εξουσία και συνείδηση, υπηρέτησαν και διέπραξαν εγκλήματα. Μόνο μέσα από αυτή τη διάκριση μπορεί να υπάρξει ουσιαστικός απολογισμός και πραγματική συμφιλίωση με το παρελθόν.
Πρόκειται για ένα ζήτημα κυρίως κοινωνιολογικό και ηθικό, που εξακολουθεί να απασχολεί ιστορικούς και κοινωνικούς επιστήμονες. Η διερεύνησή του είναι απαραίτητη, ώστε να αποσαφηνιστεί αν και σε ποιο βαθμό οι πολίτες συμμετείχαν εκούσια ή ακούσια σε ένα σύστημα που στηριζόταν στη συνεχή παρακολούθηση, στον χαφιεδισμό, στις καταδόσεις, στις ψευδομαρτυρίες και στην απόλυτη υποτέλεια στο κόμμα.
Στην Αλβανία, ο κρατικός έλεγχος ήταν καθολικός και διείσδυε μέχρι τον τελευταίο συνοικισμό. Για να εργαστεί κάποιος, να σπουδάσει, να ασκήσει επάγγελμα ή ακόμη και να επιβιώσει αξιοπρεπώς, έπρεπε να περάσει από τον εξονυχιστικό έλεγχο της περιβόητης «βιογραφίας». Ογκώδεις φάκελοι με πιστοποιητικά, καταθέσεις συγγενών και γειτόνων, εκθέσεις της Κρατικής Ασφάλειας και εισηγήσεις κομματικών παραγόντων καθόριζαν το μέλλον του ατόμου. Όχι οι ικανότητες, όχι τα προσόντα ή οι κλίσεις, αλλά αποκλειστικά η πολιτική «καθαρότητα» και η στάση απέναντι στο κόμμα.
Μετρήσιμη θεωρούνταν η συμμετοχή στις κομματικές εκδηλώσεις, στις παρελάσεις, στις αθεϊστικές πρωτοβουλίες, στις τελετουργίες λατρείας του καθεστώτος. Όσοι χαρακτηρίζονταν «θιγμένοι» ή «κουλιάκοι» μετατρέπονταν σε κοινωνικά μιάσματα, απομονώνονταν, φυλακίζονταν ή εκτοπίζονταν. Η κοινωνία διαχωριζόταν τεχνητά σε «καθαρούς» και «μιαρούς», δημιουργώντας ένα κλίμα φόβου και καχυποψίας που διέλυε κάθε μορφή κοινωνικής συνοχής.
Αναμφίβολα, η επικράτηση του κομμουνισμού στην Αλβανία, όπως και αλλού, στηρίχθηκε αρχικά στον ενθουσιασμό και στις ελκυστικές υποσχέσεις για ισότητα, δικαιοσύνη και ευημερία. Πολλοί πίστεψαν ότι ο «σοσιαλιστικός παράδεισος» βρισκόταν προ των πυλών. Όμως ο παράδεισος αυτός δεν ήρθε ποτέ. Αντίθετα, επιβλήθηκε ένα σύστημα βίας, τρομοκρατίας και σιωπής, όπου κάθε διαφορετική άποψη τιμωρούνταν σκληρά. Οι διανοούμενοι και οι άνθρωποι του πνεύματος υπήρξαν από τους πρώτους στόχους του καθεστώτος.
Μετά την πτώση του συστήματος αποκαλύφθηκε ότι οι μεγάλες υποσχέσεις ήταν κενές και ανεφάρμοστες. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποδοθεί η ίδια ευθύνη σε όλους. Άλλο ο απλός πολίτης που υπέκυπτε στον φόβο και στην ανάγκη της επιβίωσης και άλλο η κομματική νομενκλατούρα: δικαστές, εισαγγελείς, κομματικά στελέχη και διοικητικοί παράγοντες που συνειδητά εφάρμοζαν εντολές, υπέγραφαν καταδίκες και καθοδηγούσαν την καταστολή. Η άρνηση υπακοής είχε τραγικές συνέπειες, όμως η ενεργός συμμετοχή σε εγκλήματα δεν μπορεί να εξισωθεί με την παθητική ανοχή.
Ο αλβανικός λαός έζησε για δεκαετίες εγκλωβισμένος σε μια απέραντη φυλακή. Οι άνθρωποι έχασαν περιουσίες, αξιοπρέπεια, ψυχική ισορροπία. Μετατράπηκαν σε «μαζάνθρωπους», χωρίς πρωτοβουλία και ελπίδα, έρμαια στα χέρια ενός αδίστακτου μηχανισμού εξουσίας. Το καθεστώς αλλοτρίωσε βαθιά την κοινωνία, καλλιεργώντας τον φόβο και την καχυποψία σε τέτοιο βαθμό ώστε οι άνθρωποι να μην εμπιστεύονται ούτε τον ίδιο τους τον εαυτό.
Όταν τελικά το καθεστώς κατέρρευσε, κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος. Οι πολίτες εγκατέλειψαν μαζικά τον υποτιθέμενο «παράδεισο», αναζητώντας διέξοδο στην Ελλάδα, την Ιταλία και αλλού. Η φυγή αυτή υπήρξε η πιο ηχηρή καταδίκη ενός συστήματος που, στο όνομα της λαϊκής κυριαρχίας, καταπάτησε βάναυσα τον ίδιο τον λαό.
Η ιστορική μνήμη επιβάλλει διάκριση: κατανόηση και συμπόνια για τα θύματα, αλλά και καθαρή ηθική κρίση για όσους, με εξουσία και συνείδηση, υπηρέτησαν και διέπραξαν εγκλήματα. Μόνο μέσα από αυτή τη διάκριση μπορεί να υπάρξει ουσιαστικός απολογισμός και πραγματική συμφιλίωση με το παρελθόν.
Διαβάστε ακόμη
👉Ακολουθήστε μας στο facebook, κάνοντας like στη σελίδα Αγναντεύοντας για να βλέπετε πρώτοι τις δημοσιεύσεις μας

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών