Η δημόσια παρέμβαση της Άννας Στρατινάκη για την υπόθεση των ευρωπαϊκών κονδυλίων δεν ήταν μια απλή διευκρίνιση ρόλων. Ήταν μια πολιτική βολή με σαφή στόχευση: να μεταφερθεί το βάρος της ευθύνης στην κορυφή της πολιτικής πυραμίδας — στους εκάστοτε υπουργούς Εργασίας που, όπως υποστηρίζει, είχαν την τελική υπογραφή και απόφαση.
Και εδώ ξεκινά το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα. Γιατί σε μια χώρα όπου η διοικητική ευθύνη συχνά χάνεται μέσα σε επιτροπές, γενικές γραμματείες και τεχνικές διαδικασίες, η έννοια της «τελικής υπογραφής» είναι βαριά. Δεν είναι απλώς μια γραφειοκρατική πράξη· είναι η θεσμική σφραγίδα που μετατρέπει μια πρόταση σε κρατική απόφαση.
Η υπόθεση —ανεξάρτητα από το πού θα καταλήξει δικαστικά— φέρνει ξανά στην επιφάνεια ένα γνωστό μοτίβο: προγράμματα κατάρτισης, ευρωπαϊκά χρήματα και ένα θολό τοπίο εταιρειών, συμβάσεων και ελέγχων. Για δεκαετίες, τα κονδύλια αυτά αποτέλεσαν «εύκολο πολιτικό κεφάλαιο», με κυβερνήσεις κάθε χρώματος να τα χρησιμοποιούν για να δείξουν δράση στην αγορά εργασίας.
Το ερώτημα όμως παραμένει: πόσο ουσιαστικά ελέγχθηκαν; Και ποιος τελικά λογοδοτεί όταν προκύπτουν σκιές;
Η τοποθέτηση Στρατινάκη ανοίγει ένα μεγαλύτερο ζήτημα: την απόσταση ανάμεσα στην πολιτική ευθύνη και την διοικητική πράξη. Αν οι υπουργοί είχαν πράγματι την τελική υπογραφή, τότε δεν μπορούν να εμφανίζονται απλώς ως «παρατηρητές» τεχνικών διαδικασιών.
Από την άλλη, η μεταφορά ευθυνών προς τα πάνω δεν αθωώνει αυτομάτως τα ενδιάμεσα επίπεδα διοίκησης. Το κράτος δεν λειτουργεί με ένα μόνο στυλό — λειτουργεί με αλυσίδες ευθύνης.
Δεν είναι τυχαίο ότι η υπόθεση εξελίσσεται σε πεδίο σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης. Η αντιπολίτευση βλέπει μια ευκαιρία να μιλήσει για «σκάνδαλο», ενώ η κυβέρνηση επιχειρεί να υποβαθμίσει τις αιχμές, τονίζοντας ότι η δικαιοσύνη θα αποφανθεί.
Και εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό διακύβευμα: όχι ποιος θα κερδίσει την επικοινωνιακή μάχη, αλλά αν το πολιτικό σύστημα θα αναλάβει πραγματικά την ευθύνη για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται δημόσιο χρήμα.
Σε μια κοινωνία που έχει κουραστεί από υποθέσεις κακοδιαχείρισης και αλληλοκατηγοριών, κάθε νέα αποκάλυψη —ή έστω υπόνοια— λειτουργεί διαβρωτικά. Όταν πρώην στελέχη του ίδιου του κρατικού μηχανισμού δείχνουν προς την πολιτική ηγεσία, το μήνυμα προς τους πολίτες είναι σαφές: το πρόβλημα ίσως να μην είναι απλώς μεμονωμένα πρόσωπα, αλλά ο τρόπος που λειτουργεί το σύστημα.
Η υπόθεση βρίσκεται ακόμη υπό διερεύνηση και η δικαιοσύνη είναι η μόνη αρμόδια να αποδώσει ποινικές ευθύνες. Όμως η πολιτική ευθύνη είναι κάτι ευρύτερο — και πολύ πιο άμεσο.
Αν οι «τελικές υπογραφές» όντως βρίσκονταν στα χέρια των υπουργών, τότε το ερώτημα δεν είναι μόνο τι έγινε στα χαρτιά, αλλά ποιος λογοδοτεί πολιτικά όταν τα χρήματα των φορολογουμένων και της Ευρώπης μπαίνουν στο στόχαστρο.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, οι πολίτες δεν ψηφίζουν γενικούς γραμματείς ούτε επιτροπές. Ψηφίζουν κυβερνήσεις.
Και εδώ ξεκινά το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα. Γιατί σε μια χώρα όπου η διοικητική ευθύνη συχνά χάνεται μέσα σε επιτροπές, γενικές γραμματείες και τεχνικές διαδικασίες, η έννοια της «τελικής υπογραφής» είναι βαριά. Δεν είναι απλώς μια γραφειοκρατική πράξη· είναι η θεσμική σφραγίδα που μετατρέπει μια πρόταση σε κρατική απόφαση.
Η υπόθεση —ανεξάρτητα από το πού θα καταλήξει δικαστικά— φέρνει ξανά στην επιφάνεια ένα γνωστό μοτίβο: προγράμματα κατάρτισης, ευρωπαϊκά χρήματα και ένα θολό τοπίο εταιρειών, συμβάσεων και ελέγχων. Για δεκαετίες, τα κονδύλια αυτά αποτέλεσαν «εύκολο πολιτικό κεφάλαιο», με κυβερνήσεις κάθε χρώματος να τα χρησιμοποιούν για να δείξουν δράση στην αγορά εργασίας.
Το ερώτημα όμως παραμένει: πόσο ουσιαστικά ελέγχθηκαν; Και ποιος τελικά λογοδοτεί όταν προκύπτουν σκιές;
Η τοποθέτηση Στρατινάκη ανοίγει ένα μεγαλύτερο ζήτημα: την απόσταση ανάμεσα στην πολιτική ευθύνη και την διοικητική πράξη. Αν οι υπουργοί είχαν πράγματι την τελική υπογραφή, τότε δεν μπορούν να εμφανίζονται απλώς ως «παρατηρητές» τεχνικών διαδικασιών.
Από την άλλη, η μεταφορά ευθυνών προς τα πάνω δεν αθωώνει αυτομάτως τα ενδιάμεσα επίπεδα διοίκησης. Το κράτος δεν λειτουργεί με ένα μόνο στυλό — λειτουργεί με αλυσίδες ευθύνης.
Δεν είναι τυχαίο ότι η υπόθεση εξελίσσεται σε πεδίο σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης. Η αντιπολίτευση βλέπει μια ευκαιρία να μιλήσει για «σκάνδαλο», ενώ η κυβέρνηση επιχειρεί να υποβαθμίσει τις αιχμές, τονίζοντας ότι η δικαιοσύνη θα αποφανθεί.
Και εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό διακύβευμα: όχι ποιος θα κερδίσει την επικοινωνιακή μάχη, αλλά αν το πολιτικό σύστημα θα αναλάβει πραγματικά την ευθύνη για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται δημόσιο χρήμα.
Σε μια κοινωνία που έχει κουραστεί από υποθέσεις κακοδιαχείρισης και αλληλοκατηγοριών, κάθε νέα αποκάλυψη —ή έστω υπόνοια— λειτουργεί διαβρωτικά. Όταν πρώην στελέχη του ίδιου του κρατικού μηχανισμού δείχνουν προς την πολιτική ηγεσία, το μήνυμα προς τους πολίτες είναι σαφές: το πρόβλημα ίσως να μην είναι απλώς μεμονωμένα πρόσωπα, αλλά ο τρόπος που λειτουργεί το σύστημα.
Η υπόθεση βρίσκεται ακόμη υπό διερεύνηση και η δικαιοσύνη είναι η μόνη αρμόδια να αποδώσει ποινικές ευθύνες. Όμως η πολιτική ευθύνη είναι κάτι ευρύτερο — και πολύ πιο άμεσο.
Αν οι «τελικές υπογραφές» όντως βρίσκονταν στα χέρια των υπουργών, τότε το ερώτημα δεν είναι μόνο τι έγινε στα χαρτιά, αλλά ποιος λογοδοτεί πολιτικά όταν τα χρήματα των φορολογουμένων και της Ευρώπης μπαίνουν στο στόχαστρο.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, οι πολίτες δεν ψηφίζουν γενικούς γραμματείς ούτε επιτροπές. Ψηφίζουν κυβερνήσεις.
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών