Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική ζωή μιας χώρας που δεν κρίνεται απλώς μια κυβέρνηση, αλλά η ποιότητα της Δημοκρατίας. Όχι από μεγάλες τομές ή θεαματικές συγκρούσεις, αλλά από φαινομενικά «τεχνικές» παρεμβάσεις: τροπολογίες, ρυθμίσεις, εξαιρέσεις. Εκεί ακριβώς αποκαλύπτεται αν ο νόμος είναι γενικός κανόνας ή εργαλείο εξυπηρέτησης.
Η ιστορία προσφέρει άβολες συγκρίσεις. Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, μέσα σε καθεστώς δικτατορίας, άλλαξε το οικογενειακό δίκαιο εισάγοντας τη λύση γάμου λόγω μακρόχρονης διάστασης. Τυπικά επρόκειτο για γενική ρύθμιση. Ουσιαστικά, όμως, εξυπηρετούσε και ένα προσωπικό του αδιέξοδο. Η διαφορά τότε ήταν σαφής: δεν υπήρχε Δημοκρατία, δεν υπήρχε λογοδοσία, δεν υπήρχε ανάγκη προσχημάτων.
Σήμερα, υποτίθεται ότι βρισκόμαστε στο ακριβώς αντίθετο άκρο. Κοινοβουλευτική Δημοκρατία, ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, διάκριση των εξουσιών. Κι όμως, όλο και συχνότερα, η κοινωνία παρακολουθεί νομοθετικές παρεμβάσεις που γεννούν το ίδιο δηλητηριώδες ερώτημα: γίνονται οι νόμοι για όλους ή για όσους έχουν δύναμη;
Η συζήτηση δεν αφορά πρόσωπα, αλλά πρακτικές. Όταν τροποποιούνται κανόνες με τρόπο που φαίνεται να επηρεάζει εκκρεμείς ή τελειωμένες δικαστικές κρίσεις, όταν η πολιτική εξουσία εμφανίζεται πρόθυμη να «διορθώσει» αποτελέσματα που δεν της αρέσουν, τότε το πρόβλημα δεν είναι νομικό. Είναι βαθιά δημοκρατικό.
Η περίπτωση της Όλγα Κεφαλογιάννη λειτούργησε ως καταλύτης στη δημόσια συζήτηση, όχι γιατί είναι μοναδική, αλλά γιατί συμβολίζει κάτι ευρύτερο: την αίσθηση ότι για ορισμένους η Πολιτεία σπεύδει να προσαρμοστεί, ενώ για τους πολλούς η Δικαιοσύνη παραμένει αργή, άκαμπτη και συχνά αδιάφορη.
Ακόμη κι αν κάθε ρύθμιση μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της με νομικούς όρους, το πολιτικό αποτύπωμα παραμένει. Διότι η Δημοκρατία δεν κρίνεται μόνο από το αν ένας νόμος «στέκει» τυπικά, αλλά από το αν πείθει ότι υπηρετεί το κοινό συμφέρον. Και όταν η κοινωνία πείθεται για το αντίθετο, η ζημιά είναι ανεπανόρθωτη.
Η σημερινή κυβέρνηση δείχνει να υποτιμά αυτή τη διάσταση. Αντί να ενισχύει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, την εξαντλεί. Αντί να θωρακίζει το κύρος της Δικαιοσύνης, την αφήνει εκτεθειμένη στην καχυποψία. Το μήνυμα που εκπέμπεται —έστω και άθελά της— είναι απλό και κυνικό: οι κανόνες αλλάζουν όταν οι ισχυροί πιέζουν αρκετά.
Και εδώ βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος. Όχι η επιστροφή στη δικτατορία, αλλά κάτι πιο ύπουλο: μια Δημοκρατία που λειτουργεί τυπικά, αλλά αδειάζει ουσιαστικά. Μια κοινωνία που μαθαίνει να αποδέχεται ότι ο νόμος δεν είναι κοινό πλαίσιο, αλλά διαπραγματεύσιμο προνόμιο.
Ο Παπαδόπουλος δεν χρειάστηκε ποτέ να προσποιηθεί ότι σέβεται τους θεσμούς. Η σημερινή εξουσία, όμως, οφείλει να το κάνει — και να το αποδεικνύει. Γιατί σε μια Δημοκρατία, ο νόμος δεν κρίνεται από το ποιον εξυπηρετεί, αλλά από το ποιον δεσμεύει. Και αν δεν δεσμεύει τους ισχυρούς, τότε αργά ή γρήγορα παύει να δεσμεύει και τους υπόλοιπους.
Η ιστορία προσφέρει άβολες συγκρίσεις. Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, μέσα σε καθεστώς δικτατορίας, άλλαξε το οικογενειακό δίκαιο εισάγοντας τη λύση γάμου λόγω μακρόχρονης διάστασης. Τυπικά επρόκειτο για γενική ρύθμιση. Ουσιαστικά, όμως, εξυπηρετούσε και ένα προσωπικό του αδιέξοδο. Η διαφορά τότε ήταν σαφής: δεν υπήρχε Δημοκρατία, δεν υπήρχε λογοδοσία, δεν υπήρχε ανάγκη προσχημάτων.
Σήμερα, υποτίθεται ότι βρισκόμαστε στο ακριβώς αντίθετο άκρο. Κοινοβουλευτική Δημοκρατία, ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, διάκριση των εξουσιών. Κι όμως, όλο και συχνότερα, η κοινωνία παρακολουθεί νομοθετικές παρεμβάσεις που γεννούν το ίδιο δηλητηριώδες ερώτημα: γίνονται οι νόμοι για όλους ή για όσους έχουν δύναμη;
Η συζήτηση δεν αφορά πρόσωπα, αλλά πρακτικές. Όταν τροποποιούνται κανόνες με τρόπο που φαίνεται να επηρεάζει εκκρεμείς ή τελειωμένες δικαστικές κρίσεις, όταν η πολιτική εξουσία εμφανίζεται πρόθυμη να «διορθώσει» αποτελέσματα που δεν της αρέσουν, τότε το πρόβλημα δεν είναι νομικό. Είναι βαθιά δημοκρατικό.
Η περίπτωση της Όλγα Κεφαλογιάννη λειτούργησε ως καταλύτης στη δημόσια συζήτηση, όχι γιατί είναι μοναδική, αλλά γιατί συμβολίζει κάτι ευρύτερο: την αίσθηση ότι για ορισμένους η Πολιτεία σπεύδει να προσαρμοστεί, ενώ για τους πολλούς η Δικαιοσύνη παραμένει αργή, άκαμπτη και συχνά αδιάφορη.
Ακόμη κι αν κάθε ρύθμιση μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της με νομικούς όρους, το πολιτικό αποτύπωμα παραμένει. Διότι η Δημοκρατία δεν κρίνεται μόνο από το αν ένας νόμος «στέκει» τυπικά, αλλά από το αν πείθει ότι υπηρετεί το κοινό συμφέρον. Και όταν η κοινωνία πείθεται για το αντίθετο, η ζημιά είναι ανεπανόρθωτη.
Η σημερινή κυβέρνηση δείχνει να υποτιμά αυτή τη διάσταση. Αντί να ενισχύει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, την εξαντλεί. Αντί να θωρακίζει το κύρος της Δικαιοσύνης, την αφήνει εκτεθειμένη στην καχυποψία. Το μήνυμα που εκπέμπεται —έστω και άθελά της— είναι απλό και κυνικό: οι κανόνες αλλάζουν όταν οι ισχυροί πιέζουν αρκετά.
Και εδώ βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος. Όχι η επιστροφή στη δικτατορία, αλλά κάτι πιο ύπουλο: μια Δημοκρατία που λειτουργεί τυπικά, αλλά αδειάζει ουσιαστικά. Μια κοινωνία που μαθαίνει να αποδέχεται ότι ο νόμος δεν είναι κοινό πλαίσιο, αλλά διαπραγματεύσιμο προνόμιο.
Ο Παπαδόπουλος δεν χρειάστηκε ποτέ να προσποιηθεί ότι σέβεται τους θεσμούς. Η σημερινή εξουσία, όμως, οφείλει να το κάνει — και να το αποδεικνύει. Γιατί σε μια Δημοκρατία, ο νόμος δεν κρίνεται από το ποιον εξυπηρετεί, αλλά από το ποιον δεσμεύει. Και αν δεν δεσμεύει τους ισχυρούς, τότε αργά ή γρήγορα παύει να δεσμεύει και τους υπόλοιπους.
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών