Η συνάντηση των πρωθυπουργών Ελλάδας και Αλβανίας στην Αθήνα αποτέλεσε την αφορμή για μια ουσιαστική παρέμβαση του Βαγγέλη Ντούλε, βουλευτή του αλβανικού κοινοβουλίου και προέδρου του ΚΕΑΔ-ΟΜΟΝΟΙΑ, ο οποίος κατέθεσε τη δική του οπτική για την πορεία και τις προοπτικές των διμερών σχέσεων στο κεντρικό δελτίο του Vizionplus.tv
Από την αρχή της τοποθέτησής του, ο Ντούλες υιοθέτησε έναν διττό λόγο: αφενός χαιρέτισε τη συνάντηση ως θετική και αναγκαία — μάλιστα τη χαρακτήρισε και καθυστερημένη — αφετέρου διατύπωσε σαφείς επιφυλάξεις για την αποτελεσματικότητά της. Όπως υπογράμμισε, αντίστοιχες πρωτοβουλίες στο παρελθόν δεν οδήγησαν σε ουσιαστική πρόοδο, αφήνοντας να εννοηθεί ότι το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη διαλόγου, αλλά η απουσία ειλικρινούς πολιτικής βούλησης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προσέγγισή του στα τρία βασικά ζητήματα που εδώ και χρόνια βαραίνουν τις ελληνοαλβανικές σχέσεις: το ζήτημα του εμπολέμου, τα δικαιώματα της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας και η οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών. Σε αντίθεση με τη συνήθη ρητορική περί «δύσκολων και σύνθετων θεμάτων», ο Ντούλες υιοθετεί μια πιο κατηγορηματική θέση: τα ζητήματα αυτά δεν είναι άλυτα, αλλά ήδη ρυθμισμένα σε επίπεδο διεθνών κανόνων και πρακτικών.
Για το εμπόλεμο, το χαρακτήρισε ουσιαστικά ανενεργό, σημειώνοντας ότι πρόκειται για μια τυπική εκκρεμότητα που μπορεί εύκολα να διευθετηθεί εφόσον υπάρξει σχετική πολιτική συμφωνία. Όσον αφορά τα δικαιώματα της Ελληνικής Μειονότητας, τόνισε ότι αυτά είναι ήδη κατοχυρωμένα μέσα από διεθνείς συμβάσεις και μηχανισμούς παρακολούθησης, επισημαίνοντας ότι το ζητούμενο δεν είναι νέες διαπραγματεύσεις αλλά η πλήρης εφαρμογή των υφιστάμενων δεσμεύσεων.
Στο ζήτημα της οριοθέτησης των θαλάσσιων ζωνών, ο λόγος του έγινε πιο αιχμηρός. Υποστήριξε ότι υπάρχουν σαφή προηγούμενα και διεθνείς πρακτικές που μπορούν να αποτελέσουν οδηγό, απορρίπτοντας εμμέσως τις αμφισβητήσεις που έχουν διατυπωθεί από την αλβανική πλευρά. Με ένα απλό αλλά χαρακτηριστικό λογικό επιχείρημα, επιχείρησε να δείξει ότι η εφαρμογή των ίδιων αρχών που ισχύουν σε άλλες συμφωνίες είναι όχι μόνο εφικτή αλλά και αυτονόητη.
Πέρα από τα επιμέρους ζητήματα, ο Ντούλες έθεσε και ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο. Αναφέρθηκε σε περιόδους κατά τις οποίες οι σχέσεις των δύο χωρών γνώρισαν άνθηση, ιδίως στις αρχές της δεκαετίας του 2000, για να αντιπαραβάλει την εικόνα αυτή με τη σημερινή κατάσταση, την οποία χαρακτήρισε ως περίοδο «τεχνητής έντασης». Κατά την άποψή του, η ένταση αυτή δεν είναι αναπόφευκτη, αλλά αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών.
Η παρέμβασή του καταλήγει σε ένα σαφές μήνυμα: οι ελληνοαλβανικές σχέσεις δεν πάσχουν από έλλειψη λύσεων, αλλά από έλλειψη εμπιστοσύνης και συνέπειας στην εφαρμογή τους. Υπό αυτή την έννοια, η συνάντηση στην Αθήνα μπορεί να αποτελέσει σημείο καμπής — υπό την προϋπόθεση ότι θα συνοδευτεί από ουσιαστική διάθεση συνεργασίας και όχι απλώς από διπλωματικές διατυπώσεις.
Σε μια περίοδο όπου η σταθερότητα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και η ευρωπαϊκή προοπτική της Αλβανίας βρίσκονται στο επίκεντρο, η τοποθέτηση του Ντούλε λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι τα περιθώρια προόδου υπάρχουν — αλλά δεν είναι δεδομένα.
Από την αρχή της τοποθέτησής του, ο Ντούλες υιοθέτησε έναν διττό λόγο: αφενός χαιρέτισε τη συνάντηση ως θετική και αναγκαία — μάλιστα τη χαρακτήρισε και καθυστερημένη — αφετέρου διατύπωσε σαφείς επιφυλάξεις για την αποτελεσματικότητά της. Όπως υπογράμμισε, αντίστοιχες πρωτοβουλίες στο παρελθόν δεν οδήγησαν σε ουσιαστική πρόοδο, αφήνοντας να εννοηθεί ότι το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη διαλόγου, αλλά η απουσία ειλικρινούς πολιτικής βούλησης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προσέγγισή του στα τρία βασικά ζητήματα που εδώ και χρόνια βαραίνουν τις ελληνοαλβανικές σχέσεις: το ζήτημα του εμπολέμου, τα δικαιώματα της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας και η οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών. Σε αντίθεση με τη συνήθη ρητορική περί «δύσκολων και σύνθετων θεμάτων», ο Ντούλες υιοθετεί μια πιο κατηγορηματική θέση: τα ζητήματα αυτά δεν είναι άλυτα, αλλά ήδη ρυθμισμένα σε επίπεδο διεθνών κανόνων και πρακτικών.
Για το εμπόλεμο, το χαρακτήρισε ουσιαστικά ανενεργό, σημειώνοντας ότι πρόκειται για μια τυπική εκκρεμότητα που μπορεί εύκολα να διευθετηθεί εφόσον υπάρξει σχετική πολιτική συμφωνία. Όσον αφορά τα δικαιώματα της Ελληνικής Μειονότητας, τόνισε ότι αυτά είναι ήδη κατοχυρωμένα μέσα από διεθνείς συμβάσεις και μηχανισμούς παρακολούθησης, επισημαίνοντας ότι το ζητούμενο δεν είναι νέες διαπραγματεύσεις αλλά η πλήρης εφαρμογή των υφιστάμενων δεσμεύσεων.
Στο ζήτημα της οριοθέτησης των θαλάσσιων ζωνών, ο λόγος του έγινε πιο αιχμηρός. Υποστήριξε ότι υπάρχουν σαφή προηγούμενα και διεθνείς πρακτικές που μπορούν να αποτελέσουν οδηγό, απορρίπτοντας εμμέσως τις αμφισβητήσεις που έχουν διατυπωθεί από την αλβανική πλευρά. Με ένα απλό αλλά χαρακτηριστικό λογικό επιχείρημα, επιχείρησε να δείξει ότι η εφαρμογή των ίδιων αρχών που ισχύουν σε άλλες συμφωνίες είναι όχι μόνο εφικτή αλλά και αυτονόητη.
Πέρα από τα επιμέρους ζητήματα, ο Ντούλες έθεσε και ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο. Αναφέρθηκε σε περιόδους κατά τις οποίες οι σχέσεις των δύο χωρών γνώρισαν άνθηση, ιδίως στις αρχές της δεκαετίας του 2000, για να αντιπαραβάλει την εικόνα αυτή με τη σημερινή κατάσταση, την οποία χαρακτήρισε ως περίοδο «τεχνητής έντασης». Κατά την άποψή του, η ένταση αυτή δεν είναι αναπόφευκτη, αλλά αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών.
Η παρέμβασή του καταλήγει σε ένα σαφές μήνυμα: οι ελληνοαλβανικές σχέσεις δεν πάσχουν από έλλειψη λύσεων, αλλά από έλλειψη εμπιστοσύνης και συνέπειας στην εφαρμογή τους. Υπό αυτή την έννοια, η συνάντηση στην Αθήνα μπορεί να αποτελέσει σημείο καμπής — υπό την προϋπόθεση ότι θα συνοδευτεί από ουσιαστική διάθεση συνεργασίας και όχι απλώς από διπλωματικές διατυπώσεις.
Σε μια περίοδο όπου η σταθερότητα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και η ευρωπαϊκή προοπτική της Αλβανίας βρίσκονται στο επίκεντρο, η τοποθέτηση του Ντούλε λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι τα περιθώρια προόδου υπάρχουν — αλλά δεν είναι δεδομένα.
Ακολουθεί η συνέντευξη Ντούλε στο κεντρικό δελτίο του Vizionplus.tv
Δημοσιογράφος: Επιστρέφουμε στην κεντρική είδηση της ημέρας, την κατ’ ιδίαν συνάντηση στην Αθήνα μεταξύ των δύο Πρωθυπουργών, της Ελλάδας και της Αλβανίας. Για να συζητήσουμε και να καταλάβουμε κάτι παραπάνω σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών, είναι καλεσμένος απευθείας για μια συζήτηση ο κύριος Βαγγέλης Ντούλε, βουλευτής της αντιπολίτευσης, πρόεδρος του ΚΕΑΔ. Καλησπέρα. Ποια είναι η άποψή σας για τη σημερινή συνάντηση στην Αθήνα;
Ντούλες: Καλησπέρα! Επιτρέψτε μου καταρχάς να εκφράσω την εκτίμηση ότι πάντα μια τέτοια συνάντηση μεταξύ των πρωθυπουργών δύο γειτονικών, φίλων και στρατηγικών εταίρων χωρών είναι ευπρόσδεκτη και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα έλεγα ότι είναι καθυστερημένη. Δεύτερον, θα ήθελα να εκφράσω την ευχή αυτές οι συναντήσεις να είναι παραγωγικές, να βγάλουν τις σχέσεις των δύο χωρών από την απάθεια των τελευταίων ετών και να τους δώσουν τη δυναμική που απαιτούν τα συμφέροντα και των δύο χωρών, η ευημερία και η σταθερότητα στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, καθώς και η ενταξιακή προοπτική της χώρας στην ΕΕ. Επιτρέψτε μου, τρίτον, να εκφράσω και μια επιφυλαξη. Επιφυλαξη που συνδέεται με τις μη ειλικρινείς στάσεις του πρωθυπουργού Ράμα. Ανάλογες συναντήσεις έχουν πραγματοποιηθεί και στο παρελθόν, αλλά αντί να σηματοδοτήσουν βήματα προόδου, οδήγησαν σε οπισθοχώρηση — κάτι απαράδεκτο και ανεπιθύμητο. Ως εκ τούτου, θα ήθελα να επιμείνω στην ευχή αυτή η συνάντηση να σηματοδοτήσει πράγματι μια νέα σελίδα στις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών.
Δημοσιογράφος: Στις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών, μεταξύ Αλβανίας και Ελλάδας, γνωρίζουμε όλοι ότι υπάρχουν τουλάχιστον τρία εκκρεμή ζητήματα: ο καθορισμός των θαλάσσιων ορίων, τα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία — τα οποία ερμηνεύονται διαφορετικά από τις δύο πλευρές — καθώς και το ζήτημα του εμπολέμου, το οποίο, όπως γνωρίζουμε, είναι πρακτικά λυμένο αλλά νομικά εκκρεμές. Ποιο από αυτά θεωρείτε ότι είναι το σημαντικότερο αλλά και το δυσκολότερο να επιλυθεί;
Ντούλες: Δεν πιστεύω ότι υπάρχει δυσκολία. Πρόκειται για ζητήματα που έχουν αναλυθεί εκτενώς και για τα οποία οι λύσεις έχουν ήδη δοθεί από τις βέλτιστες διεθνείς πρακτικές. Ας ξεκινήσουμε με το ζήτημα του εμπολέμου. Έχω ακούσει από τα πλέον επίσημα χείλη της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι δεν υφίσταται τέτοια κατάσταση μεταξύ των δύο χωρών, αλλά έχει τονιστεί ότι, εάν η Αλβανία θεωρεί πως απαιτείται μια διατύπωση που θα άρει κάθε υφιστάμενη παρεξήγηση, τότε μπορούμε από κοινού να τη διαμορφώσουμε. Πρόκειται για μια θέση που ακούγεται εδώ και χρόνια με συνέπεια.
Δεύτερον, έχουμε τα δικαιώματα των μελών της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας. Δεν υπάρχει λόγος να κυνηγάμε σαν η γάτα την ουρά της. Αυτά είναι κατοχυρωμένα: υπάρχουν διεθνείς συμβάσεις, υπάρχουν οι αναλυτικές εκθέσεις και οι γνώμες του Συμβουλίου της Ευρώπης, το οποίο κάθε πέντε χρόνια αξιολογεί την κατάσταση των δικαιωμάτων της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας. Εάν λάβουμε υπόψη την τελευταία έκθεση και την εφαρμόσουμε, το ζήτημα αυτό επιλύεται χωρίς καμία συζήτηση, ούτε με την Ελλάδα ούτε με την Ευρωπαϊκή Ένωση, απλώς μέσω της παροχής των απαιτούμενων θεσμικών λύσεων.
Τρίτον, η συμφωνία οριοθέτησης των θαλάσσιων ζωνών μεταξύ των δύο χωρών. Κατά την εκτίμησή μας, υπήρξε μια συμφωνία σύμφωνη με τις παραμέτρους του διεθνούς δικαίου. Πραγματοποιήθηκαν εκείνες οι προσφυγές από την πλευρά της Δημοκρατίας της Αλβανίας. Θα ήθελα να υπογραμμίσω μια πρακτική πραγματικότητα, διότι πρόκειται για ένα ζήτημα φορτισμένο συναισθηματικά: κάθε Αλβανός πολίτης θεωρεί ότι η γειτονική Ελλάδα επιδίωξε να αδικήσει την Αλβανία. Ωστόσο, η Δημοκρατία της Αλβανίας έχει συμφωνία με την Ιταλία. Η Ελλάδα έχει επίσης συμφωνία με την Ιταλία. Δεν μπορούμε, λοιπόν, να αποδεχθούμε ότι τα ίδια κριτήρια που εφαρμόστηκαν στη συμφωνία Ιταλίας–Ελλάδας και οι ίδιες αρχές που διέπουν τη συμφωνία Αλβανίας–Ιταλίας μπορούν να εφαρμοστούν και μεταξύ Αλβανίας και Ελλάδας; Εφόσον το Α ισούται με το Β και το Β ισούται με το Γ, είναι αυτονόητο ότι το Α ισούται με το Γ. Καθετί διαφορετικό αποτελεί αλχημείες.
Δημοσιογράφος: Κατανοητό, αυτή είναι η δική σας τοποθέτηση, κύριε Ντούλε. Δεν έχουμε άλλο χρόνο. Τρίτη ερώτηση και σύντομα παρακαλώ. Αναφέρατε ότι οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών έχουν περάσει μια περίοδο απάθειας. Κατά τη γνώμη σας, σε αυτά τα 30 χρόνια, πότε ήταν οι σχέσεις στην καλύτερη φάση τους;
Ντούλες: Οι σχέσεις ξεκίνησαν με δυναμισμό την περίοδο 1991–1992 και γνώρισαν φάσεις άνθησης κατά τα έτη 2001–2005, αλλά και 2005–2009. Εκείνο που παρατηρούμε από την πλευρά μας είναι ότι κατά τα τελευταία 13–14 χρόνια διακυβέρνησης Ράμα, οι σχέσεις βρίσκονται σε μια περιττή, τεχνητή ένταση, η οποία — κατά την άποψή μας — καλλιεργείται σκόπιμα από τον πρωθυπουργό Ράμα.
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών