Μεταξύ «χιούμορ» και υπεκφυγών: οι σκιές πίσω από τη συνέντευξη Ράμα στην «Καθημερινή»

Η τελευταία συνέντευξη του Έντι Ράμα στην «Καθημερινή» αφήνει μια γνώριμη γεύση: πολλά λόγια εξωραϊσμού, επιδέξια επικοινωνιακή διαχείριση και ελάχιστη ουσία εκεί όπου πραγματικά πονά η ελληνοαλβανική σχέση.

Κατ’ αρχάς, η προσπάθεια υποβάθμισης της επίμαχης δήλωσής του περί «χιούμορ» δεν πείθει. Οι πολιτικοί ηγέτες δεν λειτουργούν ως σχολιαστές σε τηλεοπτικά πάνελ· κάθε δημόσια τοποθέτησή τους έχει βάρος και συνέπειες. Το να αποδίδεται η έντονη αντίδραση της ελληνικής κοινής γνώμης σε «έλλειψη ωριμότητας» ή σε «εθνικιστικές φωνές» αποτελεί εύκολη υπεκφυγή. Αντί για αυτοκριτική, επιλέγεται η μετατόπιση ευθύνης – μια τακτική που μπορεί να εξυπηρετεί στο εσωτερικό της Αλβανίας, αλλά δύσκολα συμβάλλει στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης.

Ακόμη πιο προβληματική είναι η προσέγγισή του στο ζήτημα των περιουσιών στη Χειμάρρα. Η επιμονή ότι πρόκειται για «γενικό πρόβλημα ιδιοκτησίας» και όχι για θέμα που αφορά ειδικά την ελληνική μειονότητα αγνοεί μια βασική πραγματικότητα: η ισοπέδωση των διαφορών δεν σημαίνει και ισότητα. Όταν μια συγκεκριμένη κοινότητα καταγγέλλει συστηματικά εμπόδια, καθυστερήσεις και αμφισβητήσεις δικαιωμάτων, η γενίκευση λειτουργεί ως μηχανισμός αποσιώπησης, όχι επίλυσης. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τεχνικό ή γραφειοκρατικό· είναι βαθιά πολιτικό.
Η αναφορά στην «πρόοδο» του κτηματολογίου και στην έκδοση τίτλων ιδιοκτησίας ακούγεται θετική, αλλά παραμένει αόριστη. Δεν συνοδεύεται από σαφείς εγγυήσεις διαφάνειας, ούτε από απαντήσεις σε συγκεκριμένες καταγγελίες που έχουν επανειλημμένα τεθεί στο τραπέζι. Σε αυτό το πλαίσιο, η διαβεβαίωση ότι όλοι αντιμετωπίζονται το ίδιο δεν αρκεί – ιδίως όταν η εμπιστοσύνη έχει ήδη διαβρωθεί.

Παράλληλα, η εικόνα της «νέας Αλβανίας» που προβάλλεται είναι εν μέρει αληθινή, αλλά εμφανώς επιλεκτική. Η οικονομική ανάπτυξη και η τουριστική άνθηση είναι υπαρκτές, όμως δεν αναιρούν τα διαχρονικά προβλήματα θεσμών, κράτους δικαίου και παραοικονομίας. Η επίκληση της «ιστορικής μετάβασης» ως εξήγησης για τα πάντα κινδυνεύει να μετατραπεί σε άλλοθι για τη διαιώνιση αδυναμιών.

Αξιοσημείωτη είναι και η ρητορική διπλή γλώσσα: από τη μία, θερμά λόγια για την Ελλάδα, τον πολιτισμό της και τις επιδόσεις της οικονομίας της· από την άλλη, μια σταθερή αποδόμηση των ελληνικών ανησυχιών ως υπερβολικών ή παραπλανητικών. Αυτή η αντίφαση δεν περνά απαρατήρητη. Ο θαυμασμός, όταν δεν συνοδεύεται από συνέπεια σε πράξεις και πολιτικές, καταλήγει να μοιάζει περισσότερο με διπλωματική ευγένεια παρά με ειλικρινή στάση.
Τέλος, η συνολική στάση του Ράμα αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα: την τάση να μετατρέπονται σύνθετα διμερή προβλήματα σε επικοινωνιακά αφηγήματα. Η ελληνοαλβανική σχέση δεν έχει ανάγκη από «έξυπνες» ατάκες ούτε από αποδραματοποιήσεις. Έχει ανάγκη από σαφήνεια, συνέπεια και πολιτική βούληση για επίλυση εκκρεμοτήτων.

Όσο αυτά απουσιάζουν, οι δηλώσεις περί προόδου θα ακούγονται περισσότερο ως ευσεβείς πόθοι παρά ως πραγματική στρατηγική.

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια