Στην Ελλάδα έχουμε ένα σπάνιο πολιτικό ταλέντο: την ικανότητα να είμαστε ταυτόχρονα και υπέρ και κατά της Ευρώπης, ανάλογα με το ποιος κρατάει τον φάκελο. Όσο οι ευρωπαϊκοί θεσμοί εγκρίνουν κονδύλια, είμαστε πρωτοπόροι ευρωπαϊστές· όταν όμως αρχίζουν να τα ψάχνουν, θυμόμαστε ότι «εδώ είναι Βαλκάνια».
Η νέα γραμμή άμυνας δεν είναι πια η άρνηση – είναι η αισθητική. Δεν λέμε «δεν υπάρχει θέμα», λέμε «είναι ανοησίες». Πρόκειται για αναβάθμιση. Η πολιτική επιχειρηματολογία περνά σε επίπεδο κριτικής λογοτεχνίας: οι δικογραφίες δεν είναι απλώς λανθασμένες, είναι κακογραμμένες. Αν τις έβλεπε σοβαρός δικηγόρος, λένε, θα γελούσε. Αν τις έβλεπε κριτικός βιβλίου, ίσως να έκλαιγε.
Κάπου εδώ εμφανίζεται και το βαθύ υπαρξιακό ερώτημα: πότε ένας θεσμός είναι καλός; Όταν μας ελέγχει ή όταν ελέγχει τους άλλους; Διότι όσο κυνηγά την απάτη «γενικά», είναι χρήσιμος. Όταν όμως φτάνει στο «ειδικά», τότε γίνεται ύποπτος. Σχεδόν επικίνδυνος. Σχεδόν… πολιτικός.
Η ειρωνεία είναι ότι μέχρι χθες η συνεργασία παρουσιαζόταν ως επιτυχία. Σήμερα, η ίδια διαδικασία μοιάζει με συνωμοσία. Είναι σαν εκείνη τη σχέση που ξεκινά με «σε εμπιστεύομαι απόλυτα» και καταλήγει στο «ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να ψάχνεις τα μηνύματά μου;».
Εν τω μεταξύ, η ρητορική ανεβαίνει επίπεδο. Δεν φτάνει που οι φάκελοι είναι «ανοησίες», τώρα υπάρχει και γεωπολιτική διάσταση. Κάπου ανάμεσα σε επιδοτήσεις και emails, εμφανίζονται και οι Ρώσοι. Γιατί προφανώς, αν κάτι δεν στέκει νομικά, μπορεί πάντα να σταθεί γεωπολιτικά.
Και μέσα σε όλα αυτά, ο πολίτης παρακολουθεί ένα γνώριμο έργο:
Οι μεν λένε «σκάνδαλο»
Οι δε λένε «υπερβολές»
Και η αλήθεια, όπως πάντα, περιμένει στην ουρά της διαδικασίας
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι αν οι δικογραφίες είναι σωστές ή λάθος. Αυτό θα το κρίνουν τα αρμόδια όργανα. Το πρόβλημα είναι ότι κάθε έλεγχος βαφτίζεται επίθεση και κάθε κριτική εχθρότητα. Αν συνεχίσουμε έτσι, στο τέλος θα καταλήξουμε στο απόλυτο συμπέρασμα:
η διαφάνεια είναι καλή — αρκεί να μην μας αφορά.
Και κάπως έτσι, η χώρα που θέλει να ανήκει «στον πυρήνα της Ευρώπης» καταφέρνει πάλι να παίζει σε δύο ταμπλό:
με το ένα πόδι στις Βρυξέλλες και το άλλο σε ένα καφενείο όπου όλοι ξέρουν ότι «έλα μωρέ, έτσι γίνονται αυτά».
Άλλωστε, εδώ είναι Βαλκάνια. Δεν είναι παίξε γέλασε.
Η νέα γραμμή άμυνας δεν είναι πια η άρνηση – είναι η αισθητική. Δεν λέμε «δεν υπάρχει θέμα», λέμε «είναι ανοησίες». Πρόκειται για αναβάθμιση. Η πολιτική επιχειρηματολογία περνά σε επίπεδο κριτικής λογοτεχνίας: οι δικογραφίες δεν είναι απλώς λανθασμένες, είναι κακογραμμένες. Αν τις έβλεπε σοβαρός δικηγόρος, λένε, θα γελούσε. Αν τις έβλεπε κριτικός βιβλίου, ίσως να έκλαιγε.
Κάπου εδώ εμφανίζεται και το βαθύ υπαρξιακό ερώτημα: πότε ένας θεσμός είναι καλός; Όταν μας ελέγχει ή όταν ελέγχει τους άλλους; Διότι όσο κυνηγά την απάτη «γενικά», είναι χρήσιμος. Όταν όμως φτάνει στο «ειδικά», τότε γίνεται ύποπτος. Σχεδόν επικίνδυνος. Σχεδόν… πολιτικός.
Η ειρωνεία είναι ότι μέχρι χθες η συνεργασία παρουσιαζόταν ως επιτυχία. Σήμερα, η ίδια διαδικασία μοιάζει με συνωμοσία. Είναι σαν εκείνη τη σχέση που ξεκινά με «σε εμπιστεύομαι απόλυτα» και καταλήγει στο «ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να ψάχνεις τα μηνύματά μου;».
Εν τω μεταξύ, η ρητορική ανεβαίνει επίπεδο. Δεν φτάνει που οι φάκελοι είναι «ανοησίες», τώρα υπάρχει και γεωπολιτική διάσταση. Κάπου ανάμεσα σε επιδοτήσεις και emails, εμφανίζονται και οι Ρώσοι. Γιατί προφανώς, αν κάτι δεν στέκει νομικά, μπορεί πάντα να σταθεί γεωπολιτικά.
Και μέσα σε όλα αυτά, ο πολίτης παρακολουθεί ένα γνώριμο έργο:
Οι μεν λένε «σκάνδαλο»
Οι δε λένε «υπερβολές»
Και η αλήθεια, όπως πάντα, περιμένει στην ουρά της διαδικασίας
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι αν οι δικογραφίες είναι σωστές ή λάθος. Αυτό θα το κρίνουν τα αρμόδια όργανα. Το πρόβλημα είναι ότι κάθε έλεγχος βαφτίζεται επίθεση και κάθε κριτική εχθρότητα. Αν συνεχίσουμε έτσι, στο τέλος θα καταλήξουμε στο απόλυτο συμπέρασμα:
η διαφάνεια είναι καλή — αρκεί να μην μας αφορά.
Και κάπως έτσι, η χώρα που θέλει να ανήκει «στον πυρήνα της Ευρώπης» καταφέρνει πάλι να παίζει σε δύο ταμπλό:
με το ένα πόδι στις Βρυξέλλες και το άλλο σε ένα καφενείο όπου όλοι ξέρουν ότι «έλα μωρέ, έτσι γίνονται αυτά».
Άλλωστε, εδώ είναι Βαλκάνια. Δεν είναι παίξε γέλασε.
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών