Λένε ότι συνέλαβαν δύο νεαρούς, 22 και 23 ετών, από Φίερι και Αυλώνα, που –υποτίθεται– πάνω στο μεθύσι τους άρχισαν να σβήνουν πινακίδες στη Δρόπολη.
Η αλήθεια είναι πως το μεθύσι έχει κάνει κόσμο και κοσμάκη να κάνει απίθανα πράγματα. Να, θυμάμαι μια ιστορία: πάει ένας τύπος σε συγγενείς σε χωριό. Τον τρατάρουν τσίπουρα, κρασιά, μεζεδάκια… γίνεται τύφλα στο μεθύσι. Κάποια στιγμή, κατά τα μεσάνυχτα, εξαφανίζεται. Τον ψάχνουν μέσα, έξω, τίποτα.
Ξαφνικά, ακούγεται θόρυβος από πάνω. Βγαίνουν στην αυλή, σηκώνουν κεφάλι… και τον βλέπουν στη σκεπή να ξηλώνει κεραμίδια ένα-ένα!
— Ρε Γιάννη! Τι κάνεις εκεί πάνω;
Και γυρνάει σοβαρός:
— Προσπαθώ να φύγω χωρίς να σας ενοχλήσω!
Συμβαίνουν αυτά. Το μεθύσι σε πάει αλλού. Ξεφεύγει το πράγμα.
Αλλά υπάρχει μια μικρή διαφορά.
Ο “Γιάννης” της ιστορίας δεν πήγε στο χωριό με λοστό στην τσέπη, λέγοντας «κάτσε μην πιω και χρειαστεί να ξεσκεπάσω το σπίτι». Του ήρθε επιτόπου η φαεινή ιδέα – και ό,τι βγει.
Οι άλλοι όμως; Είχαν μαζί τους σπρέι. Δηλαδή τι; Το κουβαλούσαν για ώρα ανάγκης; «Μην τύχει και πιούμε καμιά παραπάνω και χρειαστεί να σβήσουμε καμιά πινακίδα;»
Και δεν είναι μόνο αυτό. Ο μεθυσμένος “Γιάννης” τα ξήλωνε όλα – κεραμίδια, ό,τι έβρισκε μπροστά του. Δεν έκανε διακρίσεις. Εδώ όμως έχουμε… εκλεκτικό μεθύσι. Στις δίγλωσσες πινακίδες, που υπάρχουν υποχρεωτικά από τον νόμο, σβήστηκαν μόνο τα ελληνικά.
Ε, να πω την αμαρτία μου… πολύ «εκλεπτυσμένο» μεθύσι αυτό. Με οργάνωση, εξοπλισμό και… αισθητική κατεύθυνση.
Τι να πει κανείς;
Η αλήθεια είναι πως το μεθύσι έχει κάνει κόσμο και κοσμάκη να κάνει απίθανα πράγματα. Να, θυμάμαι μια ιστορία: πάει ένας τύπος σε συγγενείς σε χωριό. Τον τρατάρουν τσίπουρα, κρασιά, μεζεδάκια… γίνεται τύφλα στο μεθύσι. Κάποια στιγμή, κατά τα μεσάνυχτα, εξαφανίζεται. Τον ψάχνουν μέσα, έξω, τίποτα.
Ξαφνικά, ακούγεται θόρυβος από πάνω. Βγαίνουν στην αυλή, σηκώνουν κεφάλι… και τον βλέπουν στη σκεπή να ξηλώνει κεραμίδια ένα-ένα!
— Ρε Γιάννη! Τι κάνεις εκεί πάνω;
Και γυρνάει σοβαρός:
— Προσπαθώ να φύγω χωρίς να σας ενοχλήσω!
Συμβαίνουν αυτά. Το μεθύσι σε πάει αλλού. Ξεφεύγει το πράγμα.
Αλλά υπάρχει μια μικρή διαφορά.
Ο “Γιάννης” της ιστορίας δεν πήγε στο χωριό με λοστό στην τσέπη, λέγοντας «κάτσε μην πιω και χρειαστεί να ξεσκεπάσω το σπίτι». Του ήρθε επιτόπου η φαεινή ιδέα – και ό,τι βγει.
Οι άλλοι όμως; Είχαν μαζί τους σπρέι. Δηλαδή τι; Το κουβαλούσαν για ώρα ανάγκης; «Μην τύχει και πιούμε καμιά παραπάνω και χρειαστεί να σβήσουμε καμιά πινακίδα;»
Και δεν είναι μόνο αυτό. Ο μεθυσμένος “Γιάννης” τα ξήλωνε όλα – κεραμίδια, ό,τι έβρισκε μπροστά του. Δεν έκανε διακρίσεις. Εδώ όμως έχουμε… εκλεκτικό μεθύσι. Στις δίγλωσσες πινακίδες, που υπάρχουν υποχρεωτικά από τον νόμο, σβήστηκαν μόνο τα ελληνικά.
Ε, να πω την αμαρτία μου… πολύ «εκλεπτυσμένο» μεθύσι αυτό. Με οργάνωση, εξοπλισμό και… αισθητική κατεύθυνση.
Τι να πει κανείς;
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών