Η Ελληνική Χούντα και οι Ιταλοί Νεοφασίστες: Ένα Δίκτυο Ιδεολογικής και Πολιτικής Συνεργασίας

Η περίοδος της δικτατορίας των Συνταγματαρχών στην Ελλάδα (1967–1974) δεν αποτέλεσε μόνο μια σκοτεινή σελίδα της νεότερης ελληνικής ιστορίας, αλλά και σημείο αναφοράς για την ευρωπαϊκή ακροδεξιά της εποχής. Μέσα στο κλίμα του Ψυχρού Πολέμου, η ελληνική χούντα ανέπτυξε σχέσεις με ιταλικούς νεοφασιστικούς κύκλους, οι οποίοι έβλεπαν στο καθεστώς της 21ης Απριλίου ένα επιτυχημένο πρότυπο αυταρχικού αντικομμουνιστικού κράτους.
Οι σχέσεις αυτές δεν περιορίζονταν μόνο στην ιδεολογική συμπάθεια. Σύμφωνα με ιστορικές έρευνες και μαρτυρίες της εποχής, διαμορφώθηκε ένα ευρύτερο δίκτυο πολιτικής συνεργασίας, ανταλλαγής πληροφοριών και επαφών ανάμεσα σε κρατικούς μηχανισμούς της Αθήνας και οργανώσεις της ιταλικής άκρας δεξιάς, σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη βρισκόταν αντιμέτωπη με πολιτική αστάθεια, κοινωνικές συγκρούσεις και τρομοκρατία.

Η Ελλάδα της 21ης Απριλίου ως πρότυπο της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς
Η επιβολή της δικτατορίας το 1967 παρουσιάστηκε από το καθεστώς ως «εθνική επανάσταση» που θα έσωζε τη χώρα από τον κομμουνισμό και την πολιτική αστάθεια. Η ρητορική αυτή βρήκε απήχηση σε ακροδεξιούς κύκλους της Ευρώπης, ιδιαίτερα στην Ιταλία, όπου ισχυρές νεοφασιστικές οργανώσεις επιχειρούσαν να ανακόψουν την άνοδο της Αριστεράς και των εργατικών κινημάτων.
Οργανώσεις όπως η Ordine Nuovo και η Avanguardia Nazionale θεωρούσαν την Ελλάδα των Συνταγματαρχών υπόδειγμα ενός ισχυρού αντικοινοβουλευτικού κράτους. Η Αθήνα μετατράπηκε σε τόπο πολιτικών επαφών, ιδεολογικής δικτύωσης και, σύμφωνα με αρκετές ιστορικές μελέτες, ασφαλές καταφύγιο για πρόσωπα της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς.
Το καθεστώς του Γεώργιος Παπαδόπουλος επένδυε έντονα στον αντικομμουνισμό και στον εθνικισμό, επιχειρώντας παράλληλα να παρουσιάσει ένα «πατριωτικό» και «λαϊκό» προσωπείο. Παρότι οι ιστορικοί διαφωνούν ως προς τον ακριβή χαρακτηρισμό της χούντας —αν δηλαδή επρόκειτο για καθαρά φασιστικό καθεστώς ή για στρατιωτική αυταρχική δικτατορία— η ιδεολογική της συγγένεια με την ευρωπαϊκή ακροδεξιά ήταν εμφανής.

Η «στρατηγική της έντασης» στην Ιταλία
Την ίδια περίοδο, η Ιταλία βυθιζόταν σε μια μακρά φάση πολιτικής βίας, γνωστή ως «στρατηγική της έντασης» (“strategia della tensione”). Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 έως και τα μέσα της δεκαετίας του 1980, η χώρα συγκλονίστηκε από βομβιστικές επιθέσεις, πολιτικές δολοφονίες και συγκρούσεις ανάμεσα σε ακροδεξιές και ακροαριστερές οργανώσεις.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, αρκετές έρευνες αποκάλυψαν διασυνδέσεις ανάμεσα σε νεοφασιστικούς κύκλους, κρατικούς μηχανισμούς ασφαλείας και διεθνή αντικομμουνιστικά δίκτυα. Η ελληνική χούντα εμφανίζεται σε πολλές ιστορικές αναφορές ως μέρος αυτού του πλέγματος σχέσεων, παρέχοντας πολιτική ή υλική υποστήριξη σε πρόσωπα και οργανώσεις της ιταλικής ακροδεξιάς.
Αν και ορισμένοι ισχυρισμοί παραμένουν αντικείμενο ιστορικής συζήτησης, είναι σαφές ότι υπήρχαν δίαυλοι επικοινωνίας ανάμεσα στο καθεστώς της Αθήνας και οργανώσεις όπως η Ordine Nuovo. Αναφορές της εποχής κάνουν λόγο για οικονομική ενίσχυση, διευκολύνσεις μετακίνησης και συνεργασία σε επίπεδο πληροφοριών.
Η πολύνεκρη βομβιστική επίθεση στο τρένο Italicus το 1974 συνδέθηκε πολιτικά με το κλίμα της ακροδεξιάς τρομοκρατίας στην Ιταλία, χωρίς ωστόσο να υπάρχει οριστική ιστορική απόδειξη ότι οργανώθηκε άμεσα σε συνεργασία με τη χούντα. Παρ’ όλα αυτά, η υπόθεση ανέδειξε το διεθνές δίκτυο σχέσεων που είχε αναπτυχθεί ανάμεσα σε ευρωπαϊκές ακροδεξιές οργανώσεις.

Παρακολούθηση και καταστολή των αντιδικτατορικών φοιτητών
Η συνεργασία ανάμεσα στη χούντα και τους Ιταλούς νεοφασίστες εκδηλώθηκε και στον τομέα της παρακολούθησης των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων και φοιτητών στην Ιταλία. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, χιλιάδες Έλληνες νέοι σπούδαζαν σε ιταλικά πανεπιστήμια και συμμετείχαν ενεργά στον αντιδικτατορικό αγώνα.
Οι ελληνικές μυστικές υπηρεσίες παρακολουθούσαν στενά τις δραστηριότητές τους, ενώ υπάρχουν καταγγελίες και μαρτυρίες για συνεργασία με ακροδεξιά δίκτυα που δρούσαν στην Ιταλία. Σε αρκετές περιπτώσεις αναφέρθηκαν εκφοβισμοί, επιθέσεις και προσπάθειες παρεμπόδισης αντιδικτατορικών εκδηλώσεων.
Η δράση αυτή εντασσόταν στη γενικότερη πολιτική του καθεστώτος να ελέγχει τους Έλληνες του εξωτερικού και να αποτρέπει τη διεθνή προβολή της αντίστασης κατά της δικτατορίας.

Διεθνής απομόνωση και κατάρρευση της χούντας
Οι σχέσεις της ελληνικής δικτατορίας με ευρωπαϊκούς ακροδεξιούς κύκλους συνέβαλαν στην επιδείνωση της διεθνούς εικόνας της χώρας. Η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με έντονες επικρίσεις από δημοκρατικές κυβερνήσεις, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Η αποχώρηση της Ελλάδας από το Συμβούλιο της Ευρώπης το 1969, υπό την πίεση καταγγελιών για βασανιστήρια και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα της διεθνούς απομόνωσης του καθεστώτος.
Η κατάρρευση της χούντας το καλοκαίρι του 1974, μετά το πραξικόπημα στην Κύπρο και την τουρκική εισβολή, σήμανε και το τέλος αυτού του πλέγματος διακρατικών ακροδεξιών σχέσεων. Ωστόσο, η ιστορική μελέτη εκείνης της περιόδου εξακολουθεί να αποκαλύπτει τις διασυνδέσεις ανάμεσα σε αυταρχικά καθεστώτα, παρακρατικούς μηχανισμούς και διεθνή ακροδεξιά δίκτυα στην Ευρώπη του Ψυχρού Πολέμου.

Διαβάστε ακόμη

👉Ακολουθήστε μας στο twitter 

Σχόλια