Τα πιο παλιά χρόνια όταν ένα νέο παιδί ή μία νέα κοπέλα ήθελε να παντρευτεί , παντρευόταν μόνο με προξενιό και ελάχιστες φόρες από αγάπη ή από έρωτα, το αντίθετο με τις μέρες μας. Το προξενιό γινόταν διάμεσου του προξενητή ή προξενήτρας.
Γύρω από το πρόσωπο του προξενητή, υπάρχουν συγκεκριμένα έθιμα, τα οποία λειτουργούσαν ως διάφορες προληπτικές ή μαγικές πράξεις από την μία για την αποφυγή του κακού, και από την άλλη για να πετύχαινε η προσπάθεια.
Γύρω από το πρόσωπο του προξενητή, υπάρχουν συγκεκριμένα έθιμα, τα οποία λειτουργούσαν ως διάφορες προληπτικές ή μαγικές πράξεις από την μία για την αποφυγή του κακού, και από την άλλη για να πετύχαινε η προσπάθεια.
Σοβαρό ρόλο έπαιζε ο προξενητής ή η προξενήτρα. Ήταν άνθρωποι ψημένοι σ’ αυτές τις δουλειές, καταφερτζήδες, ικανοί και όλοι τους εκτιμούσαν. Επίσης θα έπρεπε να ήταν ένας καλός άνθρωπος από σταθερή οικογένεια. Ο ίδιος να είχε προκόψει στην οικογένειά του, αλλά και να είχε μερικές τουλάχιστον επιτυχίες στα ζευγάρια που “έσμιγε”. Έπρεπε επίσης να γνώριζε και την όλη σχετική συμπεριφορά.Ταυτόχρονα θα έπρεπε να γνώριζε καλά τους επαίνους προς την νύφη για το γαμπρό.
Σαν χόρευαν και τραγουδούσαν στις εορτάσιμες μέρες οι νέοι και οι νέες, έπιαναν στο στόμα τους και τον έρωτα και την αγάπη και τις θυσίες που έκαναν εκείνοι π’ αγαπιόνταν και που όνειρά τους ποτέ δεν πραγματοποιούταν.Τέτοια τον παιό καιρό γίνονταν μονάχα στα τραγούδια και στο χορό. Το ζευγάρωμα των νέων είχε τους δικούς του κανόνες. Γινότανε με προξενιό, μεσολαβούσε
η προξενήτρα και συμφωνούσαν οι γονείς των παιδιών, ενώ αυτά το μάθαιναν τελευταία, όταν το καθετί είχε τελειώσει πλέον.
η προξενήτρα και συμφωνούσαν οι γονείς των παιδιών, ενώ αυτά το μάθαιναν τελευταία, όταν το καθετί είχε τελειώσει πλέον.
Όταν οι γονείς σκέφτονταν να παντρέψουν το γιό τους, διάλεγαν για νύφη κοπέλα από «τζάκι», καλή και δουλευτιάρα, όχι ακαμάτρα να ντροπιαστούν στον κόσμο. Σαν τους «γίομιζε το μάτι» για καμιά, αμέσως έπιαναν την προξενήτρα. Εκείνη δε χασομερούσε, έβαζε μπρος τα σχέδια της. Πήγαινε στης κοπέλας το σπίτι, αντάμωνε τους γονείς της και έμπαινε στο θέμα: «Έρχομαι από τον τάδε, τον ξέρεις, και γυρεύει την κοπέλα σου για το παιδί του, το ξέρεις. Ξέρεις και τι φαμπίλια είναι, και το έχος της το ξέρεις, ταιριαστό ζευγάρι θα γένει…»
Η ικανότητά της να μη σταματάει το στόμα της ήταν σίγουρο μέσο για να “ψήσει” τη δουλειά. Αράδιαζε τα προτερήματα του παιδιού και τέλειωνε: «Αν το θέλετε το παιδί για γαμπρό , να γίνει παιδί σας και τιμάτε το σπίτι του, δώστε μου το λόγο, μη χαλάτε την τύχη της κοπέλας, συλλοϊστήτε (σκεφτείτε ) και’ ακούστε με, εγώ το καλό σας θέλω….»
Ο προξενητής για μια αρραβώνα ήταν απαραίτητος και καμάρωνε που έκανε το «ψυχικό», όπως έλεγαν. Κι ας ήταν καλή ή κακή η προξενιά. Και ο πατέρας και η μητέρα του κοριτσιού ή του αγοριού άκουαν τότε με προσοχή τα λόγια του προξενητή. Να σημειώσουμε ότι ο προξενητής, εάν ήταν σεβαστό πρόσωπο και κάλος νοικοκύρης, τότε είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη στα λεγόμενά του. Συμφωνούσαν οι γονείς και της έλεγαν: «Η ώρα της η καλή και σε ευχαριστούμε που μας προτιμήσαταν»
Ο προξενητής για μια αρραβώνα ήταν απαραίτητος και καμάρωνε που έκανε το «ψυχικό», όπως έλεγαν. Κι ας ήταν καλή ή κακή η προξενιά. Και ο πατέρας και η μητέρα του κοριτσιού ή του αγοριού άκουαν τότε με προσοχή τα λόγια του προξενητή. Να σημειώσουμε ότι ο προξενητής, εάν ήταν σεβαστό πρόσωπο και κάλος νοικοκύρης, τότε είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη στα λεγόμενά του. Συμφωνούσαν οι γονείς και της έλεγαν: «Η ώρα της η καλή και σε ευχαριστούμε που μας προτιμήσαταν»
Το παιδί ήθελε δεν ήθελε την κοπέλα θα την έπαιρνε γιατί έτσι είχαν αποφασίσει οι γονείς του και οι γονείς την νύφη την διάλεγαν με τα προσόντα που είχε και την ικανότητα για δουλείες στο σπίτι και στον κάμπο.
Η προξενήτρα “τσακίζονταν” να γυρίσει την απάντηση. Η προξενιά τελείωσε. Με το δίκιο της καμάρωνε για την αξιάδα[1] της, αλλά και για το μπαξίσι[2] που της ανήκε.
Η προξενήτρα “τσακίζονταν” να γυρίσει την απάντηση. Η προξενιά τελείωσε. Με το δίκιο της καμάρωνε για την αξιάδα[1] της, αλλά και για το μπαξίσι[2] που της ανήκε.
Οι μελλόνυμφοι!-«ούτε ρωτησάμενοι, ούτε ‘ποκρισάμενοι»[3]. Έπρεπε να ετοιμαστούν να μπουν σ’ άλλο χορό. Και ως τότε μη θαρρέψουν και ανταμώσουν[4] πουθενά- ντροπή και μεγάλο ρεζιλίκι για τα σπίτια τους! Αν συντύχαιναν στο δρόμο καμία φορά, κόκκινο από ντροπή γινότανε το πρόσωπο της κοπέλας. Κάπου στα πανηγύρια, στην εκκλησιά κρυφό κοιτούσαν ο ένας τον άλλον, απ’ αλάργα-που να ζυγώσουν[5]…
Όταν το προξενιό ήταν χωρίς τη θελήσει της κοπέλας τραγουδούσε στην μάνα της:
Όταν το προξενιό ήταν χωρίς τη θελήσει της κοπέλας τραγουδούσε στην μάνα της:
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών