
Δερβιτσιώτισσα νέα φοράει την παραδοσιακή στολή της νύφης (Αγαθή Ιωάννη Μπαρούτα)
(συνέχεια από το προηγούμενο)
Το στόλισμα της νύφης γίνονταν από έμπειρες «στολίστρες», οι οποίες έπλεκαν σφιχτά την κοτσίδα (πλεξίδα) της, ώστε να άντεχε στα κουνήματα του χορού επί δύο ημέρες. Έδεναν όμορφα το μαντήλι με τη σκούφια[1], την τραχηλιά[2] με τα φλωριά[3] στο στήθος, την ποδιά[4]με τα κεντήματα, τις κάλτσες κλπ. Τραγουδώντας:
Στολίζεται μια λυγερή
απ’το πρωί ως το βράδυ
και περιμένει τον αητό
για να έρθει να πάρει.
Βάνει τον ήλιο πρόσωπο
και το φεγγάρι φρύδια
και τον καθάριο ουρανό
τον βάζει δαχτυλίδια.
Όρθια η νύφη, ακίνητη σαν άγαλμα στέκει. Αντέχει με μεγάλη υπομονή σ’όλα τα μαρτύρια που τις κάνουν οι στολίστρες[5]. Τη νύφη την στόλιζαν δύο φορές μία το Σάββατο, που είναι το τραπέζι για τους δικούς της συγγενείς, φορόντας ένα απλό άσπρο φόρεμα και την Κυριακή φορόντας την, με την παραδοσιακή νυφιάτικη στολή.Προτού στολίσουν τη νύφη, την Κυριακή το πρόγευμα εκ μέρους του γαμπρού πήγαιναν λίγα άτομα στο πατρικό της σπίτι με τα ασημικά. Τα ασημικά ήταν η σκούφια με τα φλωριά και η τραχηλιά, η οποία αποτελούνταν από 2 ως 3 ή και 4 αρμαθιές με φλωριά- λίγα μεγάλα και τα πιο πολλά μικρά- ολόχρυσα. Υπήρχαν όμως και στη σκούφια φλωριά όχι από καθαρό χρυσό, αλλά επιχρυσωμένα. Το ίδιο και οι τραχηλιές μπορεί να ήταν επιχρυσωμένες. Στο τέλος της έβαζαν το μπούλωμα[6] στο κεφάλι και από τότε άρχιζε το καμάρωμα[7]. Αυτό στις μέρες μας δεν συνηθίζεται.
Εκτός των παραπάνω, με τα ασημικά μπορούσε να στείλει και κανένα βραχιόλι ή κανένα μενταγιόν με σταυρό ή καδένα κ.ά. Η στολίστρα ασχολούνταν για αρκετή ώρα για να καλοστολίσει τη νύφη. Επίσης οι στολίστρες έπρεπε να μπουν στο χορό μαζί με τις φίλες της νύφης και αφού θα πλησίαζε η ώρα του αποχωρισμού απ’τους γονείς, αυτές θα έλεγαν το παρακάτω τραγούδι:
Άσπρη, κάτασπρη βαμβακιά την είχα στην αυλή μου,
τη σκάλιζα, την πότιζα, την είχα για δική μου
κι ήρθε ξένος πεντάξενος, ήρθε και μου την πήρε.
Δεν σ’το΄πα εγώ, μανούλα μου, όλη την εβδομάδα,
τον ξένο μην τον καρτερείς, στο σπίτι μη τον μπάζεις,
ο ξένος όπου έρχεται πλανεύει μαύρα μάτια…
Κρύψε με μάνα, κρύψε με, ο ξένος μη με πάρει!
Που να σε κρύψω, μάτια μου, πού εσύ του ξένου είσαι;
Οι ευχές για ευτυχία και λαμπρό μέλλον της νύφης συνεχίζονταν. Εύχονταν οι συγγενείς, οι φίλες της νύφης και πολλοί συγχωριανοί και κερνούσαν τη νύφη ρίχνοντας χρήματα στο δίσκο, όταν τους κερνούσαν γλυκό ή λουκούμι.
ΞΥΡΙΣΜΑ ΚΑΙ ΝΤΥΣΙΜΟ ΤΟΥ ΓΑΜΠΡΟΥ
Την Κυριακή το πρωί στο σπίτι του γαμπρού πηγαίνει ο μπαρμπέρης (κουρέας) κατόπιν παραγγελίας του γαμπρού, για να τον κουρέψει και να τον ξυρίσει. Έτσι θα ήταν λαμπερός και ευπαρουσίαστος, όταν θα πήγαινε να πάρει την νύφη και να στεφανωθούν. Όπως λέει και μια Πανελλήνια παροιμία: «Στο τέλος ξυρίζουν τον γαμπρό».

Δερβιτσιώτης νέος από το σόι του Σύρμου στην Κωνσταντινούπολη. Συμμετείχε στη συγγραφική ομάδα του Παπαριγόπουλου, κατά τη συγγραφή των τόμων της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους
Κατά το ξύρισμα του γαμπρού μια ομάδα γυναικών τραγουδούσε:
Αργυρό ξυράφι και μαλαματένιο,
τράβα αγάλι-αγάλι σε γαμπρού κεφάλι,
τρίχα μην του αφήσεις και τον ασχημίσεις…
Αφού τελείωνε το ξύρισμα και το λούσιμο του γαμπρού, οι φίλοι του έφερναν το κουστούμι και τα καλογυαλισμένα παπούτσια του. Ενώ ο γαμπρός ντύνόταν οι γυναίκες τραγουδούσαν:
Γαμπρέ μου ποιος σε αρμάτωσε,
με την ευχή, με την ευχή!
Αφέντης μου σε αρμάτωσε,
με την ευχή, με την ευχή!
Το απόγευμα της Κυριακής, οι συγγενείς, οι φίλοι και γενικά όλοι οι καλεσμένοι, το ψίκι όπως το λέμε, ξεκινούσαν για να πάρουν τη νύφη. Μπροστά πηγαίνει το μπαϊράκι, που το κρατούσε ένα λεβεντόπαιδο. Πίσω ο γαμπρός με τους κουμπάρους δίπλα του. Η βλάμενα[8] κρατάει τα παπούτσια της νύφης σε ένα μαντίλι κεντημένο. Ακολουθούσαν τα βιολιά και μετά οι συγγενείς και οι φίλοι που χορεύουν και τραγουδούν σε όλο το δρόμο ως το σπίτι της νύφης.
Κίνησε το τσιρόπουλο να πάει να πάρει νύφη
με τριακόσιους άρχοντες και εξήντα παλικάρια
Καλότυχη η μάνα που προβοδάει τον ήλιο
που προβοδάει τον ήλιο να πάρει το φεγγάρι.
Βρε καλέ γαμπρέ και αρματωμένε,
που αρματώνεσαι και πού πηγαίνεις;
Άσπρε στααυρετέ μου, για κοντό καρτέρι
να πάρεις πέτρα να ανεβείς λιθάρι,
να ανεβείς λιθάρι να καβαλικέψεις,
Κινήστε παλικάρια, κινήστε λεβεντάδες.
Κινήστε για να πάτε να πάρουμε τη νύφη.
Στο σπίτι της νύφης οι γονείς του γαμπρού δεν πήγαιναν, πήγαιναν αμέσως στην εκκλησία και τους περίμεναν εκεί. Αυτό γίνεται και στις μέρες μας. Τραγουδούν στην μάνα για την κόρη:
Έβγα μάνα δες τον ήλιο
ήρθε η ώρα για να φύγω,
έβγα δες και το φεγγάρι
ήρθε ο νιος για να με πάρει.
Μάνα μου στον οβορό σου
κλέβουν το βασιλικό σου.
Μάνα μου στην λογαριά σου
κλέβουν την τριανταφυλλιά σου.
Μόλις μπει στο σπίτι ο γαμπρός, η πεθερά του, τον στην πόρτα. Τότε του βάζει στην τσέπη του σακακιού ένα άσπρο μεταξωτό μαντήλι και τον φιλά στο μέτωπο και αυτός της φιλάει το χέρι. Και οι τραγουδιστές άρχιζαν να τραγουδούν:
Έβγα μάνα δες τον ήλιο
ήρθε η ώρα για να φύγω,
έβγα δες και το φεγγάρι
ήρθε ο νιος για να με πάρει.
Μάνα μου στον οβορό σου
κλέβουν το βασιλικό σου.
Μάνα μου στην λογαριά σου
κλέβουν την τριανταφυλλιά σου.
Και οι τραγουδιστές άρχιζαν να τραγουδούν:
Τι είναι τούτοι που ήρθαν έξω; Μωρή νύφη,
Τι είναι τούτοι που ήρθαν έξω; Τζικονύφη.
Μέσα από το σπίτι για να δουν την νύφη τραγουδούσαν:
Για παραμεράτε, φίλοι,
για να δούμε εμείς την νύφη.
Για να δούμε ποιον μοιάζει,
τον πατέρα για την μάνα.
Οι συμπέθεροι από τα δυο μέρη, δίνουν τα χέρια και ανταλλάσσουν ευχές. Μετά πιάνουν θέση στο δωμάτιο όπου έχει στρωθεί το τραπέζι .Στην αρχή πιάνουν θέση οι συγγενείς του γαμπρού, ο κουμπάρος και ο βλάμης[9], κοντά στο γαμπρό και μερικοί από τους πλησιέστερους της νύφης. Στο κέντρο μένει ο γαμπρός με τον κουμπάρο. Το τραπέζι είναι στρωμένο με τηγανίτες, μέλι, δίπλες, διάφορα φρούτα, σύμφωνα με την εποχή, σαλάτες, μεζέδες, κρέας ψητό κλπ.
Αρχίζουν τα τραγούδια:
Φίλοι, καλώς τον βρήκαμε τούτον τον νοικοκύρη
με τα γλυκά του τα κρασιά, με τα καλά τα λόγια.
Φάτε και πιείτε , βρε παιδιά, χαρήτε να χαρούμε…
Μετά απαντούσαν οι συμπέθεροι από το γαμπρό:
Φίλοι καλώς ορίσατε, συμπέθεροι καινούργιοι
με την καλή σας συντροφιά με τα καλά σας λόγια.
Πριν να φύγουν από το σπίτι της νύφης έπαιρναν το γιούκι. Τα πιο παλιά χρόνια το γιούκι το φόρτωναν σε άσπρο άλογο, ενώ στις μέρες μας το βάζουν σε άσπρο αμάξι και το πηγαίνουν στο σπίτι του γαμπρού. Εκεί το στοίβαζαν πάνω στον κομμό ή πιό παλιά στο σεντούκι . Πρώτα έβαζαν το στρώμα, μετά την τσέργα (φλοκάτη, βελέντζα με διάφορα χρώματα) μετά τα παπλώματα, μαξιλάρια κ.ά. στολισμένα με κορδέλιες και δεν το σκέπαζαν, για να τα βλέπουνε όλοι οι συμπέθεροι και οι συγχωριανοί τον πλούτο της νύφης.
Όπως αναφέραμε και πιο πάνω η βλάμενα κρατούσε τα παπούτσια. Παλαιότερα αντί των λούστρινων παπουτσιών, η νύφη φορούσε κόκκινες πόχες (είδος παπουτσιών) με τις κόκκινες «τζούφες». Αυτό το έθιμο εξαφανίστηκε προ πολλού και αντικαταστάθηκε με λούστρινα παπούτσια.
Τα παπούτσια τα φορούσε στην νύφη είτε η βλάμενα είτε κάποιο αγόρι για να κάνει η νύφη νωρίς παιδί.

Δερβιτσιώτικο ψίκι το 1942 στην παλαιά πλατεία του χωριού μας (Νταμπόρι)
(Συνέχεια στην επόμενη ανάρτηση)
[1] Η ΣΚΟΥΦΙΑ: ΦΟΡΙΟΝΤΑΝ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΤΗΣ ΝΥΦΗ ΚΑΙ ΣΤΟΛΙΖΟΝΤΑΝ ΜΕ ΑΝΘΗ.
[2] Η ΤΡΑΧΗΛΙΑ: ΣΕΙΡΑ ΑΠΟ ΧΡΥΣΑ Ή ΚΑΙ ΕΠΙΧΡΥΣΩΜΕΝΑ ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ Η ΟΠΟΙΑ. ΤΟΠΟΘΕΤΕΙΤΑΙ ΠΑΝΩ ΑΠ’ ΤΟ ΚΟΡΜΙ ΤΗΣ ΝΥΦΗΣ.
[3]ΦΛΩΡΙΑ Ή ΦΛΟΥΡΙΑ: ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ ΕΚΕΙΝΗΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ.
[4]Η ΠΟΔΙΑ: ΚΕΝΤΗΜΕΝΩ ΚΑΙ ΑΡΚΕΤΑ ΦΙΛΟΤΕΧΝΗΜΕΝΟ ΕΙΔΙΚΑ ΣΤΗ ΔΡΟΠΟΛΗ ΥΦΑΣΜΑ ΠΟΥ ΜΠΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΜΠΡΟΣΤΙΝΟ ΣΤΟ ΚΑΤΩ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΝΥΦΗΣ.
[5]ΟΙ ΣΤΟΛΙΣΤΡΕΣ: ΚΥΡΙΩΣ ΟΙ ΚΟΠΕΛΕΣ ΠΟΥ ΣΤΟΛΙΖΑΝ ΤΗ ΝΥΦΗ.
[6]ΜΠΟΥΛΩΜΑ: ΤΟ ΣΚΕΠΑΣΜΑ (ΕΔΩ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΤΗ ΝΥΦΗΣ).
[7]ΚΑΜΑΡΩΜΑ: ΕΚ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΚΑΜΑΡΩΝΩ, ΘΑΥΜΑΖΩ (ΕΔΩ Ο ΘΑΥΜΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΝΥΦΗΣ).
[8] Η ΒΛΑΜΕΝΑ: Η ΓΥΝΑΙΚΑ Η ΟΠΟΙΑ ΗΤΑΝ ΚΑΘΟΡΙΣΜΕΝΗ ΑΠ’ ΤΟ ΓΜΑΠΡΟ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΣΥΓΓΕΝΗΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΑΓΑΝΩΣΗ
ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ. ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ ΦΟΡΟΥΣΕ ΚΑΙ ΑΥΤΗ ΝΥΦΙΑΤΙΚΗ ΣΤΟΛΗ ΛΙΓΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΑΠΟ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΣ ΝΥΦΗ.
[9]Ο ΒΛΑΜΗΣ: Ο ΑΔΕΛΦΟΠΟΙΗΤΌΣ (ΛΕΞΗ ΠΡΟΕΡΧΟΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΚΗ ΛΕΞΗ ΑΔΕΛΦΟΣ “VLLAI”. ΚΑΘΟΡΙΣΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΑΜΠΡΟ. ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΑΙ ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗ ΣΥΖΗΓΟ ΤΟΥ, ΤΗ ΒΛΑΜΕΝΑ ΤΗΝ ΟΡΑΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ. ΤΗ ΣΕΙΡΑ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΑΝΟΜΗ ΤΗΣ ΡΑΚΗΣ (ΤΣΙΠΟΥΡΟ) ΣΤΟ ΓΑΜΗΛΙΟ ΤΡΑΠΕΖΙ.
dervitsani.gr
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών