Η ναυμαχία της Σαλαμίνας

Η ναυμαχία αυτή έγινε το 480 π.Χ, πιθανότατα στις 22 Σεπτεμβρίου και
αντίπαλοι ήταν η Περσική Αυτοκρατορία και η συμμαχία Ελληνικών πόλεων κρατών.
Η νίκη των Ελλήνων ήταν αποφασιστική και αναπάντεχη. Ο άνθρωπος του οποίου η
στρατηγική ξεδιπλώθηκε για τη νίκη αυτή, ήταν ο Αθηναίος Θεμιστοκλής.

Καμίας άλλης μάχης το αποτέλεσμα δεν επηρέασε τόσο πολύ την πορεία
του ανθρώπινου πολιτισμού, όσο η ναυμαχία της Σαλαμίνας.

Συνέπεια αυτής της νίκης είναι ο χρυσός αιώνας της Αθήνας (του Περικλή)
με όλα τα αδιανόητα επιτεύγματα. Οι συνέπειες αυτής της νίκης είναι η κατεξοχήν
εικόνα της Αρχαίας Ελλάδας. Σήμερα, θα ήταν ορθότερο, αντί να λέει όλος ο δυτικός
κόσμος «είμαστε όλοι Έλληνες», να λέει «είμαστε όλοι Αθηναίοι».

Μετά τη νίκη αυτή, η δημοκρατία έλαμψε ως πολίτευμα, η φιλοσοφία
έθεσε τα μεγάλα ερωτήματα, οι τέχνες άνθισαν και, το σπουδαιότερο από όλα, η
επιστήμη δεν ήταν μυστικό. Αν αυτή η νίκη δεν είχε επιτευχθεί, όλες οι
επιστημονικές γνώσεις θα ήταν για πολύ λίγους ιερείς χωρίς σημαντική εξέλιξη.

Κανένας από τους πρωταγωνιστές της μάχης αυτής δεν γνώριζε τη
σπουδαιότητά της, ούτε τη σπουδαιότητα των ίδιων. Οι Έλληνες πολεμούσαν για
την ελευθερία τους και οι Πέρσες για την κυριαρχία.

Το 2021 θα έχουν περάσει ακριβώς 2500 χρόνια και θα συμπίπτει πάντα με
την επέτειο της Ελληνικής Επανάστασης.

Ας πούμε λίγα πράγματα για της ιστορία των Περσικών πολέμων, μάχη του
οποίου αποτελεί και η ναυμαχία της Σαλαμίνας.


Οι Περσικοί Πόλεμοι ή τα Μηδικά, διεξήχθησαν στο πρώτο μισό του 5ου
αιώνα π.Χ., μεταξύ των Ελλήνων και των Περσών. Οι διαμάχες αυτές ξεκίνησαν από
την κατάκτηση της Ιωνίας από τον Κύρο Β´. Την πρώτη φάση των πολέμων, η οποία
ήταν και η αιτία μετέπειτα συγκρούσεων, αποτέλεσε η Ιωνική Επανάσταση.

Η Ιωνική Επανάσταση (500/499 π.Χ. - 494 π.Χ.), και οι σχετικές
επαναστάσεις στην Αιολίδα, στη Δωρίδα, στην Κύπρο και στην Καρία ήταν
στρατιωτικές εξεγέρσεις πολλών περιοχών της Μικράς Ασίας κατά της περσικής
κυριαρχίας και έληξαν με την αποφασιστική νίκη των Περσών και την κατάπνιξη της
εξέγερσης. Αιτία της επανάστασης ήταν η δυσαρέσκεια των κατοίκων
των ιωνικών πόλεων εναντίον των τυράννων, τους οποίους οι Πέρσες διόριζαν
κυβερνήτες στις ιωνικές πόλεις, και οι μεμονωμένες ενέργειες δύο τυράννων από
την Μίλητο· του Ιστιαίου και του Αρισταγόρα. Οι πόλεις της Ιωνίας είχαν υποταχθεί
στους Πέρσες το 547/6 π.Χ. και από τότε διοικούνταν από ντόπιους τυράννους
διορισμένους από τον σατράπη στις Σάρδεις. 

Το 499 π.Χ. ο τότε τύραννος της Μιλήτου, Αρισταγόρας, με στόχο να ενισχύσει την θέση του, ξεκίνησε με την υποστήριξη του σατράπη Αρταφέρνη μια εκστρατεία εναντίον της Νάξου.

Η πολιορκία της Νάξου απέτυχε και για να αποφύγει μια πιθανή απομάκρυνσή του
από την ηγεσία της Μιλήτου, ο Αρισταγόρας κήρυξε στην πόλη του δημοκρατία,
προκάλεσε την πτώση άλλων τυράννων σε πόλεις της Ιωνίας και υποκίνησε έναν
γενικό ξεσηκωμό των Ιώνων εναντίον της περσικής κυριαρχίας.

Από τις ελληνικές πόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδος, μονάχα η Αθήνα και
η Ερέτρια δέχθηκαν να βοηθήσουν και έστειλαν 25 τριήρεις. Οι επαναστάτες
έκαψαν τις Σάρδεις, ωστόσο υπέστησαν βαριά ήττα στην Έφεσο. Για τρία χρόνια, οι
Πέρσες κατέπνιγαν την εξέγερση στην Καρία και το 494 π.Χ. ανασυντάχθηκαν,
νίκησαν τους Ίωνες στη ναυμαχία της Λάδης - μετά την αποστασία των Σαμίων - και
κατέστρεψαν την Μίλητο.

Η Ιωνική Επανάσταση αποτελεί την πρώτη μεγάλη πολεμική σύρραξη
μεταξύ Ελλήνων και Περσών και την πρώτη φάση των Περσικών Πολέμων. Παρόλο
που οι ιωνικές πόλεις επανακτήθηκαν, ο βασιλιάς Δαρείος ορκίστηκε να εκδικηθεί
την Αθήνα και την Ερέτρια για την υποστήριξή τους. Καθώς, όμως, σύμφωνα με τον
Ηρόδοτο, είδε ότι οι πολυάριθμες ελληνικές πόλεις αποτελούσαν μία διαρκή απειλή
για την σταθερότητα της αυτοκρατορίας του, ο Δαρείος αποφάσισε να κατακτήσει
όλη την Ελλάδα.

Το 492 π.Χ. η πρώτη περσική εισβολή στην Ελλάδα, η επόμενη φάση των
Περσικών Πολέμων, είναι άμεσο αποτέλεσμα της Ιωνικής Επανάστασης.
ο Μαρδόνιος κατέλαβε τη Θράκη και τη Μακεδονία, ωστόσο ο στόλος του
ναυάγησε στο Όρος Άθως.

Δύο χρόνια αργότερα, ο Δάτης και ο Αρταφέρνης κατάφεραν να
κατακτήσουν τις Κυκλάδες, τη Νάξο και την Ερέτρια, ωστόσο υπέστησαν βαριά ήττα
στον Μαραθώνα.

Μετά τον θάνατο του Δαρείου, την ηγεσία των Περσών ανέλαβε ο Ξέρξης,
ο οποίος επιτέθηκε στην Ελλάδα, το 480 π.Χ, με σκοπό να την κατακτήσει ολόκληρη.

Αν και αρχικά ο στρατός του είχε επιτυχίες (Θερμοπύλες, Αρτεμίσιο), οι Έλληνες
κατάφεραν να νικήσουν τους Πέρσες στη ναυμαχία της Σαλαμίνας και το επόμενο
έτος στην μάχη των Πλαταιών και στη ναυμαχία της Μυκάλης.

Μετά τις τελευταίες δύο αναφερόμενες μάχες, οι Έλληνες επιτέθηκαν
στη Μικρά Ασία. Τότε ιδρύθηκε η Δηλιακή Συμμαχία, η οποία συνέχισε τον πόλεμο
με τους Πέρσες για ακόμα τριάντα έτη. Οι Έλληνες πολέμησαν τους Πέρσες στη
Θράκη, στην Αίγυπτο, στη Μικρά Ασία και στην Κύπρο. Μετά τις συγκρούσεις αυτές,
υπεγράφη η Ειρήνη του Καλλία, κάτι που σήμαινε τη λήξη των πολέμων και τη νίκη
των Ελλήνων.

Η ναυμαχία
Ο στόλος της Αθήνας, πριν τη ναυμαχία αριθμούσε 180 πλοία, της Κορίνθου 40,
της Αίγινας 30, της Χαλκίδας 20, των Μεγάρων 20, της Σπάρτης 16, της Σικυώνας (Κιάτο) 15
και ακολουθούν και άλλες πόλεις κράτη με λιγότερα. Το σύνολο του ελληνικού στόλου
αριθμούσε 366 πλοία, ενώ του περσικού 1207.

Ο Θεμιστοκλής, μετά την ήττα στις Θερμοπύλες, προσπάθησε να πείσει
τους Αθηναίους να εγκαταλείψουν την πόλη τους, καθώς προέβλεψε την
καταστροφή της. Οι Αθηναίοι έφυγαν από την πόλη και πήγαν στη Σαλαμίνα,
στην Αίγινα και στην Τροιζήνα. Ο Θεμιστοκλής κατάφερε να πείσει τους Αθηναίους,
επικαλούμενος τον χρησμό της Πυθίας, ο οποίος έλεγε ότι οι Αθηναίοι θα σωθούν
σε ξύλινα τείχη, δηλαδή στις τριήρεις, όπως το ερμήνευσε ο Θεμιστοκλής. Όσοι
άνδρες ήταν σε θέση να πολεμήσουν μπήκαν στις τριήρεις, ενώ στην Αθήνα έμειναν
λίγοι γέροι και άρρωστοι.

Ο στόλος των Ελλήνων κατευθύνθηκε στη Σαλαμίνα, με σκοπό να βοηθήσει
την εκκένωση της Αττικής.

Μετά τη νίκη τους στις Θερμοπύλες, οι Πέρσες κατέστρεψαν τη Βοιωτία,
τις Πλαταιές και τις Θεσπιές, ενώ αργότερα κινήθηκαν για να καταλάβουν την άδεια
Αθήνα. Στη Σαλαμίνα, ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Ευρυβιάδης και οι υπόλοιποι
Πελοποννήσιοι επέμεναν να προστατεύσουν τον Ισθμό της Κορίνθου,
καταστρέφοντας τον μοναδικό δρόμο που οδηγούσε εκεί και χτίζοντας τείχος γύρω
από αυτό.

Ο Θεμιστοκλής, από την άλλη, επέμενε ότι ο ελληνικός στόλος έπρεπε να
μείνει στη Σαλαμίνα για να πολεμήσει. Στο συμβούλιο που συγκλήθηκε πριν τη
ναυμαχία, ο Θεμιστοκλής διέκοπτε συνέχεια τον ναύαρχο των
Κορινθίων, Αδείμαντο. Ο Ευρυβιάδης, τότε, του είπε ότι αυτούς που ξεκινούν πριν
το σύνθημα τους ραπίζουν, ενώ ο Θεμιστοκλής του απάντησε ότι αυτοί που
ξεκινούν πολύ μετά το σύνθημα δεν παίρνουν ποτέ βραβείο. Ο Ευρυβιάδης
προσπάθησε να χτυπήσει τον Θεμιστοκλή, ο οποίος απέφυγε το χτύπημα και είπε
την γνωστή φράση πάταξον μέν, ἄκουσον δέ. Τότε ο Ευρυβιάδης ηρέμησε.

Ο Αδείμαντος πίστευε ότι ο ελληνικός στόλος έπρεπε να σταματήσει τους
Πέρσες στον Ισθμό της Κορίνθου. Ο Θεμιστοκλής θύμισε στους συμμάχους
τη ναυμαχία του Αρτεμισίου λέγοντας ότι η ναυμαχία σε κλειστό χώρο θα
λειτουργούσε προς όφελος τους. Ο Αδείμαντος όμως αποκάλεσε απάτριν τον
Θεμιστοκλή, επειδή ο Ξέρξης είχε κάψει την Αθήνα. Οργισμένος, ο Θεμιστοκλής
δήλωσε ότι οι Αθηναίοι είχαν την πατρίδα τους στις 200 τριήρεις που έφεραν στη
Σαλαμίνα, προειδοποιώντας τους Έλληνες ότι οι Αθηναίοι μπορούσαν να μεταβούν
στην Ιταλία, όπου θα έβρισκαν καλύτερη πατρίδα και οι Έλληνες θα θυμηθούν τα
λόγια του γιατί θα μείνουν χωρίς στόλο. Ο Ευρυβιάδης υποχώρησε αλλά οι άλλοι
στρατηγοί, βλέποντας την Αθήνα να καίγεται και τον εχθρικό στόλο να βρίσκεται
στο Φάληρο, ετοιμάζονταν να πλεύσουν στον Ισθμό της Κορίνθου.

Τη νύχτα, ο Θεμιστοκλής έστειλε στο περσικό στρατόπεδο τον πέρση δούλο
του Σίκιννο, για να πει στους Πέρσες ότι μερικοί Έλληνες σκόπευαν να φύγουν από
τη Σαλαμίνα και ότι ήταν η καλύτερη ευκαιρία για να τους περικυκλώσουν και να
τους καταστρέψουν. Ο Θεμιστοκλής ζήτησε επίσης από τον Σίκιννο να πει στον
Ξέρξη ότι οι Πέρσες θα επικρατούσαν στον πόλεμο, όχι οι Έλληνες.

Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, την αυγή, όταν οι Έλληνες μπήκαν στα πλοία
τους, οι Πέρσες τους επιτέθηκαν. Αν οι Πέρσες εισήλθαν στα στενά κατά το
ξημέρωμα, οι Έλληνες είχαν χρόνο να πάρουν τις θέσεις τους.

Ο Αισχύλος δηλώνει ότι όταν οι Πέρσες εισήλθαν στα στενά, πριν δουν τον
ελληνικό στόλο, είχαν ακούσει το πολεμικό τραγούδι των Ελλήνων, τον παιάνα:

Ὦ παῖδες Ἑλλήνων ἴτε,
ἐλευθεροῦτε πατρίδα, ἐλευθεροῦτε δὲ
παῖδας, γυναῖκας, θεῶν τέ πατρῴων ἕδη,
θήκας τε προγόνων· νῦν ὑπὲρ πάντων ἀγών.

Εμπρός, γιοί των Ελλήνων,
ελευθερώστε την πατρίδα, ελευθερώστε
τα παιδιά σας, τις γυναίκες σας, τους βωμούς των θεών των πατέρων σας
και τους τάφους των προγόνων σας: τώρα είναι ο αγώνας για τα πάντα.

Εκείνη τη στιγμή, φαίνεται ότι οι Πέρσες αποδιοργανώθηκαν, ενώ ήταν
φανερό ότι οι Έλληνες ήταν έτοιμοι για επίθεση. Αλλά, αντί να επιτεθούν, οι
Έλληνες υποχώρησαν. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, αυτό έγινε για να παραταχθούν
σε καλύτερη θέση και για να κερδίσουν χρόνο. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι
Έλληνες, καθώς υποχωρούσαν, είδαν μια γυναίκα που τους έλεγε ὦ δαιμόνιοι, μέχρι
κόσου ἔτι πρύμνην ἀνακρούεσθε (μετ. ω δαιμόνιοι, μέχρι που σκοπεύετε να
φθάσετε με τα πλοία σας;).

Ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Ευρυβιάδης έδωσε το σήμα για επίθεση. Στην
αρχή, ένα ελληνικό πλοίο, με ένα απλό χτύπημα, διέλυσε το πιο κοντινό περσικό
πλοίο. Οι Αθηναίοι δήλωσαν ότι ήταν το πλοίο του Αμεινία, Αθηναίου από
την Παλλήνη, αν και οι Αιγινήτες ισχυρίστηκαν ότι ήταν ένα από τα δικά τους πλοία.

Τότε, τα ελληνικά πλοία επιτέθηκαν.
Οι Έλληνες έχασαν 40 τριήρεις, ενώ οι Πέρσες φαίνεται να έχασαν 200
πλοία. Ο Ηρόδοτος δηλώνει ότι πολλοί Πέρσες χάθηκαν επειδή δεν ήξεραν να
κολυμπούν.

Ο Ξέρξης, φοβούμενος ότι οι Έλληνες θα κατέστρεφαν τη γέφυρα του
Ελλησπόντου, αποφάσισε να υποχωρήσει με το μεγαλύτερο μέρος του στρατού
του - ο Μαρδόνιος έμεινε με τους στρατιώτες που διάλεξε και πέρασε τον χειμώνα
στη Βοιωτία και στη Θεσσαλία, για να συνεχίσει τον πόλεμο κατά των Ελλήνων την
Άνοιξη, όπου έγινε η μάχη των Πλαταιών, ενώ οι Αθηναίοι επέστρεψαν στην πόλη
τους.

Η μεγάλη μάχη του πολέμου είχε δοθεί. Οι Έλληνες είχαν νικήσει.

Σχόλια