Η Ορθοδοξία κάτω από τον έλεγχο του Κομμουνιστικού Κόμματος Αλβανίας

Με την γέννηση του αλβανικού κράτους το 1912, η Ορθοδοξία βρέθηκε σε δυσμενή θέση καθώς εκπροσωπούσε µία μειοψηφία της τάξης του 20% των κατοίκων και ολόκληρη η κρατική μηχανή, που είχε κληροδοτηθεί στο νεοϊδρυθέν κράτος από την οθωμανική αυτοκρατορία, βρίσκονταν στα χέρια της μουσουλµανικής πλειοψηφίας και εξυπηρετούσε τα δικά της συμφέροντα. Σ’ αυτές τις συνθήκες οι ορθόδοξοι αντιµετωπίζονταν κατά κάποιο τρόπο ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας ενώ σε ακόμη δυσχερέστερη θέση τους έφερνε η εθνολογική σύσταση του ορθόδοξου ποιµνίου μιας και ένα μεγάλο μέρος του αποτελούνταν από µέλη της Ελληνικής μειονότητας. 


Η διευθέτηση του ζητήματος των συνόρων µε την διάσκεψη των Παρισίων το 1920 και η οριστική αναγνώριση του αλβανικού κράτους δεν διαφοροποίησε αυτή την αντιµετώπιση. Το αλβανικό κράτος προσπάθησε να ελέγξει την ορθόδοξη εκκλησία, ώστε να διακόψει κάθε επαφή της µε το οικουµενικό πατριαρχείο και τον Ελληνισµό και να εξαλείψει τους Έλληνες ιερείς από τις τάξεις της. Η αρχή σ’ αυτή την προσπάθεια έγινε όπως προαναφέραµε µε το κληρικολαϊκό συνέδριο του Βερατίου τον Σεπτέµβριο του 1922 όπου διάφοροι αλβανιστές κληρικοί -μεταξύ των οποίων και ο Φαν Νόλι- προσπάθησαν να αποκόψουν τις σχέσεις της Αλβανικής εκκλησίας µε το Πατριαρχείο.

Η κατάσταση επιδεινώθηκε περισσότερο µε την άνοδο στην εξουσία του Αχµέντ Ζώγου που όχι µόνο αναγνώρισε και επισηµοποίησε την αντικανονική και μονοµερή ανακήρυξη του Αυτοκεφάλου της Αλβανικής Εκκλησίας το 1929, αλλά προσπάθησε να εξαλείψει και την Ελληνική μειονότητα παρότι τα δικαιώματα της διασφαλίζονταν από την Κοινωνία των Εθνών. Ο Ζώγου επιχείρησε να εξαλείψει την εθνική ταυτότητα και να αφοµοιώσει την ελληνική μειονότητα κλείνοντας τα ελληνόφωνα σχολεία και απαγορεύοντας την διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας.

Τελικά μετά από τις διαμαρτυρίες των Ελλήνων και την παρέμβαση της Κ.τ.Ε. τα νομικά δικαιώματα των µειονοτικών αποκαταστάθηκαν και µεταξύ του 1935-1936 τα ελληνικά σχολεία άρχισαν να επαναλειτουργούν. Έναν χρόνο αργότερα στις 17 Απριλίου 1937 αποκαταστάθηκε και η σχέση της Αλβανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας µε το Οικουµενικό Πατριαρχείο µε την κανονική ανακήρυξη του Αλβανικού Αυτοκεφάλου.

Η επιστροφή στην εκκλησιαστική νοµιµότητα δεν σήµανε όµως και το τέλος για τις δυσκολίες που είχε να αντιµετωπίσει η ορθοδοξία. Η εισβολή της Ιταλίας δηµιούργησε νέα προβλήµατα καθώς όπως προείπαµε οι Ιταλοί του Μουσολίνι πέρα από την προσπάθεια να προσεταιριστούν την µουσουλµανική πλειοψηφία, επιχείρησαν να αναβαθµίσουν τον ρόλο του Ρωµαιοκαθολικισµού εις βάρος της ορθοδοξίας. Έτσι παράλληλα µε την φασιστική εισβολή ξεκίνησε και µία προσπάθεια εγκατάστασης ρωµαιοκαθολικών ιεραποστολικών ταγµάτων σε διάφορες περιοχές του Νότου, µε κύριο στρατηγικό σχέδιο την απορρόφηση των ορθοδόξων µέσω της Ουνίας. Γι’ αυτό το ζήτηµα η φασιστική προπαγάνδα τόνιζε ότι η συσπείρωση όλων των Αλβανών χριστιανών θα βοηθούσε στην ανάπτυξη της χώρας, κάτω από την προστασία του Βατικανού και του ιταλικού κράτους. 

Η µεροληπτική έως και εχθρική στάση των Ιταλών κατά της ορθοδοξίας ήταν ένας αποφασιστικός παράγοντας που έστρεψε τόσο τους Αλβανούς όσο και τους Έλληνες ορθοδόξους στο αντιφασιστικό στρατόπεδο. Αυτό το αντιφασιστικό ρεύμα μεταξύ κυρίως των Ελλήνων ορθοδόξων ισχυροποιήθηκε ακόμη περισσότερο µε την απόπειρα εισβολής της Ιταλίας στην Ελλάδα την 28η Οκτωβρίου 1940 και µε την μεγάλη ελληνική αντεπίθεση που οδήγησε στην κατάληψη της Βορείου Ηπείρου από τον ελληνικό στρατό αλλά και μετά την παράδοση της Ελλάδας στις δυνάμεις του άξονα.

Μετά την κατάρρευση του ελληνικού μετώπου τον Απρίλιο του 1941 πολλοί ορθόδοξοι εντάχθηκαν στην Εθνική Αντίσταση. Οι περισσότεροι από αυτούς συντάθηκαν µε Ε.Α.Μ.-Α. του Ενβέρ Χότζα. Οι ορθόδοξοι συντάθηκαν µε το Ε.Α.Μ.- Α. γιατί ήταν η μόνη αντιστασιακή οργάνωση της Αλβανίας που διακήρυσσε την ανάγκη για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και αναδιανομής της γης, ακολουθούσε πολιτική ενάντια στις θρησκευτικές διακρίσεις και ταυτόχρονα εμφανίζονταν ιδιαίτερα αξιόµαχο στις μάχες κατά του κατακτητή. Σημαντικό ρόλο στην επιλογή υποστήριξης του Ε.Α.Μ.-Α. έπαιξε και η φυλετική του σύσταση καθώς απαρτίζονταν κυρίως από Τόσκηδες του Νότου όπως και η πλειοψηφία των ορθοδόξων. Αντίθετα οι άλλες δύο αντιστασιακές οργανώσεις το Εθνικό Μέτωπο και το Legalitet αντιπροσώπευαν την προϋπάρχουσα άρχουσα τάξη της χώρας, δεν διακρίνονταν ιδιαίτερα στα πεδία της μάχης και απαρτίζονταν κυρίως από άτομά της γκέγκικης φυλής.

Ανάμεσα σε αυτούς που εντάχθηκαν στα ένοπλα τμήματα του Ε.Α.Μ.-Α. βρίσκονταν και περισσότεροι από 1500 Έλληνες Βορειοηπειρώτες, οι οποίοι χωρίστηκαν σε τρία μειονοτικά Τάγματα. Την ένταξη των Ελλήνων της Αλβανίας στις τάξεις του Ε.Α.Μ.-Α. πριμοδοτούσε και το Κ.Κ.Ε., το οποίο είχε ήδη οικοδομήσει την ισχυρότερη αντιστασιακή οργάνωση της Ελλάδας και βρισκόταν σε επαφή µε το Κ.Κ.Α. Αυτό ήταν και ο λόγος που κάποιες προσπάθειες δημιουργίας αμιγώς ελληνικών αντιστασιακών έπεσαν στο κενό. Την συμβολή των ορθοδόξων και των μειονοτικών στον αντιστασιακό αγώνα υπερτόνιζε τακτικά κατά τα επόμενα χρόνια ο Χότζα και παράλληλα δήλωνε πως η Ελληνική μειονότητα ήταν δεμένη µε τον αλβανικό λαό όπως το νύχι µε το κρέας.

Με την λήξη του πολέμου ο µόνος αρχιερέας της Αλβανικής ορθόδοξης εκκλησίας που συνέχιζε να βρίσκεται στην θέση του ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Τιράνων Χριστόφορος Κίσση. Οι επίσκοποι Κορυτσάς Ευλόγιος και Αργυροκάστρου Παντελεήµονας βρίσκονταν στην Ελλάδα καθώς τους είχε απαγορευτεί η επανείσοδος τους στην χώρα από τους Ιταλούς, ενώ ο επίσκοπος Βερατίου, Αυλώνος και Κανίνης Αγαθάγγελος Τσάµτσης απομακρύνθηκε το 1942 από τις κατοχικές δυνάμεις από την θέση του και αντικαταστάθηκε από τον Βησσαρίων Τζοβάνι.

Οι κομμουνιστές µε την άνοδο τους στην εξουσία διατήρησαν τον Χριστόφορο Κίσση στον αρχιερατικό θρόνο και επανέφεραν τον Αγαθάγγελο στην θέση της επισκοπής Βερατίου, Αυλώνος και Κανίνης όμως ταυτόχρονα απαγόρευσαν στον Ευλόγιο και τον Παντελεήµονα να επιστρέψουν στην Αλβανία καθώς είχαν ελληνική υπηκοότητα και θεωρούνταν εντολοδόχοι των ελληνικών διεκδικήσεων στην Βόρειο Ήπειρο. Σκληρότερη ήταν η στάση των κομμουνιστών έναντι του Βησσαρίωνα Τζοβάνι, τον οποίο όχι µόνο καθαίρεσαν αλλά και τον οδήγησαν στην φυλακή µε την κατηγορία της αντεθνικής δράσης και της συνεργασίας µε τον κατακτητή.

Ο Βησσαρίων ή κατά κόσµον Πέτρος Ιωαννίδης γεννήθηκε στο Ελβασάν της Αλβανίας το 1887. Σπούδασε στη Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή της Αθήνας και στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστηµίου Αθηνών από το οποίο ανακηρύχθηκε και διδάκτορας κατά το 1918 ενώ το ίδιο έτος χειροτονήθηκε ιερέας από τον Μητροπολίτη ∆υρραχίου Ιάκωβο. Μετά από µία περίοδο σε διάφορες βαλκανικές χώρες στις οποίες δεν απέφυγε την δημιουργία εντάσεων αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Αλβανία.

Η δράση του Τζοβάνι ήταν πολύπλευρη και ενίοτε μπορούσε να χαρακτηριστεί τυχοδιωκτική μιας και δεν περιορίζονταν µόνο στα ιερατικά του καθήκοντα και ανέπτυσσε έντονη πολιτική δραστηριότητα.

Κατά την παραμονή του στην Ελλάδα ανέπτυξε κομµατική δράση υποστηρίζοντας την αντιβενιζελική παράταξη, ενώ μετά την επιστροφή του στην Αλβανία και κατά την κρίσιμη περίοδο του 1924 ο Βησσαρίων όντας ακόμη αρχιµανδρίτης συντάχθηκε µε την πλευρά του Αχµέτ Ζώγου όπου διατέλεσε μάλιστα και για κάποια περίοδο βουλευτής Δυρραχίου µε το κόμµα του µμετέπειτα μονάρχη. Κατά την διάρκεια της αστικοδηµοκρατικής επανάστασης του ορθόδοξου επισκόπου Φαν Νόλι, τέθηκε σε περιορισμό στην Μονή Σβερνετσίου, όμως µε την επάνοδο του Ζώγου στην εξουσία χειροτονήθηκε επίσκοπος και αναρριχήθηκε στην εκκλησιαστική ιεραρχία της χώρας φτάνοντας μέχρι την θέση του Αρχιεπισκόπου Τιράνων της σχισµατικής εκκλησίας της Αλβανίας. Την θέση αυτή αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το 1936 έπειτα από αντιδράσεις του ορθόδοξου ποίµνιου, κάτι που άνοιξε ουσιαστικά τον δρόμο για την αποκατάσταση των σχέσεων της Ορθόδοξης Αλβανικής Εκκλησίας µε το Οικουµενικό Πατριαρχείο.

Παράλληλα µε τον Ζώγου, ο Τζοβάνι συνδέονταν και µε τους Σέρβους και από πολλούς θεωρούταν άτομο της επιρροής τους (τουλάχιστον µέχρι το 1929). Ενδεικτικό αυτών των σχέσεων είναι πως µε την ιδιότητα του εκπροσώπου της Σερβικής εκκλησίας συµµετείχε στις διαδικασίες του σχισµατικού κληρικολαϊκού συνέδριου του Βερατίου το 1922, ενώ επίσης από τους Σέρβους χειροτονήθηκε επίσκοπος τον Μάιο του 1925 για να αναλάβει αρχιερατική θέση στην σχισµατική Εκκλησία της Αλβανίας. 

Κατά την περίοδο της Ιταλικής κυριαρχίας υπήρξε ένθερμος υποστηριχτής των κατοχικών δυνάμεων κάτι που συνετέλεσε στην επαναφορά του σε επισκοπική θέση, σε αυτή του Βερατίου, το 1942. Όταν διαφάνηκε η ήττα των φασιστών επιχείρησε να αλλάξει στρατόπεδο και να συνταχθεί µε την μεριά των κομµουνιστών χωρίς όμως αποτέλεσμα. Οι κομµουνιστές γνωρίζοντας τόσο την σχέση του µε τον Ζώγου όσο και αυτή µε τους κατακτητές τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στην φυλακή όπου παρέμεινε για πολλά χρόνια κάτω από αντίξοες συνθήκες. Ο Βησσαρίων παρέμεινε φυλακισμένος έως το 1964 που αποφυλακίστηκε και απεβίωσε τον επόμενο χρόνο σε μοναστήρι του Ελβασάν.

O Χότζα εκμεταλλεύτηκε το αρχιερατικό κενό που υπήρχε στους κόλπους της Αλβανικής εκκλησίας και προώθησε στις θέσεις αυτές άτομά πιστά στο Κ.Κ.Α. µε απώτερο σκοπό να την θέσει κάτω από τον έλεγχό του και να την χρησιμοποιήσει για την προώθηση της κομµατικής προπαγάνδας. Ο ρόλος που μπορούσε να παίξει η ορθοδοξία ήταν σημαντικός ειδικά στο ζήτημα της μειονότητας καθώς η Ελλάδα αρνούνταν να άρει το εμπόλεμο µε την Αλβανία και διεκδικούσε τις περιοχές της Βορείου Ηπείρου που κατοικούσαν οι Ελληνικοί πληθυσμοί.

Το Κ.Κ.Α. προσπαθούσε να διαχειριστεί το ζήτημα της μειονότητας χωρίς να προκαλέσει το εθνικό της συναίσθημα. Αντιθέτως μάλιστα ο Χότζα υπερτόνιζε τους κοινούς αγώνες που έδωσαν Έλληνες και Αλβανοί κατά την αντίσταση εναντίον των φασιστών και ανήγαγε το ζήτημα που είχε προκύψει µε την Ελλάδα στο πλαίσιο όχι μιας εθνικής αλλά μιας πολιτικής σύγκρουσης ανάμεσα στο μοναρχοφασισµό που εξέφραζε η Κυβέρνηση της Αθήνας και στο σοσιαλισμό της Λ.∆.Α. Συγκεκριμένα για το ζήτημα της μειονότητας ο Αλβανός ηγέτης δήλωνε: «Η υπόθεση είναι να εξυψώσουμε την πολιτική ωριμότητα των μειονοτικών μαζών να δουν που βαδίζουν τα πράγματα στην Ελλάδα [...] και να τις πείσουμε ότι στην σημερινή κατάσταση δεν είναι απαραίτητο και δεν τίθεται το πρόβλημα της ένωσης µε την Ελλάδα. [...] Πρέπει να πούμε στους μειονοτικούς ότι σήμερα δεν είναι υπόθεση των εθνικών συνόρων αλλά πολιτικών συνόρων.» 

Μέρος της προώθησης της κομµατικής προπαγάνδας προς την μειονότητα ανέλαβαν και ορισμένοι από τους κληρικούς που είχαν ενταχθεί στις τάξεις του Κ.Κ.Α. όπως ήταν ο Παΐσιος Βοντίτσα. Ο Βοντίτσα χρησιμοποιούσε τον άμβωνα για πολιτικούς σκοπούς και για να κηρύττει υπέρ των κομµουνιστών. Η περίληψη ενός από τα κηρύγματα του Παΐσιου εκδόθηκε από την εφημερίδα Μπασκίµι µε χαρακτηριστικό τίτλο: «Ο ορθόδοξος κλήρος των Αλβανών εναντίον των διεκδικήσεων και των ποταπών προκλήσεων των Ελλήνων µοναρχοφασιστών». Το κείμενο αυτό έχει ιδιαίτερη αξία καθώς και µόνο η δημοσίευση του από τα ελεγχόμενα από το καθεστώς Μέσα Ενημέρωσης δείχνει πως ο λόγος του Παΐσιου ήταν πλήρως ευθυγραμµισµένος µε την γραµµή της κυβέρνησης. Ο λόγος στρέφονταν εναντίον των Ιταλών και των Γερμανών φασιστών αλλά κυρίως έβαλλε εναντίον των Ελλήνων: «[...] Εµείς, όπως µας παρήγγειλε ο Κύριος Ηµών Ιησούς Χριστός, θέλουμε να ζήσουμε όλοι αδελφωµένοι χωρίς διαβόλους και αναστατώσεις για την εδραίωση της ειρήνης, αλλά υπάρχουν ακόµη άνθρωποι πέραν των συνόρων µας, οι οποίοι δεν χόρτασαν ακόµη από αίµα. Ο φασισµός πέθανε στην Ρώµη και στο Βερολίνο αλλά αναστήθηκε στην Αθήνα. Οι φασίστες των Αθηνών άρχισαν μια µεγάλη προπαγάνδα για την Ήπειρο και ισχυρίζονται πως η Κορυτσά και το Αργυρόκαστρο, τα οποία υπήρξαν ανέκαθεν οδηγοί της εθνικής µας ελευθερίας και έχουν δώσει χιλιάδες παρτιζάνους στον εθνικό µας στρατό, πρέπει να δοθούν στην Ελλάδα. Οι Έλληνες φασίστες επιθυμούν να υποδουλώσουν τον γενναίο µας λαό κατά τον ίδιο τρόπο µε τον οποίο ήθελαν να τους υποδουλώσουν οι Ιταλοί.» 

Στον ίδιο λόγο ο Βοντίτσα στράφηκε ενάντια και στους ορθόδοξους κληρικούς που εκδήλωναν φιλελληνικές θέσεις και ιδιαίτερα εναντίον του διωκόµενου επισκόπου Αργυροκάστρου Παντελεήµονος: «[...]ο ελληνικός φασισµός και ο κλήρος έχουν αρχίσει µια προπαγάνδα αντίθετη προς την διδασκαλία του Κυρίου. Εμείς απαιτούμε από την Ιερά Σύνοδο ο τέως Μητροπολίτης Παντελεήµων Κοτόκος να απομακρυνθεί από τις τάξεις του κλήρου µας. Αυτός πρόδωσε και πούλησε την μητέρα του, η οποία τον ανέθρεψε και τον διαπαιδαγώγησε, γενόµενος τυφλό όργανο των ξένων συµφερόντων.»

Ο Βοντίτσα ήταν ένα απλά έμπιστο άτομο για το καθεστώς, αλλά ήταν ένα συνειδητό όργανο του καθώς κατείχε την ιδιότητα του µέλους του Κ.Κ.Α. του οποίου τις θέσεις φρόντιζε πρωτίστως να εξυπηρετεί. Αυτός ήταν και ο λόγος που απολάµβανε ιδιαίτερη προβολή από τις ελεγχόµενες από το κράτος εφηµερίδες. Ο Βοντίτσα ήταν χήρος ιερέας και είχε ενταχθεί στις τάξεις του Ε.Α.Μ.-Α. κατά την διάρκεια της κατοχής. Γιος του ήταν ο Ιωσήφ Πάσκο, µέλος της κεντρικής επιτροπής του Κ.Κ.Α. και μετέπειτα υπουργός κρατικού έλεγχου στην κυβέρνηση του Χότζα. Με την απελευθέρωση έχοντας την υποστήριξη των κοµµουνιστών αναρριχήθηκε στην εκκλησιαστική ιεραρχία διατελώντας αρχιµανδρίτης και από το 1948 επίσκοπος Κορυτσάς στην θέση του αποβιώσαντος Αγαθάγγελου Τσαµτσή. Τον Αύγουστο του 1949 ο Βοντίτσα κλήθηκε από το καθεστώς να αντικαταστήσει τον διωκόµενο Χριστόφορο Κίσση στην θέση του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας.

Ο Βοντίτσα δεν ανέλαβε µόνο την προώθηση της κοµµατικής προπαγάνδας στο εσωτερικό της χώρας αλλά συµµετείχε και σε διπλωµατικές αποστολές στο εξωτερικό ως εκπρόσωπος της Αλβανικής Εκκλησίας. Τέτοια αποστολή ήταν και αυτή που αποστάλθηκε στην Μόσχα. Ο Στάλιν εκείνη την περίοδο χρησιµοποιούσε την Εκκλησία της Ρωσίας ως όργανο προπαγάνδισης του κοµµουνισµού στις διάφορες ορθόδοξες χώρες (Σερβία, Ρουµανία, Βουλγαρία) του νεοσύστατου «Ανατολικού µπλοκ» στην προσπάθεια να επεκτείνει την επιρροή της Σοβιετικής Ένωσης σε αυτές. Στο πλαίσιο της σύσφιξης των σχέσεων της Αλβανικής και της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας µετέβηκε τον Ιανουάριο του 1948 στην Ε.Σ.Σ.∆. αλβανική αντιπροσωπεία µε επικεφαλή τον Βοντίτσα για να συναντηθεί µε τον Πατριάρχη Μόσχας Αλέξιο και άλλους Ρώσους αρχιερείς.

Ο Παΐσιος συναντήθηκε σε θερµό κλίµα µε τους Ρώσους Ιεράρχες και µε την επιστροφή του στην Αλβανία προέβει σε εκτενείς δηλώσεις µε τις οποίες εξυμνούσε τον Σταλινισµό και την πολιτική που ακολουθούσε έναντι της θρησκείας. Μεταξύ άλλων ο Παΐσιος δήλωνε: «[...] Στην Μόσχα επισκεφθήκαµε πολλούς ναούς, µουσεία, το µεγάλο καθεδρικό Ναό της Μόσχας και άλλα κέντρα αρχαιολογικής αξίας καθώς και οικοδοµικά έργα. Όλες οι θρησκευτικές αξίες, µουσειακές και εκκλησιαστικές, ήσαν άθικτες και στην θέση τους. Εκτός των παλαιών οι ναοί είχαν και καινούριες διακοσµήσεις. Εµείς είδαµε µε τα µάτια µας ναούς κτισµένους αιώνες πριν, αλλά και άλλους, που κτίσθηκαν αργότερα, όπου ο πιστός λαός κηρύττει ελεύθερα την θρησκεία. Ο φασισµός και η όλη αντίδραση έχουν συκοφαντήσει και έχουν ξεράσει δηλητήριο ότι στην Σοβιετική Ένωση η Εκκλησία και τα άλλα θρησκεύµατα διώκονται από το κράτος, ότι η θρησκεία δεν είναι ελεύθερη και δεν υφίσταται, ότι δεν υπάρχουν οικογένειες και άλλα παρόµοια παραµύθια. Αλλά η αλήθεια δε µπορεί να σκεπαστεί και εµείς ήµαστε µάρτυρες αυτής της αλήθειας. Στη Σοβιετική Ένωση υπάρχουν εκκλησίες, τζαµιά και άλλοι θρησκευτικοί ναοί. Εκεί η θρησκεία είναι χωρισµένη από το κράτος, είναι σεβαστή και ελεύθερη και ασκείται απ’ όλους τους πιστούς χωρίς κανένα εµπόδιο. Στις λειτουργίες στις οποίες συµµετείχαµε είδαµε εκκλησίες γεµάτες πιστούς. Από την άλλη οι θρησκευτικοί λειτουργοί τελούν µόνο θρησκευτικές ακολουθίες. Αυτοί σέβονται και εφαρµόζουν όλους τους νόµους του Σοβιετικού κράτους και συµµετέχουν όπως όλοι οι υπόλοιποι πολίτες στην εδραίωση του Σοσιαλισµού. Στη Σοβιετική Ένωση υπάρχουν αρκετά σχολεία, µέσης και ανώτερης εκπαίδευσης, από τα οποία αποφοιτούν κάθε χρόνο καινούριοι ιερείς.
Η θρησκεία στην Σοβιετική Ένωση, υπό το πνεύµα των µεγάλων κοινωνικών αλλαγών που πραγµατοποιήθηκαν µετά την µεγάλη σοσιαλιστική επανάσταση είναι προοδευτική, στην υπηρεσία του κολεκτιβισµού και του πατριωτισµού. [...]
Στη Μόσχα επισκεφθήκαµε επίσης το µεγάλο µουσείο του Ερυθρού Στρατού, το µουσείο και το µαυσωλείο του Λένιν. Την ηµέρα που επισκεφθήκαµε το µαυσωλείο, λαός απ όλα τα µέρη της Σοβιετικής Ενώσεως, σε µια ατελείωτη ουρά, πήγαινε να προσκυνήσει το τάφο του Λένιν. Η ευγνωµοσύνη του σοβιετικού λαού για το µεγάλο αυτό ηγέτη του παγκόσµιου προλεταριάτου ξεπερνά κάθε όριο. Εν ονόµατι της Εκκλησίας και όλων των πιστών της Αλβανίας αποτίσαµε φόρο τιµής στο τάφο του Μεγάλου Λένιν. [...]
Μεγάλη εντύπωση µας προξένησε προπαντός η αδελφοσύνη και η ενότητα των Σοβιετικών λαών, η υγιής αγωγή τους, ο σεβασµός που έχουν ο ένας για τον άλλον, η πειθαρχία και η απέραντη αγάπη που νιώθανε για τον Στάλιν και τη Σοβιετική Εξουσία. Κατά την διάρκεια της παραµονής µας στη Σοβιετική Ένωση είχαν καταργηθεί τα δελτία και ο εφοδιασµός του λαού γίνονταν ελεύθερα. Τα µαγαζιά και τα µεγάλα καταστήµατα της Μόσχας ήταν γεµάτα εµπορεύµατα και πλήθος αγοραστικού κοινού. Όλοι αγοράζανε µε την σειρά, χωρίς σπρωξίµατα και αταξίες. Έτσι εξυπηρετούνταν όλοι το ίδιο, είτε ανώτατοι λειτουργοί, είτε απλοί άνθρωποι.»
 
Είναι φανερό πως οι δηλώσεις του Παϊσίου παραπέµπουν περισσότερο σε στέλεχος που προωθεί την κοµµατική προπαγάνδα παρά σε εκκλησιαστικό ηγέτη.

Το 1949, όπως προαναφέραµε, η στάση του Χότζα έναντι της θρησκείας σκλήρυνε διώκοντας όσα ιερατικά πρόσωπα δεν έχαιραν της εµπιστοσύνης του. Ανάµεσα στους διωκόµενους συµπεριλαµβάνονταν και ο Αρχιεπίσκοπος Τιράνων Χριστόφορος Κίσση όπως επίσης και ο βοηθός Επίσκοπος του Χριστοφόρου ο Απολλωνίας Ειρηναίος Μανούση, δηλαδή οι δύο από τους τρεις εν ενεργεία αρχιερείς της χώρας.

Ο Χριστόφορος εκδιώχτηκε µε την κατηγορία της «επιζήµιας δραστηριότητας κατά της ορθόδοξης εκκλησίας της Αλβανίας». Συγκεκριµένα κατηγορούταν για φιλοφασιστική δράση και για συνεργασία µε τις δυνάµεις κατοχής, για απόπειρα ένταξης της ορθοδοξίας στο Βατικανό µέσω της Ουνίας και για απειθαρχία κατά της κυβέρνησης καθώς φέρεται πως αρνήθηκε να διακηρύξει ότι ο κοµµουνισµός βρίσκεται σε πλήρη αρµονία µε την θρησκεία. Ο Χριστόφορος τέθηκε υπό περιορισµό στην µόνη Αρδενίτσας µέχρι τον θάνατο του το 1958.

Κατηγορίες αντεθνικής και αντικοµµουνιστικής δραστηριότητας βάρυναν και τον επίσκοπο Ειρηναίο, ο οποίος προσπάθησε να αντιδράσει στην προσπάθεια χειραγώγησης της ορθόδοξης εκκλησίας από το κόµµα. Ο Ειρηναίος που είχε ήδη φυλακιστεί µία φορά κατά το διάστηµα 1946-48, αποµακρύνθηκε από την θέση του και τέθηκε υπό περιορισµό στην Αγίου Βλασίου στο ∆υρράχιο. Κατά την περίοδο 1956- 1960 φυλακίστηκε ξανά και κατόπιν κλείστηκε διαδοχικά στα µοναστήρια Αγ. Ιωάννη Βλαδιµήρου, Αγ. Βλασίου και Αρδενίτσας έως το 1967. Από τότε και µέχρι τον θάνατο του τον Νοέµβριο του 1973 ο Ειρηναίος αναγκάστηκε να αποχωριστεί τα άµφια του και να εργαστεί σε µία αποθήκη στην Λούσνια. 

Μετά την καθαίρεση του Χριστόφορου Κίσση και του Ειρηναίου Μανούση ο µόνος εν ενεργεία αρχιερέας που παρέµενε στην χώρα ήταν ο Παΐσιος Βοντίτσα. Ο Βοντίτσα όχι µόνο δεν διώχθηκε από το κόµµα αλλά απολάµβανε την εµπιστοσύνη του και γι’ αυτό στις 25 Αυγούστου 1949 ανακηρύχτηκε -αντικανονικά- Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας. Η φιλοκοµµουνιστική στάση του Παΐσιου δεν µεταβλήθηκε ούτε όταν ανακηρύχθηκε αρχιεπίσκοπος. Αντίθετα συνέχισε να υπερθεµατίζει υπέρ των του καθεστώτος και παράλληλα απέκοψε τις σχέσεις της Αλβανικής εκκλησίας µε όλες τις άλλες ορθόδοξες εκκλησίες, εκτός βέβαια από εκείνη της Μόσχας και των υπόλοιπων κοµµουνιστικών χωρών. Παράλληλα δεν παρέλειπε σε κάθε ευκαιρία να επιτίθεται κατά του Φαναρίου, το οποίο όπως δήλωνε υπηρετούσε τον ελληνικό επεκτατισµό. Ενδεικτικό της στάσης του έναντι του Οικουµενικού Πατριαρχείου αλλά και των υπολοίπων ορθοδόξων Πατριαρχείων είναι ότι απέφυγε µε την ενθρόνιση του να αποστείλει τα καθιερωµένα «Ειρηνικά Γράµµατα». Εξαίρεση αποτέλεσε το Πατριαρχείο Μόσχας στο οποίο ανήγγειλε την ενθρόνιση του και στην συνέχεια δέχθηκε µία ένθερµη απάντηση από τον Πατριάρχη Αλέξιο.

Η αποµάκρυνση του Κίσση από τον αρχιεπισκοπικό θώκο συνέπεσε µε την ανάκυψη του προβλήµατος της ορθόδοξης Αλβανικής Εκκλησίας της Αµερικής κάτι που για ορισµένους αποτελεί και ο βασικός λόγος της εσπευσµένης αποποµπής του. Πράγµατι το ζήτηµα αυτό ήταν σηµαντικό για το Κ.Ε.Α. καθώς αφορούσε τον έλεγχο ενός σηµαντικού κοµµατιού της Αλβανικής διασποράς και είναι πολύ πιθανό πως η διαχείριση του ζητήµατος από τον Κίσση δεν ικανοποιούσε την Αλβανική κυβέρνηση.

Η Ορθόδοξη Αλβανική Εκκλησία της Αµερικής είχε διακόψει από το 1919 τις σχέσεις της µε την Ρωσική ορθόδοξη Εκκλησία, στην οποία υπαγόταν και είχε αυτοανακυρηχθεί σε αυτόνοµη επισκοπή. Στην κεφαλή της επισκοπής βρίσκονταν ο ιδρυτής της και πρώην πρωθυπουργός της Αλβανίας Θεοφάνης Φαν Νόλι που είχε επιστρέψει στις Η.Π.Α. το 1932, όντας διωκόµενος από τον Βασιλιά Ζώγου.

Με την λήξη του Β' Παγκοσµίου Πολέµου η Ορθόδοξη Αλβανική Εκκλησία της Αµερικής παρέµενε αυτόνοµη καθώς δεν είχε γίνει δυνατό να υπαχθεί στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Αλβανίας εξαιτίας της σύγκρουσης του Νόλι µε τον Ζώγου, των προσωπικών βλέψεων που είχε ο Αλβανός ιεράρχης για την Αλβανική εκκλησία, αλλά και της ρευστής κατάστασης που δηµιουργήθηκε στην συνέχεια µε τον πόλεµο.

Με την άνοδο των κοµµουνιστών στην εξουσία ο Φαν Νόλι προσπάθησε επανειληµµένα να διευθετήσει το ζήτηµα ζητώντας από τον Κίσση να δεχθεί την υπαγωγή της Ορθόδοξης Αλβανικής Εκκλησίας της Αµερικής στην Αυτοκέφαλη Αλβανικής Εκκλησία όµως ο αρχιεπίσκοπος απέφευγε να απαντήσει. Η άµεση επίλυση του ζητήµατος γίνονταν ολοένα και πιο επιβεβληµένη για τον Νόλι, καθώς στο εσωτερικό της Αλβανικής Εκκλησίας της Αµερικής εµφανίστηκε µία µερίδα πιστών που αµφισβητούσε τις αποφάσεις του και τον κατηγορούσε για φιλοκοµµουνιστική στάση.

Πράγµατι η στάση του Νόλι ήταν θετική έναντι του καθεστώτος και µάλιστα προέτρεπε την Αλβανική Ορθόδοξη Εκκλησία και τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόφορο να στηρίξουν την κυβέρνηση του Χότζα. Παράλληλα ο Νόλι είχε αναπτύξει τακτική επικοινωνία, µέσω αλληλογραφίας, µε τον ίδιο τον Αλβανό ηγέτη, κατά την οποία συζητούσαν διπλωµατικά θέµατα. Σε µία από τις επιστολές µάλιστα ο Χότζα προσπάθησε να εξαργυρώσει την υποστήριξη του Νόλι προτείνοντας του να επιστρέψει στην χώρα και να είναι υποψήφιος µε το Ε.Α.Μ.-Α. στις πρώτες µεταπολεµικές εκλογές.

Ο Νόλι δεν δέχθηκε την προσφορά του Χότζα, όµως συνέχισε να εργάζεται προς όφελος της κυβέρνησης λειτουργώντας σαν σύνδεσµος της Αλβανικής διπλωµατίας µε υψηλά ιστάµενα πρόσωπα των Η.Π.Α. µε τα οποία είχε επαφή.

Οι ενέργειες του Νόλι προκάλεσαν διχασµό στο ποίµνιο του και δυσφορία σε όσους ήταν αντικαθεστωτικοί ειδικά σε µία περίοδο που ο ψυχρός πόλεµος είχε ήδη ξεσπάσει και η Αµερική ηγούταν του αντικοµµουνιστικού στρατοπέδου. Έτσι µία µερίδα Αλβανοαµερικάνων θέλησε να σταλεί ένας νέος κανονικώς διορισµένος από το Οικουµενικό Πατριαρχείο Αλβανός Επίσκοπος για να αναλάβει την ηγεσία της Ορθόδοξης Αλβανικής Εκκλησίας της Αµερικής.

Την ίδια περίοδο στην Αλβανία και συγκεκριµένα στις 25 ∆εκεµβρίου 1948, αποµακρύνθηκε από την θέση του Αρχιεπισκόπου ο Χριστόφορος Κίσση. Την θέση του ανέλαβε στις 25 Αυγούστου 1949 ο Παΐσιος Βοντίτσα. Τον Νοέµβριο του ίδιου έτους εκδόθηκε ο νόµος 743 «Περί θρησκευτικών Κοινοτήτων», ο οποίος ανάγκαζε τις θρησκευτικές κοινότητες να συντάξουν νέα καταστατικά σύµφωνα µε τους νόµους του αλβανικού κράτους. Το Καταστατικό της ορθόδοξης Εκκλησίας -που ήταν οµολογουµένως πολύ καλύτερο από αυτό του 1929- ετοιµάστηκε άµεσα και επικυρώθηκε µε την ψήφιση του στο Κληρικολαϊκό Συνέδριο των Τιράνων µεταξύ 5- 10 Φεβρουαρίου 1950. Το 1ο άρθρο του νέου καταστατικού ανέφερε: «Η Ορθόδοξος Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Αλβανίας, αναπόσπαστον µέρος της Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, είναι νοµικόν πρόσωπον συνίσταται δε εκ πάντων των Ορθοδόξων των κατοικούντων εντός της επικράτειας της Λαικής ∆ηµοκρατίας της Αλβανίας και των Ορθόδοξων Αλβανών των κατοικούντων εκτός της Πατρίδος...»  

Η Εκκλησία της Αλβανίας µε ειδική απόφαση του κληρικολαϊκού συνεδρίου της έκανε δεκτό το αίτηµα σύνδεσης µε την Ορθόδοξη Αλβανική Εκκλησία της Αµερικής κάτι όµως που δεν επικύρωσε τελικώς ο Νόλι καθώς είχε πλέον βρεθεί στο στόχαστρο του Μακαρθισµού µε κατηγορίες για φιλοκοµµουνιστική δράση. 

Στις 31 Αυγούστου 1950 το Οικουµενικό Πατριαρχείο εξέλεξε ως Επίσκοπο Λεύκης, βοηθό Επίσκοπο της Αρχιεπισκοπής Αµερικής τον Αλβανό Αρχιµανδρίτη Μάρκο Λίππα µε τον οποίο συντάχθηκαν πολλοί αντιφρονούντες στο καθεστώς.

Η τοποθέτηση του Λίππα από το Πατριαρχείο προκάλεσε τόσο την αντίδραση του Φαν Νόλι όσο και αυτή του Παΐσιου Βοντίτσα. Γι’ αυτό το ζήτηµα ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας απέστειλε στις 16 Ιανουαρίου 1951, διαµαρτυρία προς όλους τους πατριάρχες και προς όλες τις Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες. Στο κείµενο του χαρακτήριζε τον διορισµό του Λίππα από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως ως µία ωµή παρέµβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της Αλβανικής Εκκλησίας η οποία επιχειρούσε να διασπάσει την εθνική και εκκλησιαστική ενότητα των Αλβανών µε σκοπό να προωθήσει τις σοβινιστικές βλέψεις της Ελλάδος εις βάρος του αλβανικού λαού.

Στο πλευρό του Βοντίτσα βρέθηκε άµεσα το Πατριαρχείο της Μόσχας µε τον Πατριάρχη Αλέξιο να αποστέλλει στις 10 Σεπτεµβρίου 1951, απαντητική επιστολή µε την οποία στήριζε τις θέσεις του Αλβανού Αρχιεπισκόπου και χαρακτήριζε τον διορισµό του Λίππα από το Πατριαρχείο ως παράβαση των δικαίων της Αλβανικής Εκκλησίας.

Η στήριξη της Μόσχας προς την εκκλησία των Τιράνων φυσικά δεν ήταν τυχαία καθώς όπως προαναφέραµε η σύµπλευση των δύο εκκλησιών εξυπηρετούσε τα πολιτικά σχέδια των Στάλιν και Χότζα. Μάλιστα στο πλαίσιο της συνεργασίας των δύο εκκλησιών βρέθηκε στην Αλβανία -µόλις λίγους µήνες πριν από την συγγραφή της εν λόγο επιστολής- ο απεσταλµένος του Πατριαρχείου Μόσχας Μητροπολίτης Οδησσού Νίκων, ως ανταπόδοση της προηγούµενης επίσκεψης του Βοντίτσα στην Σοβιετική Ένωση.

Ασφαλώς η Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Αλβανίας δεν αντιµετώπιζε προβλήµατα µόνο σε σχέση µε το εξωτερικό καθώς υπήρχαν και πολλά εσωτερικά προβλήµατα που δεν λύθηκαν αυτόµατα µε την ανάδειξη του Παΐσιου σε Αρχιεπίσκοπο και µε την υιοθέτηση του νέου Καταστατικού. Ένα τέτοιο σηµαντικό πρόβληµα ήταν η πλήρωση των υπολοίπων αρχιερατικών θέσεων της Αλβανικής Εκκλησίας που συνέχιζαν επί χρόνια να παραµένουν κενές. Για την πλήρωση των θέσεων και την κατάρτιση νέας Ιεράς Συνόδου ήταν απαραίτητο να βρεθούν άτοµα που θα απολάµβαναν της εµπιστοσύνης του Κ.Ε.Α.

Ο Παΐσιος χειροτόνησε αντικανονικά τους νέους Επισκόπους και έως το 1952 η σύσταση της νέας ιεράς Συνόδου είχε ολοκληρωθεί. Την Επισκοπή Αργυροκάστρου ανέλαβε ο πρώην παρτιζάνος ∆αµιανός Κοκονέση. Επίσκοπος Κορυτσάς ανέλαβε ο Πρεσβύτερος Φώτιος Ντούνης που µετονοµάστηκε σε Φιλόθεο. Επίσκοπος Βερατίου, Αυλώνος και Κανίνης ανέλαβε ο ∆ανιήλ Τσούλης που µετονοµάστηκε σε Κύριλλος και τέλος βοηθός Επίσκοπος του Παΐσιου ανέλαβε ο Λαυριώτης µοναχός Σωφρόνιος Μπορόβας.

Η Ιερά Σύνοδος ήταν προσηλωµένη στο κοµµουνιστικό καθεστώς και στην γραµµή που χάραζε το Κ.Ε.Α. και παρότι ήδη από εκείνη την περίοδο είχαν ξεκινήσει -έστω και µεµονωµένα- οι θρησκευτικοί διωγµοί, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας τους διέψευδε µετά βδελυγµίας.

Το 1960 οι ήδη διαταραγµένες σχέσεις Τιράνων-Μόσχας εξαιτίας της πολιτικής της αποσταλινοποίησης που ακολουθούσε η Ε.Σ.Σ.∆., κλονίστηκαν ανεπανόρθωτα µε αποτέλεσµα την διακοπή των σχέσεων των δύο κρατών. Αφορµή ήταν οι συνάντηση του Σοβιετικού ηγέτη Νικίτα Χρουστσόφ µε τον Έλληνα πρωθυπουργό Σοφοκλή Βενιζέλου κατά την οποία ο Βενιζέλος έθιξε το ζήτηµα της αυτονοµίας της Βορείου Ηπείρου. Ο Χρουστσόφ τάχθηκε υπέρ της ειρηνικής διευθετήσεως του ζητήµατος όµως δεσµεύτηκε πως θα µετέφερε τις Ελληνικές θέσεις στην Αλβανική κυβέρνηση. Την ίδια περίοδο ο Πατριάρχης Μόσχας Αλέξιος επισκέφτηκε το Φανάρι και προσπάθησε να µεσολαβήσει ώστε να αποκατασταθούν οι σχέσεις του Οικουµενικού Πατριαρχείου µε την Ορθόδοξη Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Αλβανίας. Τις κινήσεις αυτές ο Χότζα τις κατήγγειλε και τις µετέφρασε ως µία προσπάθεια του Χρουστσόφ να ξεπουλήσει την Βόρειο Ήπειρο στην Ελλάδα για να εξυπηρετηθούν µικροπολιτικά συµφέροντα της Ε.Σ.Σ.∆. στην Βαλκανική.

Είναι αυτονόητο πως παράλληλα µε την διακοπή των κυβερνητικών σχέσεων µεταξύ Λ.∆.Α. και Ε.Σ.Σ.∆. υπήρξε και ταυτόχρονη διακοπή οποιασδήποτε επικοινωνίας της Αλβανικής Εκκλησίας µε το Πατριαρχείο της Ρωσίας. Μετά από αυτό η Εκκλησία πλέον δεν εξυπηρετούσε κανένα πολιτικό ρόλο και η θέση της υποβαθµίστηκε ακόµη περισσότερο, ενώ την ίδια στιγµή ο Χότζα εξαπέλυε όλο και συχνότερες επιθέσεις κατά της θρησκείας.

Παρόλα αυτά η θέση της επίσηµης Αλβανικής Εκκλησίας δεν µεταβλήθηκε και συνέχισε και τα επόµενα χρόνια να ακολουθεί πιστά την κοµµατική γραµµή. Το 1965 η Ιερά Σύνοδος της Αλβανίας παρέµενε η ίδια µε µόνη διαφορά την απουσία του Επισκόπου Κορυτσάς Φιλόθεου ο οποίος απεβίωσε και η θέση του παρέµεινε κενή.

Στις 4 Μαΐου 1966 απεβίωσε και ο Παΐσιος Βοντίτσα µετά από ασθένεια. Όσο καιρό ήταν κλινήρης την Αλβανική Εκκλησία διοικούσε ο βοηθός Επίσκοπος Απολλωνίας ∆ανιήλ που είχε πάρει την θέση του Σωφρόνιου Μπορόβα. Τον Απρίλιο του 1966 νέος Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας εκλέχτηκε ο ∆αµιανός Κοκονέση και η θέση του Επισκόπου Αργυροκάστρου έµεινε επίσης κενή. Ο Κοκονέση ήταν πρώην παρτιζάνος αξιωµατικός του πυροβολικού.

Λίγο καιρό νωρίτερα στις 15 Μαρτίου 1965 απεβίωσε χτυπημένος από καρκίνο και o άνθρωπος που πρωτοστάτησε στην δημιουργία της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Αλβανίας, ο Επίσκοπος της Ορθόδοξης Αλβανικής Εκκλησίας της Αµερικής Φαν Νόλι.

∆ύο ηµέρες µετά τον θάνατο του ο Χότζα στο πολιτικό του ηµερολόγιο έκανε έναν απολογισµό του έργου του Αλβανού ιεράρχη τονίζοντας την συµβολή του στα αλβανικά γράµµατα αλλά και τα πολιτικά του πλεονεκτήµατα και αδυναµίες. 

Ο Νόλι επιθυµούσε να ξεκαθαριστεί το ζήτηµα της διαδοχής του πριν από τον θάνατο του, ώστε να εξασφαλίσει ότι η επισκοπή του δεν θα βρεθεί σε πατριαρχικά χέρια. Γι’ αυτό επέλεξε ως διάδοχο του, τον Στεφάν Λάσκο, και έθεσε το ζήτηµα της χειροτονίας του στην Ορθόδοξη Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Αλβανίας. Η Αλβανική εκκλησία δέχθηκε να χειροτονήσει τον Λάσκο, ο οποίος µετέβηκε στα Τίρανα χωρίς όµως να προλάβει να χειροτονηθεί καθώς τον πρόλαβε ο θάνατος του Νόλι. Μετά τον θάνατο του Νόλι ο Λάσκο χειροτονήθηκε µε απόφαση του καθεστώτος και επέστρεψε εσπευσµένα στην Αµερική.

Η εσπευσµένη χειροτονία του Λάσκο έφερε προ τετελεσµένων γεγονότων τα µέλη της ορθόδοξης Αλβανικής Εκκλησίας της Αµερικής που παρέµεναν διαιρεµένα και έγειρε για ακόµη µία φορά το ζήτηµα της διοίκησης της. Τα επόµενα δύο χρόνια έγιναν προσπάθειες να συγκεραστούν οι διαφορές των δύο µερίδων και να ενωθούν σε µία επισκοπή χωρίς όµως να φέρουν αποτέλεσµα. 

Πηγή Πληροφοριών: Μεταπτυχιακή Εργασία με τίτλο "Η εκκλησιαστική Πολιτική του Ενβέρ Χότζα και των επιγόνων του", του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης, Θεολογική Σχολή, Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας.
Επιβλέπων: Μιχαήλ Τρίτος
Επιμέλεια: Τζαχρήστος Βάιος 
Θεσσαλονίκη 2012
👉Κάντε εγγραφή στο κανάλι apenadi blogspot στο youtube για να βλέπετε πρώτοι τα βίντεο μας.
👉Ακολουθήστε μας στο facebook, κάνοντας like στη σελίδα Αγναντεύοντας για να βλέπετε πρώτοι τις δημοσιεύσεις μας
👉Ακολουθήστε μας στο twitter 

Σχόλια