Γράφει ο Λάμπρος Τζουμης
Κατά τη δεκαετία του 1830 ο Κολοκοτρώνης ήταν μία από τις ηγετικές φυσιογνωμίες του ρωσόφιλου κομματικού σχηματισμού. Κατηγορήθηκε για εσχάτη προδοσία και συνελήφθη μαζί με τον Πλαπούτα, τον Τζαβέλα, τον Νικηταρά και άλλους στρατιωτικούς με την κατηγορία ότι ετοίμαζαν συνωμοσία για την ανατροπή του βασιλιά Όθωνα.
Κατά την απολογία του όταν ερωτάται τι επάγγελμα κάνει αυτός απαντά: Στρατιωτικός. Κρατάω 49 χρόνους στο χέρι το σουλντάδο (ντουφέκι) και πολεµώ για την πατρίδα. Πολεµούσα νύχτα-µέρα για την πατρίδα. Πείνασα, δίψασα, δεν κοιµήθηκα µια ζωή. Είδα τους συγγενείς µου να πεθαίνουν, τ’ αδέρφια µου να τυραννιούνται και τα παιδιά µου να ξεψυχάνε µπροστά µου. Μα δεν δείλιασα. Πίστευα πως ο Θεός είχε βάλει την υπογραφή του για τη λευτεριά µας και πως δεν θα την έπαιρνε πίσω. Αντίκρυσα τόσες φορές το θάνατο και δεν τον φοβήθηκα, ούτε τώρα τον φοβάμαι…..τότε ακούστηκε από την αίθουσα «άδικα σε σκοτώνουν στρατηγέ» και ο Κολοκοτρώνης τους απάντησε «γι’ αυτό λυπάστε! καλύτερα που με σκοτώνουν άδικα παρά δίκαια».
Μετά την ανάγνωση της απόφασης ο Πλαπούτας, γράφει ο Τερτσέτης, δάκρυσε συλλογιζόμενος τι θα απογίνουν οι εφτά κόρες του και ο ανήλικος γιος του. Κουράγιο, ξάδελφε, του είπε ο Γέρος. Το όνειρό μας ήταν να λευτερώσουμε την Ελλάδα.
* Ο Λάμπρος Τζούμης είναι αντιστράτηγος ε.α.
Δείτε ακόμη:

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών