Για τον λόγο αυτό υπό τις οδηγίες του Στρατηγού Ναπολέοντος Ζέρβα και των δύο έμπιστων συνεργατών του, του δροβιανίτη ιατρού εγνωσμένου κύρους Γιώργου Ζώτου και του τραπεζίτη Βασίλειου Σαχίνη διαφάνηκαν οι πρώτες ενέργειες συγκρότησης ενός αντικομουνιστικού μετώπου στη Βόρειο Ήπειρο.
Με πρωτοβουλία του Σαχίνη, τον Ιούνιο του 1943, ιδρύθηκε στα Τίρανα, με κάθε συνωμοτική μυστικότητα το ΜΑΒΗ (Μέτωπο Απελευθέρωσης της Βορείου Ηπείρου), με εντολή που έφερε ο Σπύρος Κώνστας από το Λάμποβο από το Στρατηγείο του ΕΔΕΣ και ιδρυτές τον Σπύρο Ντάσιο από το Άνω Λάμποβο (ο οποίος τέθηκε επικεφαλής), και μέλη της διοικούσης επιτροπής τον Γιώργο Τάσο (βιομήχανο στην Κορυτσά) από το Λεσκοβίκι, τον Βασίλη Σαχίνη, τον Αναστάσιο Κοκαβέση, πρώην εισαγγελέα από τη Χειμάρα, τον Ηλία Κώνστα από το Άνω Λάμποβο. Όπως φαίνεται, στην κεφαλή της οργάνωσης, με τεράστιο όνομα και ελάχιστη αγωνιστική δράση, δεν υπήρχε κανένας από τις εν γένει ελληνόφωνες περιοχές του Βούρκου και της Δρόπολης (πέρα του Βασίλη Σαχίνη) με ό,τι συνεπάγεται αυτό για τα λαϊκά της ερείσματα. Όμως, γιατί η οργάνωση ιδρύθηκε στα Τίρανα και όχι στο λίκνο του ελληνισμού; Ο Μαυριδάκης σημειώνει ότι το ΜΑΒΗ προκαλούσε «τρόμο» μόνον λόγο της ιδεολογικής εγγύτητας με το ΕΔΕΣ και επειδή σχετιζόταν με το όνομα του Ναπολέοντος Ζέρβα. Το ΜΑΒΗ είχε ορίσει ως στρατηγείο του τη Γλύνα (Μιχάλης Μαυριδάκης, «Αγώνες φυλής – Εθνική Αντίσταση ΕΔΕΣ ΕΟΕΑ, 1941-1944, Αθήνα 1976, τόμος Α, σ. 335).
Το ΜΑΒΗ υιοθέτησε την πολιτική της κρυψίνοιας, η οποία δεν οδηγούσε πουθενά και για το λόγο αυτό η οργάνωση παρέμεινε σχεδόν φάντασμα όλο το διάστημα της κατοχής. Ο τρόπος στρατολόγησης των μελών ήταν μυστικοπαθής· ορκιζόταν στο Ευαγγέλιο: «Ορκίζομαι ό,τι δω και ό,τι ακούσω δεν θα το πω σε κανέναν ούτε καν στη οικογένειά μου», αναφέρει στις μαρτυρίες του μέλος της οργάνωσης.
Κατά την αρχειακή έρευνα δεν βρέθηκε το καταστατικό της οργάνωσης, ούτε τυχών προκηρύξεις που να αποδεικνύουν την αγωνιστική της λειτουργία, ενώ το ανθρώπινο δυναμικό της δεν υπερέβαινε τα 100-150 μέλη. Το ΜΑΒΗ δεν καταγράφει καμιά παρουσία στις ωσμώσεις της Βάνιστας, του Κρα και της Μεμόραχης. Μετά τη δολοφονία του Βασίλη Σαχίνη, (την 17η Νοεμβρίου 1943) από παράγοντες του αλβανικού ΕΑΜ στο Αργυρόκαστρο, την 3η Δεκεμβρίου 1943 δολοφονήθηκε ο επικεφαλής της οργάνωσης στην περιοχή Χιμάρας, Γιώργος Μπολάνος. Από τον Δεκέμβριο του 1944 ενεργό ρόλο ανέλαβε ο Γρηγόρης Λαμποβιτιάδης, γιατρός από το Αργυρόκαστρο, ο οποίος συνελήφθη την 22η Δεκεμβρίου 1945 κατηγορούμενος για κατασκοπεία μαζί με 13 άλλους (μεταξύ των οποίων και ο διδάσκαλος Μιχάλης Βράνος και άλλες γυναίκες) και με την απόφαση 23/25-5-1946 καταδικάσθηκε σε θάνατο και εκτελέσθηκε με διαταγή του ίδιου του Ενβέρ Χότζα.
Στο αντικομουνιστικό μέτωπο συσπειρώθηκαν κυρίως τα χωριά Μπουλιαράτες, Γεωργουτσάτες, Σωτήρα, Βόδριστα, Δερβιτσιάνη, Καλύβια του Πασά, Καλύβια Σούση, Χότζα, τα οποία αναφέρονται ως εστίες αντιδραστικών και αρχειομαρξιστών. Τα χωριά αυτά, αναφέρει χαρακτηριστικά έγγραφο της εποχής, θα μπορούσαν να συνετιστούν, «μόνο με το ξύλο».
Την 2α Αυγούστου 1943, ημέρα Δευτέρα, η συμμορία ενός αιμοδιψή λήσταρχου από το Λιμπόχοβο Αργυροκάστρου ονόματι Νέτζιο Μπεϊλέρι (Nexho Bejleri) εισέβαλε στο βορειοηπειρωτικό χωριό Γλύνα, απήγε με καταφανή επίδειξη βίας, συνέλαβε και στη συνέχεια φόνευσε 28 άμαχους και αθώους άνδρες του χωριού (μερικοί πιστεύουν ότι ο αριθμός των θυμάτων ήταν 26 ή 27 ή και 31), πετώντας τους σε παρακείμενη χαράδρα, πλησίον του χωριού Νεπράβιστα. Μερικοί εξ αυτών θανατώθηκαν διά του λιθοβολισμού· η ηλικία τους κυμαινόταν από 15-55 ετών. Στη συνέχεια, οι σεσημασμένοι εγκληματίες Νέτζιο Μπεϊλέρι, Κιανί Ντάσο (Qani Dasho), Τζαφέρ Μπεκίρι (Xhaferr Beqiri), Χαμπέ Χύσα (Habe Hysa), Φεχμί Κούλα (Fehmi Kulla) και η οργανωμένη δολοφονική σπείρα –αδιάφοροι επί του μακάβριου εγκλήματος– αφαίρεσαν προσωπικά αντικείμενα και τιμαλφή των θυμάτων και αποχώρησαν ανενόχλητοι και ψύχραιμοι.
Ήταν η πρώτη μαζική σφαγή τέτοιων διαστάσεων στο Νότο της Αλβανίας και το ειδεχθέστερο έγκλημα πολέμου έως εκείνη την περίοδο, το οποίο καταγραφόταν στις ελληνόφωνες περιοχές του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού. Οι δράστες ήταν ληστοσυμμορίτες του κοινού ποινικού δικαίου, ενώ τα ανυπεράσπιστα και έκθετα στην εθνικιστική και ληστρική βία θύματα δεν είχαν διαπράξει κανένα έγκλημα, δεν είχαν καμιά εμπλοκή σε εχθροπραξίες και δεν ανήκαν σε κανένα πολιτικό σχηματισμό. Οι αλβανοί κομμουνιστές δεν καταδίκασαν ευθέως και ανοιχτά τη σφαγή.
Την 6η Νοεμβρίου 1943 στη 2η συνδιάσκεψη του ΕΑΜ ο Χότζα αναφέρθηκε σε ανοσιουργήματα και βιαιότητες στην [ελληνική] μειονότητα αλλά δεν καταδίκασε τη Γλύνα ούτε και κατονόμασε τους δράστες.
Η ειδεχθής σφαγή της Γλύνας προκάλεσε μούδιασμα στα ευρεία κοινωνικά στρώματα με τάσεις αύξησης της ουδετερότητας στον κόσμο. Σε ένα μεγάλο μέρος, όμως, του τοπικού πληθυσμού αφύπνισε και κινητοποίησε τους εθνικόφρονες, οι οποίοι πείστηκαν ότι οι Βορειοηπειρώτες ήταν βορρά στα κανόνια των αλβανών εθνικιστών. Ο Βασίλης Σαχίνης και ο Αντώνης Κυριάκης επικοινώνησαν και σχεδίασαν συγκεκριμένες κινήσεις. Η πλειοψηφία, όμως, του βορειοηπειρωτικού κόσμου συσπειρώθηκε γύρω από τον Γιώργο Ζώτο, ο οποίος θεωρείτο εκπρόσωπος της αστικής κοινωνίας (ο ρόλος του Σαχίνη κρίνεται υποδεέστερος σε σχέση με του ιατρού Γιώργο Ζώτου) αλλά συνοδευόμενος από τους απαξιωτικούς στίχους και λοιδορούμενος από την αριστερή προπαγάνδα ως «Ο Γιώργαρος ο Ζώτος, ο κλέφταρος ο πρώτος». Ο Γιώργος Ζώτος πλαισιωμένος από τον οπλαρχηγό δροβιανίτη επίσης Χρήστο Πύλιο, ο οποίος ανέπτυξε έως το τέλος ανεξάρτητη αγωνιστική δράση, αρνούμενος να τεθεί υπό την αιγίδα του αλβανικού ΕΑΜ, σχεδίασαν την σύμπτυξη ανεξάρτητων εθνικών επιτροπών, αντί των υφιστάμενων ΕΑΜ-ικών εθνικοαπελευθερωτικών συμβουλίων, την κατάλυσή τους και τη διάλυση των ανταρτικών ομάδων, αντί των οποίων θα συγκροτούντο ανεξάρτητες (αυτονομιστικές) εθνικές αμάδες οπλιτών. Σύμφωνα με το σκεπτικό του Γεωργίου Ζώτου, και κυρίως του Χρήστου Πύλιου, ή οργάνωση ανεξάρτητων εθνικιστικών αντιστασιακών ομάδων μάλιστα με αντιαλβανική αιχμή αποτελούσε επιταγή της εποχής.
Τη συγκρότηση του αναδυόμενου αντικομουνιστικού μετώπου στην ΕΕΜ ορεγόταν η εθνικιστική οργάνωση του Μπαλ Κομπετάρ η οποία την 8η Νοεμβρίου 1943 μέσω του κλιμακίου της του Λιμποχόβου έκανε έκκληση προς τους Δροπολίτες να ενωθούνε με τις δυνάμεις του, αλλά η απάντηση ήταν κάθετα αρνητική. Στη συνέχεια, εν όψει της ισοπεδωτικής ορμής των αλβανών κομμουνιστών, υιοθέτησαν μεθόδους εκφοβισμού, εκβιασμού και πολιτικού εξαναγκασμού να προσεταιρίσουν τους Βορειοηπειρώτες.
Εν τω μεταξύ, το αντικομουνιστικό μέτωπο, το οποίο πρέσβευε αμετακίνητα την επιλογή της αυτοδιάθεσης έως και απόσχισης της Βορείου Ηπείρου από την Αλβανία, την 4η Αυγούστου 1943, δύο μέρες μετά τη σφαγή της Γλύνας, κάλεσε στη Βάνιστα αντιπροσώπους της δημογεροντίας των χωριών της Κάτω Δρόπολης και, δύο μέρες αργότερα, για τον ίδιο σκοπό, συνήλθε η συνάντηση των αντιπροσώπων της Άνω Δρόπολης στο Κρα υπό τον Δημοσθένη Νάτση, διδάσκαλο από το Κλεισάρι (ο οποίος στη συνέχεια διέφυγε στην Ελλάδα) και τον Αθανάσιο Δήμο επίσης από το Κλεισάρι, ο οποίος θανατώθηκε κατά τρόπο μακάβριο στο χωριό του την 21η Ιουνίου 1944, ύστερα από απόφαση πρόχειρου λαϊκού στρατοδικείου αμφιβόλου κύρους στον Θεολόγο. Στη δεύτερη συνάντηση του Κρα –την 6η Αυγούστου 1943– μετέβη εσπευσμένα και ο Λευτέρης Τάλλιος και ο Παναγιώτης Πάνου από το Πωγώνι για να ματαιώσουν κάθε προσπάθεια αντικείμενη στα σχέδιά τους. Τη συνάντηση είχε οργανώσει και πάλι ο Γιώργος Ζώτος. Στην υπαίθρια συνάντηση όπου ο Τάλλιος υποδέχθηκε με αμφιθυμικά συναισθήματα, αντεγκλήσεις, λογομαχίες, ύβρεις και λεκτικές επιθέσεις αμφοτέρωθεν Ζώτου-Τάλλιου, ο Τάλλιος χαρακτήρισε τυχοδιωκτική και επικίνδυνη ενέργεια για τη μειονότητα τη συγκρότηση ανεξάρτητων ένοπλων τμημάτων και εξ αιτίας της ωμής παρέμβασής του η συνάντηση δεν κατέληξε σε οριστικό ψήφισμα.
Την 8η Αυγούστου 1943 συνήλθε η πολυσυζητημένη ευρεία υπαίθρια συνάντηση (δεν ήταν ούτε συνέδριο, ούτε συνδιάσκεψη) των αντιπροσώπων της περιοχής των Ριζών και του Βούρκου υπό την πρωτοβουλία και χορηγία πάντα του Γιώργου Ζώτου. Την έναρξη της συνάντησης κήρυξε ο διδάσκαλος Νικόλας Κώτσης, ενώ κύριος εισηγητής της συνάντησης ήταν ο ίδιος ο Γιώργιος Ζώτος ο οποίος ανέπτυξε τους σκοπούς της προσπάθειάς του, οι οποίοι ήταν οι ίδιοι με αυτούς του Κρα: τόνισε την ιδέα της ουδετερότητας και τη συγκρότηση ανεξάρτητων αυτονομιστικών ένοπλων μαχητικών ομάδων ατάκτων για την προστασία της ζωής, της τιμής και της περιουσίας των ελληνικών πληθυσμών και την άμεση ανάγκη της ίδρυσης ενός ενιαίου καθοδηγητικού κέντρου. Σύμφωνα με την αντίληψη του Ζώτου για τη σφαγή της Γλύνας κομμουνιστές και μπαλίστες βαρύνονταν με την ίδια ευθύνη. Η πλειοψηφία των παραβρισκόμενων εκφράσθηκαν αλληλέγγυοι με τον Ζώτο. Ενώ η συνάντηση ήταν σε εξέλιξη, κατά το μεσημέρι κατέφτασε κλιμάκιο του αλβανικού ΕΑΜ με τους Λευτέρη Τάλλιο, Παναγιώτη Πάνου και Γιώργο Γουμένη, πλαισιωμένους από τους Αλέξη Γιάνναρη και Παναγ. Παπαδημητρίου, (του ελληνικού ΕΑΜ) κ.ά. Και πάλι ο Τάλλιος, [σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες: Κυργιάννης (1981), Δαλιάνη (2000)] μαζί με τον ίδιο τον Γιάνναρη παρενέβη με το γνωστό βίαιο λεκτικό ύφος τους καταφερόμενοι κατά του Ζώτου, τον οποίο κατηγόρησαν ως εκπρόσωπο των μεγαλοσυμφερόντων της μειονοτικής μπουρζουαζίας, ο οποίος διατηρούσε καταστήματα και εργοστάσια στην Ελλάδα και στην Αίγυπτο, προκάλεσε αναστάτωση. Στην αποστροφή του λόγου, απευθυνόμενος προς τους παρισταμένους, ο Τάλλιος τόνισε: «Αυτός είναι ο Ζώτος που σας εμπαίζει εσάς τους φτωχούς!».
Για όλες αυτές τις διαδοχικές συναντήσεις, Βάνιστας, Κρα και Μεμμόραχης –υπήρξαν και άλλες στη Γλύνα, και στα χωριά του Πωγωνίου– δεν διαθέτουμε αποδεικτά τεκμήρια παρά αποσπασματικές προφορικές μαρτυρίες, οι οποίες μάλιστα ελέγχονται ως άκρως αντικρουόμενες και αποκλίνουσες, άρα παρατίθενται με κάθε επιφύλαξη. Δεν υπάρχουν πρακτικά και δεν γνωρίζουμε ποιες αποφάσεις ελήφθησαν, εάν πραγματικά ελήφθησαν δεσμευτικές αποφάσεις. Σε κάθε περίπτωση, βασικός στόχος των συναντήσεων ήταν η κατάλυση των υφιστάμενων εθινικοαπελευθερωτικών συμβουλίων, τα οποία λειτουργούσαν υπό την αιγίδα του αλβανικού ΕΑΜ και η οργάνωση, αντί αυτών, των εθνικών επιτροπών αντίστασης, η διάλυση των ανταρτικών ομάδων του ΕΑΜ και η ίδρυση αντ’ αυτών ανεξάρτητων ένοπλων τμημάτων αυτοάμυνας. Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του Κυραγιάννη ο ρόλος του Λευτέρη Τάλλιου ήταν αποτρεπτικός στην φιλόδοξη πρωτοβουλία της ομάδας του Γιώργου Ζώτου, ενώ σύμφωνα με τον Γκουβέλη-Παπά ανύπαρκτος. Μάλιστα οι Γκουβέλης-Παππάς διατείνονται ο Τάλλιος δεν παρίστατο καν στη Μεμόραχη (!!)
Συνεπώς, το καλοκαίρι του 1943 διαφάνηκε καθαρά η διαχωριστική γραμμή: από τη μια οι αριστεροί, οι οποίοι πρέσβευαν την ιδεολογική (κομμουνιστική) συσπείρωση και από την άλλη οι εθνικόφρονες, οι οποίο πρέσβευαν την (εθνική) συνειδησιακή συγκρότηση, ως εχέγγυο της μελλοντικής επιβίωσης του βορειοηπειρωτικού ελληνισμού. Η τομή αυτή σηματοδοτεί, με όλες τις ιδιαιτερότητες για το βορειοηπειρωτικό ελληνισμό, τον μετέπειτα αέναο ταξικό αγώνα και την πολιτική οξύτητα που χώριζε τους κομμουνιστές από τους εθνικόφρονες.
Σχετικές Δημοσιεύσεις

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών