Αναδρομή στις επισκέψεις πολιτικών της Ελλάδας στην Ελληνική Εθνική Μειονότητα

Σταύρος Γ. ΝΤΑΓΙΟΣ
Διδάκτωρ Ιστορίας ΑΠΘ

Με την ευκαιρία της ιδιωτικής επίσκεψης του έλληνα Πρωθυπουργού Κυριάκου Κ. Μητσοτάκη στην Αλβανία, στις περιοχές του βορειοηπειρωτικού ελληνισμού, την 22η Δεκεμβρίου 2022, μια αναδρομή σε παρόμοιες επισκέψεις υψηλόβαθμων Ελλήνων πολιτικών παραγόντων θα σχημάτιζε μια πληρέστερη εικόνα της διαχρονικής πρόνοιας της Ελλάδας για τους ομογενείς της εκεί.
Έως την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου –από ιδρύσεως του αλβανικού κράτους (1912)– κανένας υψηλόβαθμος Έλληνας πολιτικός άνδρας δεν επισκέφθηκε ζωτικούς χώρους στην Αλβανία, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις των κατοίκων των περιοχών, ιδίως κατά την κρίσιμη περίοδο της γενικευμένης λευκής εκπαιδευτικής αποχής των Βορειοηπειρωτών, το 1933-1936.

Κατά τη διθυραμβική επέλαση του Ελληνικού Στρατού στην Αλβανία (1940-1941), αγωνίστηκαν στο αλβανικό μέτωπο, σε εμπόλεμες ζώνες όπου υπήρχε ελληνικό στοιχείο, επιφανείς Έλληνες, οι οποίοι μετέπειτα βρέθηκαν σε υπουργικά ή πρωθυπουργικά αξιώματα.
Στην Αλβανία (έως το Μπεράτ) βρέθηκε στο μέτωπο των πολεμικών συγκρούσεων ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος (Πρωθυπουργός και Πρόεδρος της Ελλάδας, 1971-1973) ως Ανθυπολοχαγός Στρατού, οποίος υπηρέτησε ως Αξιωματικός Βολής της 3ης Πυροβολαρχίας του ΙΙ Συντάγματος Ορειβατικού Πυροβολικού, κερδίζοντας το Χρυσό Αριστείο Ανδρείας, το Μετάλλιο Εξαίρετων Πράξεων και επίσης δυο πολεμικούς σταυρούς. Υπηρέτησε στη στρατιωτική ζώνη της Χειμάρας ο Γεώργιος Ι. Ράλλης (πρωθυπουργός της Ελλάδας, 1980-1981), ο Ευάγγελος Γιαννόπουλος, υπουργός διάφορων χαρτοφυλακίων στις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, ο οποίος υπηρέτησε στο μέτωπο του Πόγραδετς, όπου και είχε τραυματισθεί, και πολλοί άλλοι.

Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και έως το 1987 κανένας Έλληνας υπουργός (και πρωθυπουργός) δεν επισκέφθηκε τη Βόρειο Ήπειρο, για εύγλωττους λόγους. Για πρώτη φορά τους ζωτικούς χώρους στην Αλβανία επισκέφθηκε ο Έλληνας πρέσβης στα Τίρανα, Διονύσιος Καραγιάννης, τον Απρίλιο του 1972 μετά τη διπλωματική ανασύνδεση των δύο χωρών (Μάιος 1971).
Δεκαέξι χρόνια βραδύτερα, τον Νοέμβριο του 1987 πολυμερής υπουργική αποστολή υπό τον υπουργό Εξωτερικών Κάρολο Παπούλια επισκέφθηκε τα Τίρανα και στη συνέχεια τις ελληνόφωνες περιοχές (Λειβαδιά Αγίων Σαράντα κ.λπ). Ήταν η πρώτη επίσκεψη υπουργού Εξωτερικών δυτικοευρωπαϊκής χώρας στη Αλβανία (τον Δεκέμβριο 1984 ο Κ. Παπούλιας είχε επισκεφθεί την Αλβανία και την Ελληνική Εθνική Μειονότητα υπό την ιδιότητα του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών).

Την 8η Ιανουαρίου 1988 (μετά από 47 χρόνια) πραγματοποίησε ιδιωτική επίσκεψη σε ελληνόφωνες περιοχές ο πρώην πρωθυπουργός Γιώργος Ράλλης, συνοδευόμενος από τον Τηλέμαχο Μαράτο, συνεργάτη της εφημερίδας “Καθημερινή”, επισκεπτόμενος το παιδαγωγικό λύκειο Αργυρόκαστρου, το οχτάχρονο σχολείο Βρυσερών και άλλες περιοχές όπου βίωνε ελληνικό στοιχείο. Η επίσκεψή του προκάλεσε τριβές με τους τοπικούς παράγοντες του Αργυροκάστρου (κυρίως με τον πρόεδρο της Εκτελεστικής Επιτροπής Φλαμούρ Τσάνι) λόγω των απαιτήσεων του Ράλλη να του επιτραπεί ελεύθερη πρόσβαση σε χώρους όπου υπήρχε έντονη ελληνική παρουσία. Επιστρεφόμενος στην Αθήνα, σε επικοινωνία με τον Αλβανό πρέσβη την 29η Φεβρουαρίου 1988, του διεμήνυσε ότι και ο ίδιος είλκε μακρινή καταγωγή από τη Χειμάρα (η προγιαγιά του εκ μητρός, Αναστασία Δήμα, ήταν από τη γνωστή οικογένεια Δήμα) η κόρη της οποίας είχε νυμφευθεί τον πρωθυπουργό και παππού του, Γεώργιο Θεοτόκη, φίλο του Αλβανού εθνάρχη Ισμαήλ Κεμάλ, τηρούσε δε αλληλογραφία με αυτόν και μάλιστα είχε φροντίσει να τον φυγαδέψει, λόγω των διωγμών του Κεμάλ από την Υψηλή Πύλη. Ο Θεοτόκης είχε παραστεί και στη συνάντηση κατά τη συνομολόγηση της περιβόητης μυστικής συνεννόησης (συμφωνίας) του Κεμάλ με τον Κορομηλά (1907). Ο Ράλλης τού παρέδωσε και μέρος της αλληλογραφίας Θεοτόκη-Κεμάλ. Ζήτησε, ωστόσο, από τον αλβανό πρέσβη: 1) Τη διεύρυνση των μειονοτικών περιοχών, πέραν των επισήμως αναγνωρισμένων ζωνών, όπως την αναγνώριση της Χειμάρας, του Δέλβινου κ.λπ. όπου η ελληνική παρουσία είναι έντονη, 2) να καταργηθεί η προσωπολατρία του Χότζα και η φετιχοποίση του κόμματος και ο πολιτικός προσηλυτισμός μάλιστα και στα μικρά παιδιά «τα οποία γνωρίζουν το κόμμα και Ενβέρ αντί της οικογένειας και της πατρίδας», 3) να αφεθούν ελεύθεροι όσοι Βορειοηπειρώτες το επιθυμούν να μεταναστεύσουν στο εξωτερικό. Ζήτησε, τέλος, να δωρίσει τρείς τηλεοράσεις και δύο βίντεο στο οκτάχρονο σχολείο των Βρυεσερών.

Την 15η Απρίλιου 1988 ο Αλβανός υπουργός Εξωτερικών Ρεΐς Μαλίλε στην ανταποδοτική επίσκεψη στην Ελλάδα (ήταν η πρώτη επίσκεψη αλβανού υπουργού Εξωτερικών στην Ελλάδα καθ’ όλο το διάστημα της ύπαρξης του αλβανικού κράτους) επέδωσε ιδιοχείρως στην πρωθυπουργική κατοικία στο Καστρί πρόσκληση του Αλβανού πρωθυπουργού Αντίλ Τστρτλανι προς τον Έλληνα ομόλογό του Ανδρέα Παπανδρέου να επισκεφθεί επίσημα την Αλβανία. Ο Έλληνας πρωθυπουργός αποδέχθηκε ευγενικά την πρόσκληση, υποσχόμενος να επισκεφθεί την Αλβανία αλλά … η επίσκεψη δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Προφανώς, ο Έλληνας πολιτικός οσφράνθηκε την ιδιοτέλεια της αλβανικής διπλωματίας να αποτελέσει σωσίβιο του υπό κατάρρευση κομμουνιστικού καθεστώτος όπως συνέβαινε σε όλο το ανατολικό στερέωμα (είχαν ήδη αρχίσει οι αποσχιστικές ταραχές στη Σλοβενία).

Ο Έλληνας πρωθυπουργός Κωσταντίνος Μητσοτάκης πραγματοποίησε διήμερη επίσκεψη στην Αλβανία από την 13η έως 14η Ιανουαρίου 1991, ερχόμενος μάλιστα από επίσκεψη στην Βουλγαρία μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος εκεί. Συνοδευόταν από τον υπουργό Εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά, τον υπουργό Τύπου και Επικοινωνίας, Κωνσταντίνο Πυλαρινό, τον υπουργό Επικράτειας Μίκη Θεοδωράκη και την υφυπουργό Ντόρα Μπακογιάννη. Η επίσκεψη κινδύνεψε να ναυαγήσει, λόγω της αδιάλλακτης στάσης των Αλβανών στο θέμα των Τσάμηδων. Στη συνέχεια, το πρωθυπουργικό κλιμάκιο μετέβη στη Δερβιτσάνη, την 14η Ιανουαρίου 1991, συνοδευόμενο από τον Αλβανό πρωθυπουργό Αντίλ Τσαρτσάνι, υποδεχόμενο με φρενήρη ενθουσιασμό και ασυγκράτητες επευφημίες από χιλιάδες κόσμου, μέρος των οποίων αποδοκίμασαν την παρουσία του Αλβανού πρωθυπουργού. Στην ομιλία του ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ζήτησε κυρίως το ακαταδίωκτο όσων αλβανών φυγάδων που είχαν διαφύγει στην Ελλάδα και επιθυμούσαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Ενώ στα Τίρανα τόνισε με επιμονή τον σεβασμό των εθνικών δικαιωμάτων των Βορειοηπειρωτών με τον ίδιο τρόπο που η Αλβανία διεκδικεί δικαιώματα για τους Αλβανούς το Κόσοβου. Η επίσκεψη του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη ήταν η πρώτη επίσκεψη δυτικοευρωπαίου πρωθυπουργού στην Αλβανία και η δεύτερη ξένου πρωθυπουργού στη χώρα (μετά την επίσκεψη του Χρουστσόφ στην Αλβανία τον μακρινό Μάιο-Ιούνιο 1959 υπό την ιδιότητα του πρωθυπουργού της Σοβιετικής Ένωσης).

Δεκατρία χρόνια μετά, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος επισκέφθηκε επίσημα την Αλβανία από την 18η έως την 20η Οκτωβρίου 2004, προσκεκλημένος του προέδρου της Αλφρεντ Μοϊσίου. Στη Δρόβιανη, χωριό καταγωγής του εκ μητρός και στην αξιομνημόνευτη ομιλία στη Δερβιτσάνη, τόνισε με διπλωματική διορατικότητα, ρεαλισμό και πολιτική παρρησία:
«Κατά τη διάρκεια του περασμένου αιώνα, η ιστορία μας επεφύλαξε δύσκολες στιγμές και δοκιμασίες στις σχέσεις μας. Ας το αναγνωρίσουμε χωρίς φόβο, ας αποβάλλουμε τις καχυποψίες που μας βάρυναν άλλοτε και ας εργασθούμε από κοινού για ένα καλύτερο μέλλον. Μας προσφέρεται ήδη η ευκαιρία μιας νέας πραγματικότητας, η οποία αποδεικνύει ότι το συμφέρον μας είναι κοινό και μας οδηγεί προς το κοινό ευρωπαϊκό μέλλον. Κλείνουμε, λοιπόν, οριστικά το παρελθόν και κοιτάζουμε πλέον μόνο προς τα εμπρός».

Θα μείνει παροιμιώδες το δάκρυ της υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Μαριέττα Γιαννάκου που τον συνόδευε, καθώς ο Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος αναφερόταν στα απαράγραπτα εθνικά δίκαια των Βορειοηπειρωτών.

Την 1η Νοεμβρίου του 2005, υπό την ιδιότητα του Πρόεδρου της Δημοκρατίας πλέον, ο Κάρολος Παπούλιας ακύρωσε οργισμένος την επίσημη επίσκεψη στην Αλβανία προσκεκλημένος του ομολόγου του Αλφρέντ Μοϊσίου, λόγω των εθνικιστικών προθέσεων μιας μικρής ομάδας ταραχοποιών Τσάμηδων στους Αγίους Σαράντα, τους οποίους οι αρχές, «στο όνομα της δημοκρατίας», αρνούντο να απομακρύνουν.
Την 5η Νοεμβρίου 2013 ο Κάρολος Παπούλιας επισκέφθηκε ξανά τη Δερβιτσάνη με την ιδιότητα του Πρόεδρου της Δημοκρατίας και πάλι, ενθυμίζοντας στους Βορειοηπειρώτες τις δύσκολες ημέρες των πέτρινων χρόνων της δεκαετίας του ‘80, όπου λαχταρούσαν να γνωρίσουν την άγνωστη μέχρι τότε πατρίδα τους, την Ελλάδα, που ήταν γι’ αυτούς ένας θρύλος, μια οπτασία και ένα άπιαστο όνειρο.

Τέλος, την 22η Δεκεμβρίου 2022 πραγματοποίησε την εξ αναβολής επίσκεψη σε ζωτικούς χώρους στην Αλβανία ο νυν Έλληνας πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος για πρώτη φορά επισκέφθηκε και την ελληνόφωνη Χειμάρα, θεωρώντας τους χειμαριώτες αναπόσπαστο κομμάτι του ελληνισμού, οι οποίοι κράτησαν ανύσταχτη την αγάπη για το έθνος και άσβεστη την έφεση για την ορθοδοξία.

Σχετικά Θέματα

Σχόλια