Οι τρεις φάσεις της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου και ο ρόλος του Κεμάλ Ατατούρκ

Γράφει ο Μιχάλης Στούκας

Στις 24 Φεβρουαρίου 1994 η Ελλάδα αναγνώρισε τη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου με τον νόμο 2193/1994. Πρωθυπουργός της χώρας μας τότε ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου. Η έκθεση που συνόδευε το σχετικό νομοσχέδιο είχε κατατεθεί από τον, τότε, Υπουργό Εσωτερικών Άκη Τσοχατζόπουλο, ενώ το νομοσχέδιο είχε πάει προς ψήφιση στη Βουλή στις 9 Δεκεμβρίου 1993. Τι είναι όμως γενοκτονία; Σύμφωνα με το ΧΛΝΓ της Ακαδημίας Αθηνών, γενοκτονία είναι η «συστηματική, μαζική και εκτεταμένη εξόντωση φυλετικής, εθνικής ή θρησκευτικής ομάδας».
Η λέξη είναι αγγλικής προέλευσης genocide και τη χρησιμοποίησε για πρώτη φορά ο Πολωνοεβραίος δικηγόρος Raphael Lemkin στο βιβλίο του «Axis Rulein Occupied Europe» αναφερόμενος στα εγκλήματα που γίνονταν στην τότε κατεχόμενη Ευρώπη από τους Γερμανούς τον Νοέμβριο του 1944.

Ο ελληνισμός του Πόντου
Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα ο Πόντος είναι η περιοχή που βρίσκεται ανάμεσα στον ποταμό Φάση (σήμερα Ριόν, κοντά στο Βατούμ της Γεωργίας) και την Ηράκλεια την Ποντική. Η παρουσία του ελληνισμού εκεί ξεκινά από τον μύθο (ένατος άθλος του Ηρακλή, Αργοναυτική Εκστρατεία). Ο αποικισμός του ξεκίνησε από τους Έλληνες το 785 π.Χ. με την ίδρυση της Σινώπης από τους Μιλήσιους. Οι επαφές της Μιλήτου με τον Εύξεινο Πόντο χρονολογούνται από πολύ παλαιότερα και συγκεκριμένα από το 1100 π.Χ. όταν ξεκίνησε να αναζητά εκεί πολύτιμα μέταλλα. Μετά τη Σινώπη ιδρύθηκαν η Τραπεζούντα (756 π.Χ.), η Κερασούντα (700 π.Χ.), η Αμισός (Σαμψούντα – 600 π.Χ.), η Οδησσός, ο Βαθύς Λιμένας (Βατούμ), η Διοσκουριάς (Σοχούμι), η Πιτιούντα, η Αρχαιόπολις (Νοκολακέβι), τα Κοτύωρα (Ορντού), η Τρίπολη, η Αμάσεια, η Ιωνόπολη (Ινέμπολη) κ.ά.
Στα χρόνια της περσικής κυριαρχίας ο ελληνικός πολιτισμός στον Πόντο επεκτείνεται. Οι παλιές αποικίες ιδρύουν νέες πόλεις και επιμένουν στον εξελληνισμό των γειτονικών τους λαών. Στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η αυτοκρατορία του περιλάμβανε τον νοτιοδυτικό Εύξεινο Πόντο εκτός από τη Βιθυνία και την Παφλαγονία. Στα ελληνιστικά χρόνια ο γεωγραφικός όρος «Πόντος» σήμαινε τη ΒΑ περιοχή της Μ. Ασίας και τη νότια περιοχή του Εύξεινου Πόντου δηλαδή την περιοχή ανάμεσα στον ποταμό Άλη και την Κολχίδα.

Ο Μιθριδάτης ΣΤ’ ο Ευπάτωρ και το κράτος του στον Πόντο και τη Μικρά Αρμενία (Βόρεια Μικρά Ασία) ήταν το ανάχωμα για την επέκταση της Ρώμης στην περιοχή. Μάλιστα στο βασίλειό του καθιερώθηκε η ελληνική ως επίσημη γλώσσα.
Μετά το 63 π.Χ. δημιουργήθηκαν στον Πόντο υποτελή στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κράτη (Ποντιακό, Αρμενικό, Παφλαγονικό, Καππαδοκικό). Στα χρόνια της παρακμής της Ρώμης εμφανίστηκαν στον καταλαμβάνοντας τμήμα του οι Βησιγότθοι, οι Έρουλοι, οι Οστρογότθοι και οι Αλανοί. Ο Χριστιανισμός διαδόθηκε στον Πόντο από τους Αποστόλους Ανδρέα και Πέτρο. Ο Ιουστινιανός (527-565) χώρισε τον Πόντο σε τρεις επαρχίες. Στις αρχές του 9ου αιώνα η περιοχή χωρίστηκε σε τρία θέματα (Χαλδίας, Κολώνιας και Αρμενιακών).

Από τον 10ο αιώνα η Τραπεζούντα εξελίχθηκε σε οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό κέντρο του Πόντου. Μετά την ήττα στο Μαντζικέρτ (1071) οι Σελτζούκοι αρχίζουν τις επιδρομές στην περιοχή. Με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους ιδρύθηκε η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας από τον Αλέξιο Κομνηνό που υποτάχθηκε στους Οθωμανούς το 1461. Ακολούθησαν σφαγές, λεηλασίες, φυγή προς τη δυτική Ευρώπη και τις παραδουνάβιες χώρε και βίαιοι εξισλαμισμοί. Πολλοί Πόντιοι ασπάστηκαν εξωτερικά μόνο το Ισλάμ διατηρώντας τη χριστιανική τους πίστη και, όπου αυτό ήταν εφικτό και την ελληνική γλώσσα, μένοντας πιστοί στην Ορθοδοξία και την εθνική τους ταυτότητα. Ήταν οι λεγόμενοι κρυπτοχριστιανοί (ή Κλωστοί ή Κρυφοί ή Γυριστοί ή Τενεσούρηδες). Από τις αρχές του 18ου αιώνα οι Έλληνες του Πόντου επιστρέφουν σταδιακά στις εστίες τους. Αυτό γίνεται εντονότερο μετά τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774). Σε μία πόλη του Εύξεινου Πόντου, την Οδησσό, ιδρύθηκε το 1814 η Φιλική Εταιρεία.
Το Φροντιστήριο της Τραπεζούντας που ιδρύθηκε το 1682 από τον δάσκαλο Σεβάστιο Κυμινήτη και λειτούργησε παρά τις αντιξοότητες ως το 1922 έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ανάπλαση των Ποντίων και στην ανάπτυξη της εθνικής τους συνείδησης. Φροντιστήρια υψηλού επιπέδου λειτουργούσαν στην Κερασούντα, την Αργυρούπολη, τη Μερζιφούντα και άλλου. Το 1914 σε ολόκληρο τον Πόντο λειτουργούσαν 1.047 σχολεία, με 1.246 δασκάλους και καθηγητές και 79.953 μαθητές και μαθήτριες. Στις αρχές του 20ου αιώνα ο Πόντος ήταν χωρισμένος σε έξι μητροπόλεις και υπήρχαν σ’ αυτόν 1.131 ναοί, 22 μοναστήρια και 1.647 παρεκκλήσια στα οποία λειτουργούσαν 1.459 κληρικοί. Σημαντικότερο όλων βέβαια ήταν το μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά.

Όλα αυτά συνδέονταν με την αύξηση του πληθυσμού των Ελλήνων του Πόντου.
Το 1865 ήταν 265.000 άτομα. Το 1880 ήταν 330.000 άτομα, ενώ την ίδια εποχή ζούσαν στη νότια Ρωσία, στην περιοχή του Καύκασου 150.000 Πόντιοι, απόγονοι όσων είχαν εγκατασταθεί εκεί μετά την άλωση της Τραπεζούντας το 1461. Σύμφωνα με υπολογισμούς του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των οθωμανικών Αρχών στα τέλη του 19ου αιώνα ο Ελληνισμός του Πόντου αριθμούσε περίπου 600.000 άτομα ενώ το 1914 σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, οι Έλληνες του Πόντου ανέρχονταν σε 700.000.

Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου
Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου «χωρίζεται» από τους ιστορικούς σε τρεις περιόδους (φάσεις). Η πρώτη ξεκινά από την άνοδο των Νεότουρκων στην εξουσία (1908) και φτάνει ως την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η δεύτερη ξεκινά από το 1914 και φτάνει ως το 1919 και η Τρίτη, στην οποία σημαντικότατο ρόλο έπαιξε και ο Κεμάλ Ατατούρκ, ξεκινά από το 1919 και τερματίζεται το 1923. Η απόφαση για τη μαζική εξόντωση του ποντιακού ελληνισμού («λευκή σφαγή») πάρθηκε από τους Νεότουρκους το 1908.

Ως τότε οι Χριστιανοί υπήκοοι της οθωμανικής Αυτοκρατορίας απαλλάσσονταν από τη στρατιωτική υποχρέωση με αντάλλαγμα την καταβολή αντίστοιχου φόρου. Με το νεοτουρκικό σύνταγμα του 1908 όλοι ανεξαιρέτως οι άρρενες Χριστιανοί και όλοι οι Έλληνες ως 31 ετών ήταν υποχρεωμένοι να στρατευτούν. Η υποχρέωση αυτή επεκτάθηκε και στους Έλληνες μέχρι 45 ετών χωρίς το δικαίωμα εξαγοράς που ίσχυσε για λίγο διάστημα, με νόμο του Νοεμβρίου του 1914. Όσοι δεν συμμορφώνονταν αντιμετώπιζαν βαρύτατες ποινές και δήμευση της περιουσίας τους ενώ οι οικογένειές τους θα εκτοπίζονταν στα βάθη της Ανατολίας.
Η παρουσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου στον Πόντο με ιδιαίτερα μεγάλης εμβέλειας πνευματικής ηθικής και εθνικής προσωπικότητες όπως ο Χρύσανθος (Φιλιππίδης) Τραπεζούντας και ο Γερμανός (Καραβαγγέλης) Αμασείας, διέσωσε πολλούς Έλληνες του Πόντου από βέβαιο θάνατο.

Η δεύτερη περίοδος της γενοκτονίας ξεκίνησε το 1914 σχεδόν ταυτόχρονα με την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η διαταγή του επικεφαλής του οθωμανικού στρατού, Γερμανού Liman von Sanders για εκκένωση περιοχών από Έλληνες υπό το πρόσχημα στρατιωτικών αναγκών, είναι χαρακτηριστική. Ο πρόξενος της Αυστρίας στην Τραπεζούντα υπολόγιζε ότι τον Ιανουάριο του 1918 οι εκτοπισμένοι Έλληνες του Πόντου ήταν 80.000-100.000, ενώ ελληνικές μαρτυρίες ανεβάζουν τους νεκρούς σε 233.000 και σε 85.000 όσους εκδιώχθηκαν στη Ρωσία.
Τον Μάιο του 1916 εισήχθη νομοθετικά η σωματική ποινή για να βελτιωθεί η πειθαρχία στο στράτευμα και, κυρίως, για να περιοριστούν οι λιποταξίες που προέρχονταν ως επί το πλείστον από τον ελληνικό πληθυσμό.

Μέχρι το τέλος του 1917 επιστρατεύτηκαν περισσότεροι από 200.000 Έλληνες 15 ως 48 ετών πολλοί από τους οποίους πέθαναν από τις στερήσεις, το κρύο και τις ασθένειες. Ο Μητροπολίτης Γερμανός που απελάθηκε το 1917 για τη δράση του ενημέρωνε στις 29 Δεκεμβρίου 1916 για τα τεκταινόμενα στον Δυτικό Πόντο: «Το χιόνι μέχρι τα γόνατα και το κρύο τσουχτερό, εν τούτοις προχωρούν με συνοδεία πολιτοφυλάκων χιλιάδες παιδιά, γυναίκες και άρρωστοι γέροι προς τη Σεβάστεια… Οι άρρωστοι εγκαταλείπονται στην άκρη του δρόμου σχεδόν όλοι ξυπόλυτοι, καταδικασμένοι δηλαδή εκ των προτέρων σε θάνατο από το ψύχος…
Από τη Σαμψούντα στάλθηκαν πολιτοφύλακες και στρατιώτες εναντίον των πλούσιων χωριών της περιοχής οι οποίοι έκαψαν τα χωριά σκότωσαν γέρους και παιδιά και βίασαν γυναίκες. Ακόμα και κορίτσια κάτω των δέκα χρονών και γριές πάνω των ογδόντα είχαν αυτήν την τύχη». Χιλιάδες Έλληνες του Πόντου την ίδια περίοδο αναγκάστηκαν να εξισλαμιστούν. Οι Νεότουρκοι σύμφωνα με έκθεση του Γερμανού πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Metternich προσπαθούσαν να δικαιολογήσουν τις εκτοπίσεις των Ελλήνων που ζούσαν στα παράλια του Εύξεινου Πόντου με την πρόφαση ότι οι Ρώσοι είχαν εξοπλίσει τον ελληνικό πληθυσμό και φοβούνταν ελληνική εξέγερση.

Υπήρχαν βέβαια και κάποιοι Γερμανοί που διαχώριζαν τη θέση τους από τα εγκλήματα των Νεότουρκων. Ο Γερμανός πρόξενος στην Αμισό Kuckhoff σε αναφορά του προς το Υπουργείο Εσωτερικών τόνιζε: «Από αξιόπιστες πηγές ολόκληρος ο ελληνικός πληθυσμός της Σινώπης και της παραλιακής περιοχής της επαρχίας Κασταμονής έχει εξοριστεί. Εξορία και εξολόθρευση είναι στα τουρκικά ή ίδια έννοια γιατί όποιος δεν δολοφονείται, πεθαίνει ως επί το πλείστον από τις αρρώστιες και την πείνα…».
Η λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου με την ήττα των Γερμανών και των Νεότουρκων έφερε στην καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία δυνάμεις της Αντάντ. Λίγες μέρες πριν την ανακωχή το Οικουμενικό Πατριαρχείο έκανε έναν απολογισμό για όσα είχαν γίνει στον Πόντο: «Ο διωγμός ιδιαιτέρως αν άσκησε η πολιτική αύτη εις βάρος του ομογενούς στοιχείου, αι εξοντωτικαί μέθοδοι ας μετήλθεν αύτη κατ’ αυτού, οι περιορισμοί και η βία κατάργησις πάντων των δικαίων του Εθνικού και εκκλησιαστικού ημών Κέντρου κείνται τρανόν μαρτύριον των διαθέσεων και της κατευθύνσεως αύτης».

Ο Κεμάλ Ατατούρκ στον Πόντο – Τρίτη φάση της γενοκτονίας των Ποντίων
Στις 6/19 Μαΐου 2019 ο Μουσταφά Κεμάλ που είχε ταχθεί στο πλευρό των Νεότουρκων κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρετώντας στην Καλλίπολη, το ρωσικό μέτωπο και τη Συρία, στάλθηκε με εντολή του σουλτάνου και με την ιδιότητα του Επιθεωρητή της 9ης Στρατιάς για να «προστατέψει τους χριστιανικούς πληθυσμούς από τους διωγμούς» όπως γράφει ο Θεοφάνης Μαλκίδης. Μαζί του είχε και 21 έμπιστους συνεργάτες του. Γρήγορα ξεκίνησε να οργανώνει τις διάσπαρτες και ολιγάριθμες ανταρτικές ομάδες. Στην πορεία του προς το εσωτερικό έγινε απόπειρα δολοφονίας του από έναν Πόντιο αντάρτη ονόματι Κοσμίδη. Δυστυχώς αυτός σκότωσε τους προπορευόμενους του Κεμάλ ο οποίος γλίτωσε.
Ο σουλτάνος σύντομα κατάλαβε το λάθος του να στείλει τον Κεμάλ στην Ανατολία καθώς φοβήθηκε ότι θα δυσαρεστούνταν οι δυνάμεις της Αντάντ από τη δράση του, κάτι που θα επιτάχυνε τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Έτσι τον ανακάλεσε στην Κωνσταντινούπολη. Ο Κεμάλ έστειλε ένα επείγον τηλεγράφημα από το Ερζερούμ ικετεύοντας τον να μεταβεί στα ανατολικά για να τεθεί επικεφαλής της αντίστασης. Όλη τη νύχτα περίμενε στο τηλεγραφείο την απάντηση η οποία έφτασε στις 6 το πρωί: «Η Μεγαλειότης του (του σουλτάνου) σας διατάσσει να επιστρέψετε αμέσως εις Κωνσταντινούπολιν».

Ο Κεμάλ αρνήθηκε να υπακούσει και απάντησε ότι θα παρέμενε στην Ανατολία «έως ότου το έθνος επανακτήσει την πλήρη ανεξαρτησία του». Ο σουλτάνος εξοργίστηκε. Απομάκρυνε τον Κεμάλ από το αξίωμά του παύοντας τον ταυτόχρονα από τον βαθμό του. Διέτασσε όλες τις Αρχές να μην συνεργάζονται μαζί του κήρυξε ως «προδότες και εκτός νόμου» όσους τον ακολουθούσαν, διέταξε το Υπουργείο Στρατιωτικών να δημιουργήσει ένα σώμα ατάκτων για να τον συντρίψει και τέλος έδωσε εντολή στο μουσουλμανικό ιερατείο να προτρέψει τους πιστούς να πάρουν τα όπλα εναντίον του Κεμάλ. Αυτός όμως δεν πτοήθηκε. Στις 29 Μαΐου συνάντησε τους Τοπάλ Οσμάν, Ισμαήλ Αγά, Καρά Αχμέτ και Νταρκάλογλου Μπιλάλ στη Χάζβα. Ο Τοπάλ Οσμάν καταζητούμενος για εγκλήματα κατά των Αρμενίων, ανέλαβε την εξόντωση του ποντιακού ελληνισμού λέγοντας στον Ατατούρκ: «Μην ανησυχείτε καθόλου στρατηγέ μου. Θα δώσω τέτοιο θυμίαμα σε αυτούς τους Ρωμιούς του Πόντου που όλοι θα πνιγούνε στις σπηλιές σαν σφήκες».
Ο Κεμάλ κατέφυγε στο Ερζερούμ όπου συγκάλεσε συνέδριο με αντιπροσώπους από τα βιλαέτια Βαν, Ερζερούμ, Μπιτλίς, Σεβάστειας και Τραπεζούντας στις 23 Ιουλίου 1919. Εκεί εκλέχτηκε επικεφαλής μιας επιτροπής εθνικής σωτηρίας.

Το σύνθημα του ήταν: «Η Τουρκία στους Τούρκους». Από τις 4 ως τις 11 Σεπτεμβρίου 1919 σε νέο συνέδριο στη Σεβάστεια στο οποίο έλαβαν μέρος και εκπρόσωποι μπολσεβίκων από τη Γεωργία και το Αζερμπαϊτζάν επιβεβαιώθηκαν οι αποφάσεις του Ερζερούμ.
Σύντομα ο Κεμάλ άρχισε την αναδιοργάνωση του κράτους εκεί όπου είχε τον έλεγχό του. Συγκέντρωσε έναν αξιόμαχο στρατό από 16.000-17.000 άνδρες οι οποίοι έφτασαν τους 30.000 στα τέλη του 1920. Από την αρχή έθεσε σαν στόχο του τις μειονότητες, ιδιαίτερα τους Έλληνες. Εναντίον των Ελλήνων του Πόντου έστειλε τους χιλιάδες ατάκτους του Τοπάλ Οσμάν. Όταν αυτός συνάντησε τον τότε Υπουργό Υγείας Ριζά Νουρ ο τελευταίος του είπε: «Αρχηγέ, καθάρισέ τον καλά τον Πόντο!». «Καλά τον καθαρίζω» του απάντησε ο Τοπάλ Οσμάν.

«Στα Ρωμαίικα χωριά πέτρα πάνω στην πέτρα μην αφήνεις» τον παρότρυνε ο Ριζά Νουρ. «Έτσι κάνω αλλά αφήνω μερικά καλά κτίρια και εκκλησίες μήπως και μας χρειαστούν» απάντησε ο Τοπάλ Οσμάν. «Και εκείνα χάλασέ τα και τις πέτρες τους σκόρπισέ τες μακριά, ώστε να μην μπορέσει κανείς να πει ότι εδώ υπήρξε εκκλησία», είπε ο Ριζά Νουρ. «Καλά, αυτό δεν το σκέφτηκα, έτσι θα κάνω», απάντησε ο Τοπάλ Οσμάν…
Μάταια οι Πόντιοι αντάρτες που είχαν επαναστατήσει από το 1914 ζητούσαν με επιστολή τους προς την ελληνική κυβέρνηση, όπλα, ενδύματα, σκεπάσματα και φαρμακευτικό υλικό. Αν και ένα πλοίο με πολεμικό υλικό για τη Σαμψούντα ήταν φορτωμένο στον Πειραιά από τον Αύγουστο του 1919 δεν απέπλευσε ποτέ… Πάντως εκείνη την περίοδο ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε στείλει στις ακτές του Εύξεινου Πόντου τον έμπιστό του Συνταγματάρχη Δ. Καθενιώτη για να οργανώσει το αντάρτικο των Ποντίων αλλά και για να συντάξει μια έκθεση για όσα γίνονταν στην περιοχή.

Εκτός από τη δράση των άτακτων Τούρκων και των ανδρών του Κεμάλ, οι Έλληνες του Πόντου είχαν να αντιμετωπίσουν και τα λεγόμενα «δικαστήρια ανεξαρτησίας». Η δικαστική διαδικασία ήταν συνοπτική. Όσοι Πόντιοι οδηγούνταν κατηγορούμενοι σε αυτά καταδικάζονταν σχεδόν πάντα σε θάνατο δι’ απαγχονισμού. Σπάνια καταδικάζονταν κάποιοι σε 5, 10 ή 15 χρόνια κάθειρξης για να τηρηθούν τα προσχήματα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με το Οικουμενικό Πατριαρχείο πολλοί «υπέγραψαν τις δηλώσεις τους» μετά τη θανατική καταδίκη τους. Ο ανταποκριτής της βρετανικής Daily Telegraph στην Τραπεζούντα έστειλε στην εφημερίδα του την εξής ανταπόκριση: «Οι τωρινοί εκτοπισμοί και οι σφαγές στη Μικρά Ασία είναι χωρίς προηγούμενο στην τουρκική ιστορία. Ξεπερνούν σε σημασία αυτές της εποχής του Gladston και ακόμα και αυτές που πραγματοποιήθηκαν το 1915».

Οι σφαγές και οι διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου συνεχίστηκαν ως το 1923. Είναι φυσικά αδύνατο να γράψουμε σε ένα άρθρο αναλυτικά για αυτές. Το μένος των Τούρκων εναντίον των Ελλήνων ήταν απίστευτο. Χαρακτηριστικό είναι ότι τον Φεβρουάριο του 1921 συνελήφθησαν στη Μερζιφούντα οι ποδοσφαιριστές της τοπικής ομάδας «Πόντος» επειδή η φανέλα τους με τα γαλάζια και λευκά χρώματα θύμιζε την ελληνική σημαία! Έξι μήνες αργότερα εκτελέστηκαν στην Αμάσεια…

Επίλογος
Ο αριθμός των θυμάτων της γενοκτονίας των Ποντίων από τους Τούρκους δεν είναι εξακριβωμένος. Την 1η Δεκεμβρίου 1922 οι εκκλησιαστικές Αρχές έκαναν λόγο για 303.237 θύματα. Ο πρόσφυγας κι ο ίδιος, Γεώργιος Βαλαβάνης έγραψε το 1925 για 353.000 θύματα, κάτι που επανέλαβαν πολλοί τα επόμενα χρόνια.
Ο πολιτικός επιστήμονας Ρούντολφ Ράμελ αναφέρει ότι η γενοκτονία στοίχισε τη ζωή σε 325.000-382.000 Έλληνες. Οι μελετητές γενοκτονιών Σάμιουελ Τότεν και Πολ Μπάρτροπ κάνουν μνεία για 350.000 Έλληνες νεκρούς στον Πόντο. Ο Δρ Ιωάννης Παπαφλωράτος θεωρεί ότι τα θύματα ήταν πολύ περισσότερα από 353.000 καθώς σε αυτά δεν υπολογίζονται όσοι έχασαν τη ζωή τους πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τέλος ο δημοσιογράφος Τάσος Κωστόπουλος υπολογίζει σε 100.000-150.000 τους Έλληνες που εξολοθρεύθηκαν στον Πόντο από το 1912-1924.

Πηγές: Δρ. Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος, «Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΛΕΙΜΩΝ, 2021
ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΜΑΛΚΙΔΗΣ, «Η ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, ΘΡΑΚΗ, ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ, ΠΟΝΤΟΣ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΙΓΑΙΟΝ , ΛΕΥΚΩΣΙΑ, 2010

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια