Η ζωή των κομμουνιστών στο Μπούλκες της Γιουγκοσλαβίας από το 1945 ως το 1949

Τα πρώτα συμπεράσματα που βγάλαμε μελετώντας το θέμα είναι πως ακόμα και στο διαδίκτυο, δεν υπάρχουν εκτενείς αναφορές για το Μπούλκες. Κάποια βιβλία που έχουν γραφτεί γι’ αυτό είτε είναι εξαιρετικά δυσεύρετα, είτε δεν κυκλοφορούν πλέον. Με τα αρκετά, πιστεύουμε, στοιχεία που καταφέραμε να εντοπίσουμε, παρουσιάζουμε ένα άκρως ενδιαφέρον άρθρο για το Μπούλκες με στοιχεία που έρχονται για πρώτη φορά στη δημοσιότητα.
Αρχείο Βοϊβοδίνας από την έκθεση «Καταφεύγοντας στην πεδιάδα. Οι Έλληνες της αυτόνομης επαρχίας της Βοϊβοδίνας 1945-1949»Αρχείο Βοϊβοδίνας από την έκθεση «Καταφεύγοντας στην πεδιάδα. Οι Έλληνες της αυτόνομης επαρχίας της Βοϊβοδίνας 1945-1949»Αρχείο Βοϊβοδίνας από την έκθεση «Καταφεύγοντας στην πεδιάδα. Οι Έλληνες της αυτόνομης επαρχίας της Βοϊβοδίνας 1945-1949»Αρχείο Βοϊβοδίνας από την έκθεση «Καταφεύγοντας στην πεδιάδα. Οι Έλληνες της αυτόνομης επαρχίας της Βοϊβοδίνας 1945-1949»Αρχείο Βοϊβοδίνας από την έκθεση «Καταφεύγοντας στην πεδιάδα. Οι Έλληνες της αυτόνομης επαρχίας της Βοϊβοδίνας 1945-1949»

Που βρίσκεται το Μπούλκες;
Το Μπούλκες ή Μαγκλίτς σήμερα, είναι χωριό της Σερβίας, το οποίο ανήκει στον Δήμο Backi Petrovac.
Αναφέρεται ως οικισμός από τον Μεσαίωνα και στη συνέχεια ξανά το 1554 σε οθωμανικό φορολογικό κατάλογο. Το 1717 ανήκε στο Βασίλειο της Αυστροουγγαρίας και αναφέρεται ως εγκατελειμμένος οικισμός. Το 1786 εποικίστηκε από Γερμανούς αγρότες. Σταδιακά ο πληθυσμός του αυξήθηκε και το 1900 είχε πάνω από 3.000 κατοίκους. Στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου οι Γερμανοί ή γερμανόφωνοι κάτοικοι του Μπούλκες συνεργάστηκαν με τους ναζί και μετά το τέλος του απελάθηκαν στη Γερμανία. Στην περιοχή της Βαϊβοντίνας ζούσαν ως τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο 300.000 Γερμανοί. Έτσι, το Μπούλκες έμεινε ακατοίκητο και όλα τα ακίνητα στην περιοχή κρατικοποιήθηκαν (Πηγή: Βικιπαίδεια).



Πώς βρέθηκαν τα μέλη του Κ.Κ.Ε. στο Μπούλκες;
Μετά τα «Δεκεμβριανά» (1944) και τη Συμφωνία της Βάρκιζας (Φεβρουάριος 1945) αποφασίστηκε ο αφοπλισμός των στρατιωτικών ομάδων του ΕΛΑΣ, ενώ δόθηκε αμνηστία στα μέλη του. Κάποιοι οπαδοί του όμως είχαν αμφιβολίες για τις αγαθές προθέσεις των αντιπάλων τους. Έτσι αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την Ελλάδα και να εγκατασταθούν στη Βουλγαρία, την Αλβανία και, κυρίως, την τέως Γιουγκοσλαβία.
Πολλοί από τους ελασίτες κατάγονταν από παραμεθόριες περιοχές της χώρας μας, ενώ ανάμεσά τους υπήρξαν και κάποιοι «Σλαβομακεδόνες». Να ξεκαθαρίσουμε ότι, συμφωνούμε απόλυτα με όσα γράφει για το συγκεκριμένο θέμα η Σοφία Ηλιάδου – Τάχου: «Ο όρος χρησιμοποιείται ως ενδεικτικός μιας εθνοτικής ταυτότητας και όχι ως ταυτόσημος με τον όρο σλαβόφωνοι. Πρόκειται δηλαδή για εκείνους τους σλαβόφωνους που ανέπτυξαν «σλαβομακεδονική συνείδηση» ή για εκείνους που αποδέχτηκαν την διακήρυξη του Κ.Κ.Ε. περί «σλαβομακεδονικής μειονότητας» με διακριτά εθνοτικά χαρακτηριστικά. Στο εξής θα χρησιμοποιείται (σημ. και από εμάς…) μέσα σε εισαγωγικά».

Σύμφωνα με τον Milan Ristovic, καθηγητή του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου υπήρχαν στη Γιουγκοσλαβία περίπου 100 στρατόπεδα Ελλήνων «προσφύγων». Ένα από αυτά ιδρύθηκε στο Κουμάνοβο, κοντά στα Σκόπια. Από εκεί στις 25 Μαΐου 1945 μεταφέρθηκαν και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Βοϊβοντίνας, κυρίως στο βόρειο τμήμα της, οι πρώτοι 1.454 πρόσφυγες. Μετά από παραμονή λίγων ημερών στο Νόβι Σίβατς στις αρχές του Ιουνίου 1945 εγκαταστάθηκαν στο Μπούλκες (Buljkes) 2.702 άτομα σε 625 σπίτια. Ο Ristovic αναφέρει ότι συνολικά στο Μπούλκες εγκαταστάθηκαν 4.000 – 4.500 άτομα , από το 1945 ως το 1949.

Αρχείο Βοϊβοδίνας από την έκθεση «Καταφεύγοντας στην πεδιάδα. Οι Έλληνες της αυτόνομης επαρχίας της Βοϊβοδίνας 1945-1949»

Συνήθως ο αριθμός τους κυμαινόταν μεταξύ 3.000 – 3.500. Κάποιες αναφορές που έγιναν από τους Έλληνες που διοικούσαν το Μπούλκες, προς τη γιουγκοσλαβική κυβέρνηση, για 6.000 άτομα, μάλλον δεν ισχύουν. Σε άρθρο της εφημερίδας «Borba» στις 5/9/1949 με τίτλο «Φαινόμενα αισχροκέρδειας και εκφοβισμός από τους ανθρώπους του Ζαχαριάδη στους Έλληνες πρόσφυγες στο Μπούλκες», αναφέρεται ότι ο αριθμός που δόθηκες για 6.000 άτομα ερμηνεύει την παροχή υπερβολικών στοιχείων στις γιουγκοσλαβικές Αρχές για μεγαλύτερο αριθμό πληθυσμού, με σκοπό να λάβουν μεγαλύτερη ποσότητα τροφίμων και άλλων προϊόντων, τα οποία αργότερα, η κομμουνιστική εγκάθετη διοίκηση του Μπούλκες εμπορευόταν.
Η επιλογή της τοποθεσίας φαίνεται ότι έγινε από τον αντιπρόσωπό του ΕΑΜ στη Γιουγκοσλαβία Ανδρέα Τζίμα. Οι λόγοι που τον οδήγησαν σ’ αυτήν απόφαση ήταν δύο. Η μεγάλη απόσταση του Μπούλκες από τα ελληνικά σύνορα, έτσι ώστε να αποφευχθούν τυχόν κατασκοπευτικές ενέργειες από ελληνικής πλευράς και το γεγονός ότι το Μπούλκες, που βρισκόταν κοντά στον Δούναβη, ήταν εγκατελειμμένο από τους κατοίκους του και περιτριγυριζόταν από εύφορη πεδιάδα. Ο Ν. Τσιρώνης, ένα από αυτούς που διέμεναν στο Μπούλκες γράφει: «… όμορφο χωριό, όπως όλα τα χωριά της εύφορης Βοϊβοντίνας. Ίδια η αρχιτεκτονική των σπιτιών, μελετημένες κατασκευές για άνετη κατοίκηση… ίδια γοτθική αρχιτεκτονική των εκκλησιών τους, όμοιοι οι φαρδείς χαραγμένοι δρόμοι… σύγκριση με τα χωριά της πατρίδας μας ασφαλώς δεν μπορεί να γίνει… η διαφορά είναι εξόφθαλμη».



Η οργάνωση της ζωής στο Μπούλκες
Σύμφωνα με τον Κλέωνα Τολέο – Ζαχαρόπουλο, ο οποίος εγκατέλειψε το Μπούλκες και επέστρεψε στην Ελλάδα τον Νοέμβριο του 1946, αρχικά οι πρόσφυγες κατατάσσονταν σε ομάδες, 35 σε πρώτη φάση, καθεμία από τις οποίες είχε από 30 ως 100 άτομα. Το γιουγκοσλαβικό κράτος χορήγησε στους κατοίκους του Μπούλκες όλα τα δικαιώματα των Γιουγκοσλάβων πολιτών.
Από τον Ιούλιο του 1946 το Μπούλκες βρισκόταν υπό τη διοίκηση Εσωτερικής Γραμματείας (Κομματικό Γραφείο Μπούλκες) που καθοδηγούνταν από την Κεντρική Επιτροπή του Κ.Κ.Ε. Βέβαια η ελληνική κοινότητα στο Μπούλκες τελούσε υπό τον έλεγχο της γιουγκοσλαβικής UDB (Διοίκησης Κρατικής Ασφάλειας), με επικεφαλής τον Αλεξάντερ Ράνκοβιτς. Το Κομματικό Γραφείο Μπούλκες αποτελούνταν από τους: Μιχάλη Πεκτασίδη, Οδυσσέα Μπάτση, Περικλή Καλοδίκη, Δημήτρη Βίσσιο, Κ. Σιαπέρα κ.α.

Ο Πεκτασίδης ήταν ανιψιός της Δόμνας, συζήγου του ηγετικού στελέχους του Κ.Κ.Ε. Γιάννη Ιωαννίδη (1900 – 1967). Ο D. Eudes του ονομάζει «μεγάλο βασανιστή του Ζαχαριάδη». Ήταν στέλεχος της ΟΠΛΑ στην Κατοχή. Το φθινόπωρο του 1947 πήρε εντολή να επιστρέψει στην Ελλάδα, όπου ανέλαβε το νεοσυσταθέν Γραφείο Επαγρύπνησης του ΔΣΕ. Κατηγορήθηκε για σταλινικές μεθόδους διακυβέρνησης στο Μπούλκες, στο οποίο επέστρεψε το 1948 (;). Στη συνέχεια διαφώνησε με τον Νίκο Ζαχαριάδη και εξαφανίστηκε μυστηριωδώς. Πάντως, ο Αχιλλέας Παπαϊωάννου αφηγείται: «Μετά από χρόνια ένας σύντροφος από τα Γιάννενα ονόματι Σεραφείμ, πιστός του Ζαχαριάδη, μου είπε… ότι τον σκότωσε ο ίδιος και τον έριξαν σε κάποιο πηγάδι…».
Τον Πεκτασίδη (ή Πεχτασίδη ή Πακτασίδη ή Μπεκτατσίδη) διαδέχθηκε ο Λευτέρης Ματσούκας. Τελευταίος επικεφαλής του Κομματικού Γραφείου του Μπούλκες ήταν ο Μιχάλης Σούστας. Ο D. Eudes γράφει: «Η νομενκλατούρα των κομματικών στελεχών διαμόρφωσε ένα ταξικό σύστημα με υπηρεσίες που δεν ήταν ίδιες για όλους. Έτσι τα στελέχη του κόμματος διέθεταν μεγάλα σπίτια, ξεχωριστή λέσχη και έθεταν στο περιθώριο τους καπετάνιους και τους αντάρτες. Το τίμημα της όποιας αντίρρησης ήταν η διαγραφή και ο παροπλισμός».

Αρχείο Βοϊβοδίνας από την έκθεση «Καταφεύγοντας στην πεδιάδα. Οι Έλληνες της αυτόνομης επαρχίας της Βοϊβοδίνας 1945-1949»

Η οικονομία στο Μπούλκες
Οι Γιουγκοσλάβοι επιχείρησαν να καταστήσουν το Μπούλκες αυτάρκη οικονομική κοινότητα. Το καλοκαίρι του 1946 παραχώρησαν στους Έλληνες 5.754 τετραγωνικά μέτρα πλούσιας, καλλιεργήσιμης γης στην περιοχή της Backa (Μπάτσκα) με την ελπίδα ότι η κοινότητα των προσφύγων θα αναλάμβανε ένα σημαντικό μέρος της διατροφής της. Από τον Αύγουστο το 1946 απαγορεύτηκε κάθε εξαγωγή από το Μπούλκες και ό,τι παραγόταν εκεί έμενε στους κατοίκους του. Στο Μπούλκες στα μέσα του 1946 υπήρχαν επίσης: 45 ράφτες, 40 τσαγκάρηδες, 55 κουρείς, 15 αμαξοποιοί, 41 κλειδαράδες και 164 χτίστες. Μεταγενέστερες εκθέσεις καταγράφουν και άλλα επαγγέλματα (οδηγοί, σιδηρουργοί, τυπογράφοι). 30 περίπου νέοι από το Μπούλκες σχημάτισαν ταξιαρχίες που εργάστηκαν εθελοντικά (;) για την κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Samac – Sarajevo στη Βοσνία.
Στο χωριό υπήρχε ακόμα ένα βιομηχανικό τμήμα για την επεξεργασία κάνναβης, η οποία είχε διάφορες χρήσεις (π.χ. στην κατασκευή σαμαριών) και νοσοκομείο με προσωπικό 54 ατόμων (γιατροί και νοσηλευτικό προσωπικό). Το Μπούλκες «έκοψε» και δικό του νόμισμα (δηνάριο Μπούλκες), το οποίο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο εντός τους χωριού. Κόπηκαν συνολικά 9.253.255 δηνάρια, με τα οποία πληρώνονταν οι μισθοί των εργαζομένων και με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκε απόθεμα του γιουγκοσλαβικού δηναρίου. Όπως θα δούμε στη συνέχεια υπήρξαν σοβαρές και βάσιμες καταγγελίες για οικονομικές ατασθαλίες από τους διοικούντες το Μπούλκες…

Αρχείο Βοϊβοδίνας από την έκθεση «Καταφεύγοντας στην πεδιάδα. Οι Έλληνες της αυτόνομης επαρχίας της Βοϊβοδίνας 1945-1949»

Η εκπαίδευση στο Μπούλκες – Η Σχολή Αξιωματικών
Στο Μπούλκες υπήρχε Δημοτικό Σχολείο και κατώτερο Γυμνάσιο για τη διδασκαλία στην ελληνική γλώσσα, βιβλιοπωλείο, θέατρο και κινηματογράφος. Στο τυπογραφείο του χωριού εργάζονταν 20 τυπογράφοι και τεχνικοί. Εκεί τυπωνόταν η εφημερίδα «Φωνή του Μπούλκες», ένα καθαρά προπαγανδιστικό έντυπο. Εκδιδόταν τρεις φορές τη βδομάδα σε 500 αντίτυπα. Τυπωνόταν επίσης το όργανο της τοπικής οργάνωσης του ΚΚΕ «Αγωνιστής», το παιδικό περιοδικό «Αετόπουλα», σχολικά βιβλία, άλλα εγχειρίδια, προπαγανδιστικά βιβλία και μεταφρασμένοι τίτλοι από τα σερβικά στα ελληνικά. Σημαντικότερη όλων όμως ήταν η λειτουργία Στρατιωτικής Σχολής, της «Σχολής Αξιωματικών», η λειτουργία της οποίας ήταν κρυφή.
Βέβαια τόσο η Ελλάδα, όσο και οι Δυτικές χώρες είχαν εντοπίσει την ύπαρξή της και ήταν συχνές οι διαμαρτυρίες και οι κατηγορίες που απηύθυναν στις γιογκοσλαβικές Αρχές αναφέροντας μάλιστα τη Σχολή ως «Στρατιωτική Ακαδημία». Σε αυτή εκπαιδεύονταν αξιωματικοί για τις ηγετικές θέσεις του Δημοκρστικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) , στη χώρα μας. Στα μέσα του 1946 φοιτούσαν στη Σχολή αυτή 112 σπουδαστές. Επίσημα, ο τίτλος της ήταν «Σχολή για γενική μόρφωση».

Σ’ αυτή γινόταν μαθήματα στρατιωτικών εκπαιδεύσεων. Ως τις αρχές του 1947 ο αριθμός όσων φοίτησαν στη Σχολή, ήταν 660 άτομα. Εκτός από την απόρρητη αυτή Σχολή, στο Μπούλκες λειτουργούσε και σχολείο του κόμματος, όπου φοιτούσαν συνεχώς σε εξάμηνα 30 – 40 μέλη του Κ.Κ.Ε. Στη Σχολή Αξιωματικών διδάσκονταν, εκτός από στρατιωτικά θέματα, ιστορία, γεωγραφία, μαθηματικά, «θεωρία του μαρξισμού - λενινισμού» και ιστορία του ΚΚ της ΕΣΣΔ και του Κ.Κ.Ε. Υπήρχε βέβαια και πρακτική εκπαίδευση στα όπλα, υπό την καθοδήγηση Γιουγκοσλάβων αξιωματικών.
Μετά τη λήξη της εκπαίδευσής τους, πολλοί αξιωματικοί, αλλά και απλοί αγωνιστές έρχονταν στην Ελλάδα, όπου κατατάσσονταν στις μονάδες του ΔΣΕ. Τον Νοέμβριο του 1946 έφτασαν στη Θράκη μέσω Βουλγαρίας 100 άτομα από το Μπούλκες, προκειμένου να ενταχθούν στον ΔΣΕ. Ο Milan Ristovic γράφει: «Από τον διασωθέντα έλεγχο αφίξεων και αναχωρήσεων από το Μπούλκες και τις άλλες μεταβολές της αριθμητικής κατάστασης των κατοίκων, από τον Ιούνιο του 1946 ως τον Μάρτιο του 1947, μπορούμε να κάνουμε υποθέσεις για μια τεράστια αποστολή στην Ελλάδα σπουδαστών της στρατιωτικής σχολής».

Σε άλλη αναφορά, στις 5 Νοεμβρίου 1947, ο Γιάννης Ιωαννίδης (γνωστός ως Denisov, ίσως λόγω του ότι είχε γεννηθεί στον Πύργο της Βουλγαρίας), κάνει λόγο για 400 άτομα που πρόκειται σύντομα να αναχωρήσουν από το Μπούλκες για την Ελλάδα. Δεν είναι γνωστό μέχρι πότε λειτούργησε αυτή η Στρατιωτική Σχολή στο Μπούλκες. Πιθανότατα, μετά τη ρήξη Ελλήνων και Γιουγκοσλάβων κομμουνιστών το καλοκαίρι του 1948, η λειτουργία της σταμάτησε.

Οι μέθοδοι πειθαρχίας (Υπηρεσία Τάξης Ομάδας, «επαγρυπνητές» και εκτοπισμοί)
Το Συμβούλιο της κοινότητας στο Μπούλκες είχε συστήσει κατά τον Eudes μια εσωτερική πολιτοφυλακή, την οποία αποτελούσαν 100 άτομα, παλιά μέλη της ΟΠΛΑ. Αυτοί θεωρούνταν οι εκπρόσωποι της τάξης, φορούσαν ένα περιβραχιόνιο με τα αρχικά ΥΤΟ (Υπηρεσία Τάξης Ομάδας) και δεν επέτρεπαν σε κανέναν να «αποδράσει» από την κοινότητα. Στην καθοδήγηση ΥΤΟ μετείχαν οι: Περικλής Καλοδίκης, Οδυσσέας Μπαστής, Γιώργος Βενέτης και Παύλος Κοντογιώργης. Σταδιακά, η παρακολούθηση των στελεχών γενικέυτηκε αφού πρώτα «επικοινωνήθηκε» ότι επρόκειτο για μια κομματικά ορθόδοξη συμπεριφορά.
Έτσι δημιουργήθηκαν πενταμελείς ομάδες καταδοτών, που ονομάζονταν «επαγρυπνητές» και αναλάμβαναν την παρακολούθηση των «υπόπτων» για αντικομματική δράση. Αυτοί ασκούσαν μια ιδιότυπη εξουσία, ως στελέχη μιας άνωθεν επιβεβλημένης τρομοκρατίας. Οι «πεντάδες καταδοτών», όπως τις χαρακτηρίζει ο Eudes, αποτελούνταν από δύο απόλυτα έμπιστα στη διοίκηση άτομα και τρία που ανήκαν στον χώρο των πρώην υπόπτων που τελούσαν υπό «ανάνηψη» και δοκιμή.

Ο ρόλος τους ήταν η συστηματική παρακολούθηση τόσο των υπόπτων, όσο και των υπολοίπων, με τους οποίους είχε δοθεί εντολή να μην συναναστρέφονται. Σύμφωνα με τον D. Eudes, οι πέντε ζούσαν και κινούνταν πάντα μαζί, ασκώντας τη λειτουργία της κατάδοσης ή της εποπτείας. Χαρακτηριστικό είναι ότι αν κάποιος στο Μπούλκες ήθελε να πάει στην τουαλέτα τη νύχτα, ξυπνούσε οπωσδήποτε κάποιον από τους πέντε για να τον συνοδεύσει! Πλήρης απαξίωση και εξευτελισμός του ατόμου και στέρηση κάθε προσωπικής ελευθερίας…
Αρχείο Βοϊβοδίνας από την έκθεση «Καταφεύγοντας στην πεδιάδα. Οι Έλληνες της αυτόνομης επαρχίας της Βοϊβοδίνας 1945-1949»

Τελικά, σύμφωνα με τον Dominique Eudes: «Μέσα σε μια εκρηκτική ατμόσφαιρα κι ύστερα από απανωτές συζητήσεις, οι άνθρωποι αποχτούν τελικά το δικαίωμα να πηγαίνουν… για κατούρημα μονάχοι τους».
Όπως γράφει ο Ν. Τσιρώνης: «… όλοι αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε πως στο Μπούλκες… κρίνεται η αξιοπιστία του κόμματος. Γίνεται φανερό ότι τα περί ισότητας, δικαιοσύνης, δημοκρατίας κλπ. στο Μπούλκες μένουν μακρινά οράματα…». Σύμφωνα με τον ίδιο, οι αντικομματικοί χαρακτηρίζονταν «φραξιονιστές», «αλήτες», «εχθροί του λαού», «πράκτορες της Ιντέλιτζενς Σέρβις», «σκουλήκια» κ.ά.

Όλοι αυτοί εκδιώχθηκαν από το Μπούλκες αφού πρώτα διαγράφηκαν. Φορτώθηκαν σε βαγόνια-κλούβες και απελάθηκαν. Κάποιους μάλιστα «τους πέταξαν σε κάποιο μέρος του νομού Κιλκίς στο φρικτό ‘’λάκκο των λεόντων’’ για να τους κατασπαράξουν αιμοβόροι παρακρατικοί» (Χ. Καινούριος, «Στα άδυτα του εμφυλίου πολέμου, στρατόπεδα Ρουμπίκ και Μπούλκες», 2003).
Ξεχωριστή αναφορά κάνει ο Ν. Τσιρώνης στον Θανάση Παπαδόπουλο, συναγωνιστή του στην ΟΠΛΑ Θεσσαλονίκης, ο οποίος τιμωρήθηκε από το κομματικό γραφείο για το κόψιμο ενός τσαμπιού σταφυλιού, στιγματίστηκε, απομονώθηκε και αυτοκτόνησε πέφτοντας στις γραμμές του τρένου…



Το νησί-κολαστήριο στον Δούναβη
Ο πρώτος πρόεδρος της κοινότητας στο Μπούλκες Μιχάλης Πεκτασίδης εφάρμοσε τρομοκρατική εξουσία καθώς οι κομματικά απείθαρχοι ρίχνονταν σε πηγάδια ή εξοντόνωνταν σε ένα νησί του Δούναβη. Από τις αρχές του 1947 η ΥΤΟ οργάνωσε σε ένα νησάκι του Δούναβη το Μπέλενε, στρατόπεδο για τους πρόσφυγες που είχαν χαρακτηριστεί «εχθρικά στοιχεία».
Οι κρατούμενοι στο νησί ονομάστηκαν «Ταξιαρχία του Δούναβη». Ο Ν. Τσιρώνης γράφει ότι αρχικά κυκλοφόρησαν στο Μπούλκες φήμες για ένα νησί του Δούναβη στο οποίο στέλνονταν για σωφρονισμό κάποιοι «ζωηροί συναγωνιστές». Το κομματικό γραφείο αναγκάστηκε να παραδεχθεί την ύπαρξη του νησιού και την αποστολή σ’ αυτό «συναγωνιστών», ισχυρίστηκε όμως ότι αυτοί πήγαιναν εκεί για… ξύλευση. Βέβαια δεν δινόταν εξήγηση γιατί όλοι αυτοί οι οποίοι στέλνονταν στο νησί αντιδρούσαν στις αποφάσεις του Γραφείου ή δε συμφωνούσαν με τον τρόπο διαβίωσης.

Η Γ’ Συνδιάσκεψη του Κ.Κ.Ε. (25/4/1951) πήρε επίσημη θέση για το νησί-κολαστήριο:
«Το Μπούλκες δεν έγινε φυτώριο δημιουργίας στελεχών του αγώνα αλλά εστία αντικομματικής μόλυνσης και διαφθοράς. Η κομματική καθοδήγηση του Μπούλκες με επικεφαλής τον Μ. Πεχτακτσίδη, εφάρμοζε στρατοκρατικές τραμπουκικές-αντικομματικές μεθόδους καθοδήγησης, μέθοδες (sic) αστυνομικές, χαφιέδικες. Στο Μπούλκες επιβλήθηκε ένα καθεστώς φόβου, τρομοκρατίας, χαφιεδισμού και φαυλοκρατίας. Δημιούργησαν στον κόσμο το αίσθημα της επιφυλακτικότητας, καχυποψίας και χαφιεδοφοβίας. Καλλιέργησαν το πνεύμα της δουλικότητας, της υποταγής και της κολακείας. Κάθε προσπάθεια ελέγχου και κριτικής χαρακτηρίζονταν εχθρική ενέργεια και επακολουθούσαν μέτρα απομόνωσης, φτάνοντας μέχρι εγκλήματα σε βάρος αγωνιστών. Γι’ αυτές τους τις πράξεις οι υπεύθυνοι έχουν κομματικές-πολιτικές και ποινικές ευθύνες».
Η απόφαση καταλόγιζε την πρώτη ευθύνη στο ΠΓ της ΚΕ του Κ.Κ.Ε. και στους Γ. Ιωαννίδη και Π. Ρούσσο που είχαν ευθύνη για το Μπούλκες εκ μέρους του ΚΓ του Κ.Κ.Ε. Η Ζ’ Ολομέλεια της ΚΕ του Κ.Κ.Ε. (Φεβρουάριος 1957) συζήτησε τις εκτελέσεις στο Μπούλκες. Κατά τον Ν. Ζαχαριάδη εκτελέστηκαν 95 άτομα, κατά τον Μάρκο Βαφειάδη, 300. Μετά την απομάκρυνση του Νίκου Ζαχαριάδη (1956) συστήθηκε νέα επιτροπή που θεώρησε ως υπεύθυνους τους Ρούσσο και Ιωαννίδη (όπως και η απόφαση του 1951…). Στις 9 Οκτωβρίου 1967 η νέα εξεταστική επιτροπή αποκατέστησε όλα τα θύματα του Μπούλκες…

Αρχείο Βοϊβοδίνας από την έκθεση «Καταφεύγοντας στην πεδιάδα. Οι Έλληνες της αυτόνομης επαρχίας της Βοϊβοδίνας 1945-1949»

Σοβαρές οικονομικές ατασθαλίες στο Μπούλκες…
Το Συμβούλιο του Μπούλκες ότι καταχράστηκε και προξένησε ζημιά 5.900.000.000 δηναρίων στη Γιουγκοσλαβία. Δεν καταβλήθηκε ποτέ φόρος στο γιουγκοσλαβικό κράτος και έτσι χάθηκαν 334.300.040 δηνάρια. Ένας Έλληνας εργάτης στο Μπούλκες έπαιρνε μεροκάματα 1.946 δηνάρια ενώ ένας Γιουγκοσλάβος εργάτης 3.120 δηνάρια, πενιχρό ποσό για την εποχή… Γινόταν επίσης υπερτιμολόγηση κάποιων πρώτων υλών που προμήθευε η Γιουγκοσλαβία (π.χ. δέρμα) και τα χρήματα απ’ αυτή κατέληγαν στις τσέπες κάποιων… (M. Ristovic)

Γιατί έκλεισε το Μπούλκες;
Στις 8 Αυγούστου 1949 ο πρόεδρος του Συμβουλίου του Μπούλκες Μιχαήλ Σούστας έστειλε στον Τίτο και τον ΥΠΕΞ Edvadr Kardelj μια επιστολή στην οποία αναφέρει ότι λόγω της ρήξης μεταξύ Κ.Κ.Ε. και ΚΚ Γιουγκοσλαβίας και το κλείσιμο των ελληνογιουγκοσλαβικών συνόρων, το γιουγκοσλαβικό κράτος δεν μπορεί πλέον να βοηθά το Μπούλκες και ζητούσε την άδεια μετοικεσίας στην Τσεχοσλοβακία η οποία δεχόταν τους Έλληνες που θα πήγαιναν εκεί μέσω της Ουγγαρίας. Επρόκειτο για εφαρμογή εντολής του Ζαχαριάδη προς την ηγεσία του Μπούλκες προκειμένου να εγκαταλείψουν τη Γιουγκοσλαβία. Τελικά μέσα στον Σεπτέμβριο του 1949 έφυγαν σχεδόν όλοι οι Έλληνες από το Μπούλκες για την Τσεχοσλοβακία. Έμειναν λίγοι που έζησαν εκεί ως το τέλος της ζωής τους. Σήμερα στο Μπούλκες ζουν περίπου 2.700 άτομα.

Επίλογος
Η ιστορία του Μπούλκες είναι τεράστια. Ενδιαφέρον έχουν π.χ. οι σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και «Σλαβομακεδόνων» στο χωριό. Σχεδόν άγνωστο είναι ότι ανάλογο στρατόπεδο λειτουργούσε και στην Αλβανία από το φθινόπωρο του 1945 ως τον Οκτώβριο του 1946. Συγκεκριμένα αυτό βρισκόταν στο χωριό Rubig 50 μίλια βόρεια των Τιράνων. Εκεί γινόταν και στρατιωτική εξάσκηση των προσφύγων. Τον Οκτώβριο του 1946 όσοι βρίσκονταν στο Rubig μεταφέρθηκαν στο Μπούλκες. Με τα θέματα αυτά θα ασχοληθούμε σε επόμενο άρθρο μας.

Πηγές:
Μίλαν Ρίστοβιτς, «ΤΟ ΠΕΙΡΑΜΑ ΜΠΟΥΛΚΕΣ», ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ Αδελφών Κυριακίδη α.ε.
ΣΟΦΙΑ ΗΛΙΑΔΟΥ-ΤΑΧΟΥ, «ΑΠΟ ΤΗ ΒΑΡΚΙΖΑ ΣΤΟ ΜΠΟΥΛΚΕΣ», Εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2014
DOMINIQUE EUDES, “ΟΙ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΙ”, (“Les Kapetaniοs”), ΚΟΥΡΟΣ-ΕΞΑΝΤΑΣ, 1974
Ευχαριστούμε θερμά τον εκδότη κύριο Παύλο Κυριακίδη για την πολύτιμη βοήθειά του.

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια