Η Ήπειρος, γη ορεινή και δύσβατη, βρίσκεται στο σταυροδρόμι Ελλάδας, Ιλλυρίας και Μακεδονίας. Από την αρχαιότητα υπήρξε τόπος συνάντησης λαών, εμπορικών δρόμων και πολιτισμών, αλλά και θέατρο σφοδρών συγκρούσεων. Η εικόνα που μας προσφέρει ο Στράβωνας, ο μεγαλύτερος γεωγράφος της αρχαιότητας, είναι πολύτιμη για την κατανόηση της ταυτότητας και της ιστορίας της Ηπείρου. Το έργο του, τα «Γεωγραφικά», αποτελεί βασική πηγή για τους ιστορικούς, καθώς περιγράφει με ακρίβεια τόσο τα όρια όσο και τα έθνη της περιοχής.
Ο Στράβωνας γεννήθηκε στην Αμάσεια του Πόντου το 64/63 π.Χ. και έζησε μέχρι το 23/24 μ.Χ. Ήταν άνθρωπος με εξαιρετική μόρφωση, που ταξίδεψε σε πολλές περιοχές της τότε γνωστής οικουμένης: από την Αρμενία μέχρι την Αιθιοπία και από τον Εύξεινο Πόντο μέχρι την Ιταλία. Το σημαντικότερο έργο του είναι τα «Γεωγραφικά», τα οποία αποτελούνται από 17 βιβλία και ολοκληρώθηκαν γύρω στο 7 π.Χ. Σε αυτά, εκτός από γεωγραφικές πληροφορίες, ενσωματώνει και ιστορικά στοιχεία, γεγονός που τα καθιστά μοναδικά. Το έργο του Στράβωνα διασώθηκε ολόκληρο, μεταφράστηκε στα Λατινικά τον 15ο αιώνα και εκδόθηκε τυπωμένο στη Ρώμη το 1471. Στα νεότερα χρόνια, ο Αδαμάντιος Κοραής μετέφρασε και εξέδωσε το έργο στο Παρίσι μεταξύ 1815 και 1819.
Σύμφωνα με τον Στράβωνα, η Ήπειρος εκτεινόταν από την Επίδαμνο (σημερινό Δυρράχιο) και την Απολλωνία στα βόρεια, έως τον Αμβρακικό κόλπο στα νότια. Ανατολικά συνορευόταν με τη Μακεδονία και δυτικά βρεχόταν από το Ιόνιο Πέλαγος. Κομβικό ρόλο στη γεωγραφία της περιοχής είχε η Εγνατία Οδός, ο μεγάλος ρωμαϊκός δρόμος που ένωνε την Αδριατική με τον Έβρο ποταμό. Από την Απολλωνία ξεκινούσε η πορεία της προς ανατολάς, περνώντας από τη Λυχνιδό (σημερινή Οχρίδα) και φθάνοντας ως την Ανατολική Θράκη.
Ο Στράβωνας διευκρινίζει ότι όσοι ακολουθούσαν τον δρόμο αυτόν από την Επίδαμνο και την Απολλωνία, συναντούσαν στα δεξιά τους τα ηπειρωτικά έθνη, ενώ στα αριστερά τους τα βουνά των Ιλλυριών. Η περιγραφή αυτή καταδεικνύει ότι η Ήπειρος δεν ήταν απομονωμένη, αλλά βρισκόταν ενταγμένη στο ευρύτερο δίκτυο επικοινωνίας και εμπορίου του αρχαίου κόσμου.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η αναφορά του Στράβωνα στα έθνη που κατοικούσαν στην Ήπειρο. Βασιζόμενος και σε παλαιότερους συγγραφείς, όπως τον Θεόπομπο, παραθέτει ότι τα ηπειρωτικά φύλα ήταν δεκατέσσερα. Τα σημαντικότερα ήταν οι Χάονες, οι Μολοσσοί και οι Θεσπρωτοί.
Η παραλιακή ζώνη της Ηπείρου ήταν πλούσια και πυκνοκατοικημένη. Ο Στράβωνας αναφέρει τον Πάνορμο (Χειμάρρα), τον Ογχησμό (Άγιοι Σαράντα), την Κασσιόπη, το Βουθρωτό, τα Σύβοτα, το Χειμέριο και τον Γλυκύ λιμένα. Από εκεί διέρχονταν εμπορικοί δρόμοι που συνέδεαν την Ήπειρο με την Ιταλία, κυρίως μέσω του Βρεντεσίου (Μπρίντιζι) και του Τάραντα.
Σημαντικές πόλεις της ενδοχώρας ήταν η Δωδώνη με το περίφημο μαντείο του Δία, η Φοινίκη, η Κίχυρος και αργότερα η Νικόπολη, την οποία ίδρυσε ο Οκταβιανός Αύγουστος μετά τη νίκη του στο Άκτιο το 31 π.Χ.
Ένα από τα πιο δραματικά γεγονότα της ιστορίας της Ηπείρου ήταν η εκστρατεία του Ρωμαίου στρατηγού Αιμιλίου Παύλου το 168 π.Χ., αμέσως μετά τη νίκη του επί του βασιλιά Περσέα της Μακεδονίας στη μάχη της Πύδνας. Ο ιστορικός Πολύβιος, τον οποίο παραθέτει ο Στράβωνας, αναφέρει ότι οι Ρωμαίοι κατέστρεψαν 70 πόλεις της Ηπείρου και αιχμαλώτισαν 150.000 κατοίκους. Η ερήμωση αυτή υπήρξε καίριο πλήγμα για τον τόπο, που χρειάστηκε αιώνες για να ανακάμψει.
Η Ήπειρος δεν ήταν απομονωμένη από τα βόρεια φύλα. Ο Στράβωνας κάνει λόγο για διάφορα ιλλυρικά έθνη που κατοικούσαν βορειότερα: τους Βυλλίονες, τους Ταυλάντιους, τους Παρθίνιους, τους Εγχελείς και άλλους. Ορισμένα από αυτά είχαν στενές σχέσεις με τους Ηπειρώτες, ενώ άλλα συγκρούστηκαν μαζί τους. Η συνύπαρξη αυτή φανερώνει τη δυναμική του χώρου, όπου Έλληνες και Ιλλυριοί συνδιαλέγονταν πολιτικά, στρατιωτικά και οικονομικά.
Η περιγραφή του Στράβωνα είναι σαφής: τα ηπειρωτικά φύλα εντάσσονται στον ελληνικό κόσμο. Ο ίδιος τονίζει ότι η Ελλάδα εκτείνεται μέχρι τους Ηπειρώτες, ενώ τα μαντεία, οι πόλεις και οι δυναστείες τους έχουν στενή σύνδεση με την υπόλοιπη ελληνική ιστορία. Ο βασιλιάς Πύρρος, οι δεσμοί με τον Αχιλλέα και τους Αιακίδες, αλλά και η λειτουργία του μαντείου της Δωδώνης, αναδεικνύουν την αδιάσπαστη σχέση της Ηπείρου με τον ελληνισμό.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στους «Γεωγραφικούς» του Στράβωνα δεν υπάρχει καμία αναφορά σε Αλβανούς ή Αλβανία, όροι οι οποίοι εμφανίζονται πολλούς αιώνες αργότερα. Ο Στράβωνας μιλά για Ιλλυριούς, για Μακεδόνες και για Έλληνες, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι στην εποχή του η Ήπειρος ανήκε στον ελληνικό κόσμο.
Η μαρτυρία του Στράβωνα για την Ήπειρο είναι ανεκτίμητη. Ο γεωγράφος δεν περιορίζεται σε μια απλή τοπογραφική καταγραφή· αναδεικνύει τα έθνη, τις πόλεις, τα λιμάνια, αλλά και τις ιστορικές περιπέτειες της περιοχής. Από την ακμή των Μολοσσών και τον ρόλο του μαντείου της Δωδώνης, μέχρι την καταστροφή από τους Ρωμαίους και τις σχέσεις με τα ιλλυρικά φύλα, η Ήπειρος παρουσιάζεται ως χώρος με έντονη πολιτισμική και πολιτική παρουσία.
Το έργο του Στράβωνα καταρρίπτει σύγχρονους μύθους και εθνικιστικές παραχαράξεις. Δείχνει ότι η Ήπειρος ήταν και παραμένει τμήμα της ελληνικής ιστορίας, με βαθιές ρίζες που ξεκινούν από την αρχαιότητα. Ο λόγος του, αν και γραμμένος πριν από δύο χιλιάδες χρόνια, εξακολουθεί να φωτίζει την αλήθεια για τη γη των Ηπειρωτών.
Ο Στράβωνας γεννήθηκε στην Αμάσεια του Πόντου το 64/63 π.Χ. και έζησε μέχρι το 23/24 μ.Χ. Ήταν άνθρωπος με εξαιρετική μόρφωση, που ταξίδεψε σε πολλές περιοχές της τότε γνωστής οικουμένης: από την Αρμενία μέχρι την Αιθιοπία και από τον Εύξεινο Πόντο μέχρι την Ιταλία. Το σημαντικότερο έργο του είναι τα «Γεωγραφικά», τα οποία αποτελούνται από 17 βιβλία και ολοκληρώθηκαν γύρω στο 7 π.Χ. Σε αυτά, εκτός από γεωγραφικές πληροφορίες, ενσωματώνει και ιστορικά στοιχεία, γεγονός που τα καθιστά μοναδικά. Το έργο του Στράβωνα διασώθηκε ολόκληρο, μεταφράστηκε στα Λατινικά τον 15ο αιώνα και εκδόθηκε τυπωμένο στη Ρώμη το 1471. Στα νεότερα χρόνια, ο Αδαμάντιος Κοραής μετέφρασε και εξέδωσε το έργο στο Παρίσι μεταξύ 1815 και 1819.
Σύμφωνα με τον Στράβωνα, η Ήπειρος εκτεινόταν από την Επίδαμνο (σημερινό Δυρράχιο) και την Απολλωνία στα βόρεια, έως τον Αμβρακικό κόλπο στα νότια. Ανατολικά συνορευόταν με τη Μακεδονία και δυτικά βρεχόταν από το Ιόνιο Πέλαγος. Κομβικό ρόλο στη γεωγραφία της περιοχής είχε η Εγνατία Οδός, ο μεγάλος ρωμαϊκός δρόμος που ένωνε την Αδριατική με τον Έβρο ποταμό. Από την Απολλωνία ξεκινούσε η πορεία της προς ανατολάς, περνώντας από τη Λυχνιδό (σημερινή Οχρίδα) και φθάνοντας ως την Ανατολική Θράκη.
Ο Στράβωνας διευκρινίζει ότι όσοι ακολουθούσαν τον δρόμο αυτόν από την Επίδαμνο και την Απολλωνία, συναντούσαν στα δεξιά τους τα ηπειρωτικά έθνη, ενώ στα αριστερά τους τα βουνά των Ιλλυριών. Η περιγραφή αυτή καταδεικνύει ότι η Ήπειρος δεν ήταν απομονωμένη, αλλά βρισκόταν ενταγμένη στο ευρύτερο δίκτυο επικοινωνίας και εμπορίου του αρχαίου κόσμου.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η αναφορά του Στράβωνα στα έθνη που κατοικούσαν στην Ήπειρο. Βασιζόμενος και σε παλαιότερους συγγραφείς, όπως τον Θεόπομπο, παραθέτει ότι τα ηπειρωτικά φύλα ήταν δεκατέσσερα. Τα σημαντικότερα ήταν οι Χάονες, οι Μολοσσοί και οι Θεσπρωτοί.
- Οι Μολοσσοί, με κέντρο τους την Δωδώνη, απέκτησαν ιδιαίτερη δύναμη, κυρίως λόγω των βασιλικών δεσμών τους με το γένος των Αιακιδών. Ο πιο γνωστός ηγεμόνας τους ήταν ο Πύρρος, βασιλιάς και στρατηγός με μεγάλες εκστρατείες στην Ιταλία και τη Σικελία.
- Οι Χάονες κατοικούσαν στη βόρεια Ήπειρο, με σημαντικά παράλια κέντρα όπως ο Ογχησμός (σημερινοί Άγιοι Σαράντα) και το Βουθρωτό.
- Οι Θεσπρωτοί απλώνονταν στα νότια, με παράλια λιμάνια όπως το Χειμέριο και ο Γλυκύς λιμένας, ενώ στο εσωτερικό βρίσκονταν πόλεις όπως η Κίχυρος και η αρχαία Εφύρα.
Η παραλιακή ζώνη της Ηπείρου ήταν πλούσια και πυκνοκατοικημένη. Ο Στράβωνας αναφέρει τον Πάνορμο (Χειμάρρα), τον Ογχησμό (Άγιοι Σαράντα), την Κασσιόπη, το Βουθρωτό, τα Σύβοτα, το Χειμέριο και τον Γλυκύ λιμένα. Από εκεί διέρχονταν εμπορικοί δρόμοι που συνέδεαν την Ήπειρο με την Ιταλία, κυρίως μέσω του Βρεντεσίου (Μπρίντιζι) και του Τάραντα.
Σημαντικές πόλεις της ενδοχώρας ήταν η Δωδώνη με το περίφημο μαντείο του Δία, η Φοινίκη, η Κίχυρος και αργότερα η Νικόπολη, την οποία ίδρυσε ο Οκταβιανός Αύγουστος μετά τη νίκη του στο Άκτιο το 31 π.Χ.
Ένα από τα πιο δραματικά γεγονότα της ιστορίας της Ηπείρου ήταν η εκστρατεία του Ρωμαίου στρατηγού Αιμιλίου Παύλου το 168 π.Χ., αμέσως μετά τη νίκη του επί του βασιλιά Περσέα της Μακεδονίας στη μάχη της Πύδνας. Ο ιστορικός Πολύβιος, τον οποίο παραθέτει ο Στράβωνας, αναφέρει ότι οι Ρωμαίοι κατέστρεψαν 70 πόλεις της Ηπείρου και αιχμαλώτισαν 150.000 κατοίκους. Η ερήμωση αυτή υπήρξε καίριο πλήγμα για τον τόπο, που χρειάστηκε αιώνες για να ανακάμψει.
Η Ήπειρος δεν ήταν απομονωμένη από τα βόρεια φύλα. Ο Στράβωνας κάνει λόγο για διάφορα ιλλυρικά έθνη που κατοικούσαν βορειότερα: τους Βυλλίονες, τους Ταυλάντιους, τους Παρθίνιους, τους Εγχελείς και άλλους. Ορισμένα από αυτά είχαν στενές σχέσεις με τους Ηπειρώτες, ενώ άλλα συγκρούστηκαν μαζί τους. Η συνύπαρξη αυτή φανερώνει τη δυναμική του χώρου, όπου Έλληνες και Ιλλυριοί συνδιαλέγονταν πολιτικά, στρατιωτικά και οικονομικά.
Η περιγραφή του Στράβωνα είναι σαφής: τα ηπειρωτικά φύλα εντάσσονται στον ελληνικό κόσμο. Ο ίδιος τονίζει ότι η Ελλάδα εκτείνεται μέχρι τους Ηπειρώτες, ενώ τα μαντεία, οι πόλεις και οι δυναστείες τους έχουν στενή σύνδεση με την υπόλοιπη ελληνική ιστορία. Ο βασιλιάς Πύρρος, οι δεσμοί με τον Αχιλλέα και τους Αιακίδες, αλλά και η λειτουργία του μαντείου της Δωδώνης, αναδεικνύουν την αδιάσπαστη σχέση της Ηπείρου με τον ελληνισμό.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στους «Γεωγραφικούς» του Στράβωνα δεν υπάρχει καμία αναφορά σε Αλβανούς ή Αλβανία, όροι οι οποίοι εμφανίζονται πολλούς αιώνες αργότερα. Ο Στράβωνας μιλά για Ιλλυριούς, για Μακεδόνες και για Έλληνες, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι στην εποχή του η Ήπειρος ανήκε στον ελληνικό κόσμο.
Η μαρτυρία του Στράβωνα για την Ήπειρο είναι ανεκτίμητη. Ο γεωγράφος δεν περιορίζεται σε μια απλή τοπογραφική καταγραφή· αναδεικνύει τα έθνη, τις πόλεις, τα λιμάνια, αλλά και τις ιστορικές περιπέτειες της περιοχής. Από την ακμή των Μολοσσών και τον ρόλο του μαντείου της Δωδώνης, μέχρι την καταστροφή από τους Ρωμαίους και τις σχέσεις με τα ιλλυρικά φύλα, η Ήπειρος παρουσιάζεται ως χώρος με έντονη πολιτισμική και πολιτική παρουσία.
Το έργο του Στράβωνα καταρρίπτει σύγχρονους μύθους και εθνικιστικές παραχαράξεις. Δείχνει ότι η Ήπειρος ήταν και παραμένει τμήμα της ελληνικής ιστορίας, με βαθιές ρίζες που ξεκινούν από την αρχαιότητα. Ο λόγος του, αν και γραμμένος πριν από δύο χιλιάδες χρόνια, εξακολουθεί να φωτίζει την αλήθεια για τη γη των Ηπειρωτών.
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών