Η έναρξη κάθε σχολικής χρονιάς συνοδεύεται παραδοσιακά από την ελπίδα γονιών, μαθητών και εκπαιδευτικών ότι, έστω και με δυσκολίες, το δημόσιο σχολείο θα σταθεί στο ύψος των αναγκών της κοινωνίας. Το 2025, όμως, αυτή η ελπίδα μοιάζει να τσακίζεται στην πραγματικότητα των ελλείψεων και των παλινωδιών του υπουργείου Παιδείας. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ολοήμερο σχολείο: μια δομή που σχεδιάστηκε για να υποστηρίξει την οικογένεια και να προσφέρει στα παιδιά πρόσθετες ευκαιρίες μάθησης και δημιουργίας, μετατρέπεται σταδιακά σε προνόμιο για λίγους.
Το υπουργείο είχε εξαγγείλει με κάθε επισημότητα την αναβάθμιση του ολοήμερου. Χωρίς προϋποθέσεις, όλοι οι μαθητές θα μπορούσαν να ενταχθούν στο πρόγραμμα, ενώ το διευρυμένο ωράριο μέχρι τις 17.30 και η «πρωινή ζώνη» από τις 7.00 θα έδιναν πραγματική ανάσα στους εργαζόμενους γονείς. Αντί για αυτό, λίγες εβδομάδες μετά την έναρξη της χρονιάς, η ίδια κυβέρνηση που διαφήμιζε την καθολική πρόσβαση, έρχεται με νέα εγκύκλιο να βάλει «κόφτες» και να θεσπίσει προτεραιότητες. Τα παιδιά με άνεργους ή υποαπασχολούμενους γονείς είναι τα πρώτα που κινδυνεύουν να μείνουν εκτός. Το μήνυμα είναι σαφές: η κοινωνική πολιτική περιορίζεται μόνο σε όσους χωρούν στα στενά κουτάκια των γραφειοκρατικών κριτηρίων.
Η ειρωνεία είναι ότι, πριν από εννέα χρόνια, ο σημερινός πρωθυπουργός κατήγγελλε ως αντιπολίτευση ότι το ολοήμερο σχολείο υποβαθμίζεται με «ταξικό πρόσημο» όταν αποκλείονται παιδιά ανέργων οικογενειών. Σήμερα, όμως, ως κυβέρνηση, ακολουθεί την ίδια συνταγή. Και αυτό δεν είναι απλώς μια αντίφαση· είναι μια πολιτική επιλογή που φανερώνει προχειρότητα, έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού και, κυρίως, αδιαφορία για την κοινωνική δικαιοσύνη.
Οι συνέπειες αυτής της πολιτικής είναι χειροπιαστές. Οι γονείς βρίσκονται σε απόγνωση. Οι εργαζόμενες μητέρες σε μονογονεϊκές οικογένειες δηλώνουν ότι δεν έχουν πού να αφήσουν τα παιδιά τους μετά τις 13.15. Άλλοι γονείς καταφεύγουν αναγκαστικά στα ιδιωτικά κέντρα μελέτης, με κόστος που ξεπερνά τα 300 ευρώ τον μήνα για δύο παιδιά. Όσοι δεν αντέχουν το οικονομικό βάρος, στριμώχνουν την καθημερινότητά τους στα όρια, ζώντας με άγχος και ενοχές. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες, που στο παρελθόν λειτουργούσαν ως «μαξιλάρι», πλέον είναι πιο ηλικιωμένοι και συχνά χρειάζονται οι ίδιοι φροντίδα. Το δημόσιο σχολείο, αντί να αποτελεί δίχτυ προστασίας, εγκαταλείπει τις οικογένειες να βρουν μόνες τους λύσεις στην αγορά.
Η κατάσταση αυτή δεν είναι απλώς ένα οργανωτικό ατόπημα. Αγγίζει τον πυρήνα του τι σημαίνει δημόσια εκπαίδευση. Αν το ολοήμερο σχολείο λειτουργεί αποσπασματικά, αν δεν είναι προσβάσιμο σε όλους, τότε δεν μιλάμε για καθολικό δικαίωμα αλλά για μια υπηρεσία που προσφέρεται υπό όρους. Αυτό δημιουργεί νέες κοινωνικές ανισότητες: τα παιδιά των εύπορων οικογενειών συνεχίζουν την ημέρα τους σε ιδιωτικές δομές, ενώ τα παιδιά των ανέργων ή των πιο ευάλωτων μένουν στο περιθώριο. Έτσι, η εκπαίδευση από εργαλείο κοινωνικής συνοχής μετατρέπεται σε μηχανισμό αναπαραγωγής των ανισοτήτων.
Εξίσου ανησυχητικός είναι ο τρόπος με τον οποίο η πολιτεία χειρίζεται το ζήτημα. Οι εγκύκλιοι εκδίδονται εκ των υστέρων, οι γονείς ενημερώνονται με ελάχιστα περιθώρια για να συγκεντρώσουν δικαιολογητικά, ενώ οι διευθυντές των σχολείων μετατρέπονται σε «διαχειριστές κρίσεων», αναγκασμένοι να αποφασίζουν ποιο παιδί θα μείνει και ποιο θα φύγει. Πρόκειται για μια μορφή εκπαιδευτικού «triage» που δεν έχει θέση σε ένα σύγχρονο δημόσιο σχολείο. Η προχειρότητα αυτή όχι μόνο επιβαρύνει τους γονείς αλλά και διαλύει κάθε αίσθηση ασφάλειας και εμπιστοσύνης προς το εκπαιδευτικό σύστημα.
Η ευθύνη της πολιτείας είναι ξεκάθαρη: να εξασφαλίσει το προσωπικό και τους πόρους ώστε να λειτουργήσει το ολοήμερο σε όλα τα σχολεία και για όλα τα παιδιά, χωρίς εξαιρέσεις. Οι ελλείψεις σε εκπαιδευτικούς δεν είναι «δομικό πρόβλημα» που απλώς πρέπει να αποδεχτούμε, αλλά αποτέλεσμα συγκεκριμένων επιλογών σε επίπεδο διορισμών, προγραμματισμού και χρηματοδότησης. Αντί η κυβέρνηση να κρύβεται πίσω από τις άδειες των νεοδιόριστων, οφείλει να αναλάβει την πολιτική ευθύνη και να δώσει μόνιμες λύσεις.
Το ολοήμερο σχολείο δεν είναι πολυτέλεια. Είναι κρίσιμη δομή στήριξης της οικογένειας και επένδυση στο μέλλον των παιδιών. Η ισότιμη πρόσβαση όλων σε αυτό αποτελεί δείκτη κοινωνικής δικαιοσύνης και εκπαιδευτικής ποιότητας. Όσο η πολιτεία το αντιμετωπίζει με προχειρότητα, τόσο θα ενισχύεται η ιδιωτική αγορά φροντίδας και εκπαίδευσης εις βάρος των αδύναμων. Και όσο οι οικογένειες νιώθουν ότι το δημόσιο σχολείο δεν τις στηρίζει, τόσο θα βαθαίνει το χάσμα εμπιστοσύνης ανάμεσα στην κοινωνία και το κράτος.
Η λύση δεν είναι ούτε να μοιράζουμε προτεραιότητες σαν δελτία συσσιτίου ούτε να μετακυλίουμε το κόστος στις τσέπες των γονιών. Η λύση είναι ένα ισχυρό, καθολικό, πραγματικά αναβαθμισμένο ολοήμερο σχολείο, που θα λειτουργεί σε κάθε γειτονιά της χώρας, χωρίς αποκλεισμούς. Αυτό είναι το χρέος μιας πολιτείας που θέλει να στηρίξει πραγματικά τη δημόσια εκπαίδευση και να δώσει ίσες ευκαιρίες στα παιδιά της. Οτιδήποτε λιγότερο συνιστά όχι απλώς αποτυχία, αλλά συνειδητή επιλογή κοινωνικού αποκλεισμού.
Το υπουργείο είχε εξαγγείλει με κάθε επισημότητα την αναβάθμιση του ολοήμερου. Χωρίς προϋποθέσεις, όλοι οι μαθητές θα μπορούσαν να ενταχθούν στο πρόγραμμα, ενώ το διευρυμένο ωράριο μέχρι τις 17.30 και η «πρωινή ζώνη» από τις 7.00 θα έδιναν πραγματική ανάσα στους εργαζόμενους γονείς. Αντί για αυτό, λίγες εβδομάδες μετά την έναρξη της χρονιάς, η ίδια κυβέρνηση που διαφήμιζε την καθολική πρόσβαση, έρχεται με νέα εγκύκλιο να βάλει «κόφτες» και να θεσπίσει προτεραιότητες. Τα παιδιά με άνεργους ή υποαπασχολούμενους γονείς είναι τα πρώτα που κινδυνεύουν να μείνουν εκτός. Το μήνυμα είναι σαφές: η κοινωνική πολιτική περιορίζεται μόνο σε όσους χωρούν στα στενά κουτάκια των γραφειοκρατικών κριτηρίων.
Η ειρωνεία είναι ότι, πριν από εννέα χρόνια, ο σημερινός πρωθυπουργός κατήγγελλε ως αντιπολίτευση ότι το ολοήμερο σχολείο υποβαθμίζεται με «ταξικό πρόσημο» όταν αποκλείονται παιδιά ανέργων οικογενειών. Σήμερα, όμως, ως κυβέρνηση, ακολουθεί την ίδια συνταγή. Και αυτό δεν είναι απλώς μια αντίφαση· είναι μια πολιτική επιλογή που φανερώνει προχειρότητα, έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού και, κυρίως, αδιαφορία για την κοινωνική δικαιοσύνη.
Οι συνέπειες αυτής της πολιτικής είναι χειροπιαστές. Οι γονείς βρίσκονται σε απόγνωση. Οι εργαζόμενες μητέρες σε μονογονεϊκές οικογένειες δηλώνουν ότι δεν έχουν πού να αφήσουν τα παιδιά τους μετά τις 13.15. Άλλοι γονείς καταφεύγουν αναγκαστικά στα ιδιωτικά κέντρα μελέτης, με κόστος που ξεπερνά τα 300 ευρώ τον μήνα για δύο παιδιά. Όσοι δεν αντέχουν το οικονομικό βάρος, στριμώχνουν την καθημερινότητά τους στα όρια, ζώντας με άγχος και ενοχές. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες, που στο παρελθόν λειτουργούσαν ως «μαξιλάρι», πλέον είναι πιο ηλικιωμένοι και συχνά χρειάζονται οι ίδιοι φροντίδα. Το δημόσιο σχολείο, αντί να αποτελεί δίχτυ προστασίας, εγκαταλείπει τις οικογένειες να βρουν μόνες τους λύσεις στην αγορά.
Η κατάσταση αυτή δεν είναι απλώς ένα οργανωτικό ατόπημα. Αγγίζει τον πυρήνα του τι σημαίνει δημόσια εκπαίδευση. Αν το ολοήμερο σχολείο λειτουργεί αποσπασματικά, αν δεν είναι προσβάσιμο σε όλους, τότε δεν μιλάμε για καθολικό δικαίωμα αλλά για μια υπηρεσία που προσφέρεται υπό όρους. Αυτό δημιουργεί νέες κοινωνικές ανισότητες: τα παιδιά των εύπορων οικογενειών συνεχίζουν την ημέρα τους σε ιδιωτικές δομές, ενώ τα παιδιά των ανέργων ή των πιο ευάλωτων μένουν στο περιθώριο. Έτσι, η εκπαίδευση από εργαλείο κοινωνικής συνοχής μετατρέπεται σε μηχανισμό αναπαραγωγής των ανισοτήτων.
Εξίσου ανησυχητικός είναι ο τρόπος με τον οποίο η πολιτεία χειρίζεται το ζήτημα. Οι εγκύκλιοι εκδίδονται εκ των υστέρων, οι γονείς ενημερώνονται με ελάχιστα περιθώρια για να συγκεντρώσουν δικαιολογητικά, ενώ οι διευθυντές των σχολείων μετατρέπονται σε «διαχειριστές κρίσεων», αναγκασμένοι να αποφασίζουν ποιο παιδί θα μείνει και ποιο θα φύγει. Πρόκειται για μια μορφή εκπαιδευτικού «triage» που δεν έχει θέση σε ένα σύγχρονο δημόσιο σχολείο. Η προχειρότητα αυτή όχι μόνο επιβαρύνει τους γονείς αλλά και διαλύει κάθε αίσθηση ασφάλειας και εμπιστοσύνης προς το εκπαιδευτικό σύστημα.
Η ευθύνη της πολιτείας είναι ξεκάθαρη: να εξασφαλίσει το προσωπικό και τους πόρους ώστε να λειτουργήσει το ολοήμερο σε όλα τα σχολεία και για όλα τα παιδιά, χωρίς εξαιρέσεις. Οι ελλείψεις σε εκπαιδευτικούς δεν είναι «δομικό πρόβλημα» που απλώς πρέπει να αποδεχτούμε, αλλά αποτέλεσμα συγκεκριμένων επιλογών σε επίπεδο διορισμών, προγραμματισμού και χρηματοδότησης. Αντί η κυβέρνηση να κρύβεται πίσω από τις άδειες των νεοδιόριστων, οφείλει να αναλάβει την πολιτική ευθύνη και να δώσει μόνιμες λύσεις.
Το ολοήμερο σχολείο δεν είναι πολυτέλεια. Είναι κρίσιμη δομή στήριξης της οικογένειας και επένδυση στο μέλλον των παιδιών. Η ισότιμη πρόσβαση όλων σε αυτό αποτελεί δείκτη κοινωνικής δικαιοσύνης και εκπαιδευτικής ποιότητας. Όσο η πολιτεία το αντιμετωπίζει με προχειρότητα, τόσο θα ενισχύεται η ιδιωτική αγορά φροντίδας και εκπαίδευσης εις βάρος των αδύναμων. Και όσο οι οικογένειες νιώθουν ότι το δημόσιο σχολείο δεν τις στηρίζει, τόσο θα βαθαίνει το χάσμα εμπιστοσύνης ανάμεσα στην κοινωνία και το κράτος.
Η λύση δεν είναι ούτε να μοιράζουμε προτεραιότητες σαν δελτία συσσιτίου ούτε να μετακυλίουμε το κόστος στις τσέπες των γονιών. Η λύση είναι ένα ισχυρό, καθολικό, πραγματικά αναβαθμισμένο ολοήμερο σχολείο, που θα λειτουργεί σε κάθε γειτονιά της χώρας, χωρίς αποκλεισμούς. Αυτό είναι το χρέος μιας πολιτείας που θέλει να στηρίξει πραγματικά τη δημόσια εκπαίδευση και να δώσει ίσες ευκαιρίες στα παιδιά της. Οτιδήποτε λιγότερο συνιστά όχι απλώς αποτυχία, αλλά συνειδητή επιλογή κοινωνικού αποκλεισμού.
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών