Την 1η Οκτωβρίου, ο αλβανικός τηλεοπτικός σταθμός Top Channel προέβαλε με ενθουσιασμό ένα ρεπορτάζ του BBC που αποκάλυπτε ρατσισμό, μισογυνισμό και αστυνομική βία σε ένα τμήμα κράτησης του Λονδίνου. Η είδηση ήταν, χωρίς αμφιβολία, σοβαρή και άξια δημοσιογραφικής προβολής. Όμως η επιλογή του σταθμού να την παρουσιάσει ως «κεντρικό δράμα» για το αλβανικό κοινό, φανέρωσε κάτι πολύ βαθύτερο: την αδυναμία – ή την απροθυμία – των εγχώριων μέσων να στραφούν προς τα μέσα, να ερευνήσουν τις δικές τους πληγές.
Η στάση αυτή δεν είναι απλώς ένα μεμονωμένο συντακτικό σφάλμα. Είναι φιλοσοφία προγραμματισμού. Είναι το σύμπτωμα μιας δημοσιογραφίας που προτιμά να φωνάζει για τα εγκλήματα των άλλων, παρά να ψιθυρίζει τα δικά της. Γιατί στο Λονδίνο, η κριτική προς την εξουσία είναι ασφαλής∙ στην Τίρανα, είναι επικίνδυνη.
Δεν υπάρχει τίποτα μεμπτό στο να μεταδίδει ένα μέσο ειδήσεις από το εξωτερικό. Το πρόβλημα αρχίζει όταν οι ξένες κρίσεις χρησιμοποιούνται για να αποκρύψουν τις εγχώριες παθογένειες. Στην Αλβανία, η διαφθορά, η κρατική σύμπραξη με το οργανωμένο έγκλημα, η απαξίωση της δικαιοσύνης και οι πολιτικές δολοφονίες αποτελούν καθημερινότητα. Κι όμως, οι ίδιες οθόνες που προβάλουν με πάθος τις καταγγελίες του BBC, σιωπούν όταν ένας δικαστής δολοφονείται ή όταν σκάνδαλα εκατομμυρίων ευρώ καλύπτονται από τον μανδύα της «ανάπτυξης».
Το Top Channel δεν είναι το μόνο που πάσχει από αυτή την ασθένεια, αλλά είναι το πιο χαρακτηριστικό της περίπτωση. Γιατί, με την απήχησή του, καθορίζει το πλαίσιο της δημόσιας συζήτησης και διαμορφώνει την ψευδαίσθηση ότι η Αλβανία είναι μια χώρα “ευρωπαϊκή”, όπου η ενημέρωση είναι πλουραλιστική και ισορροπημένη. Στην πραγματικότητα, η ισορροπία αυτή είναι προσχηματική.
Όταν το Rai3 κατέθεσε αποκαλύψεις για τις σχέσεις του Αλβανού πρωθυπουργού με δομές της μαφίας, το Top Channel επέλεξε να σταθεί ουδέτερο, σχεδόν αδιάφορο. Όταν η Washington Post δημοσίευσε έρευνα για ένα φαραωνικό έργο πολυτελείας στις αλβανικές ακτές, το οποίο καταπατούσε περιβαλλοντικά και νομικά όρια, ο σταθμός παρουσίασε το θέμα ως «αναπτυξιακή προοπτική».
Αυτή η επίκληση της «ισορροπίας» είναι στην ουσία μια μορφή λογοκρισίας με δημοκρατικό προσωπείο. Γιατί, σε μια κοινωνία όπου τα γεγονότα είναι εμφανώς άνισα, η ψευδοουδετερότητα δεν είναι αρετή – είναι συνενοχή. Δεν μπορείς να εξισώνεις τον αυτουργό με το θύμα, τη διαφθορά με τη διαφάνεια, την προπαγάνδα με την ενημέρωση.
Η στάση αυτή δεν είναι απλώς ένα μεμονωμένο συντακτικό σφάλμα. Είναι φιλοσοφία προγραμματισμού. Είναι το σύμπτωμα μιας δημοσιογραφίας που προτιμά να φωνάζει για τα εγκλήματα των άλλων, παρά να ψιθυρίζει τα δικά της. Γιατί στο Λονδίνο, η κριτική προς την εξουσία είναι ασφαλής∙ στην Τίρανα, είναι επικίνδυνη.
Δεν υπάρχει τίποτα μεμπτό στο να μεταδίδει ένα μέσο ειδήσεις από το εξωτερικό. Το πρόβλημα αρχίζει όταν οι ξένες κρίσεις χρησιμοποιούνται για να αποκρύψουν τις εγχώριες παθογένειες. Στην Αλβανία, η διαφθορά, η κρατική σύμπραξη με το οργανωμένο έγκλημα, η απαξίωση της δικαιοσύνης και οι πολιτικές δολοφονίες αποτελούν καθημερινότητα. Κι όμως, οι ίδιες οθόνες που προβάλουν με πάθος τις καταγγελίες του BBC, σιωπούν όταν ένας δικαστής δολοφονείται ή όταν σκάνδαλα εκατομμυρίων ευρώ καλύπτονται από τον μανδύα της «ανάπτυξης».
Το Top Channel δεν είναι το μόνο που πάσχει από αυτή την ασθένεια, αλλά είναι το πιο χαρακτηριστικό της περίπτωση. Γιατί, με την απήχησή του, καθορίζει το πλαίσιο της δημόσιας συζήτησης και διαμορφώνει την ψευδαίσθηση ότι η Αλβανία είναι μια χώρα “ευρωπαϊκή”, όπου η ενημέρωση είναι πλουραλιστική και ισορροπημένη. Στην πραγματικότητα, η ισορροπία αυτή είναι προσχηματική.
Όταν το Rai3 κατέθεσε αποκαλύψεις για τις σχέσεις του Αλβανού πρωθυπουργού με δομές της μαφίας, το Top Channel επέλεξε να σταθεί ουδέτερο, σχεδόν αδιάφορο. Όταν η Washington Post δημοσίευσε έρευνα για ένα φαραωνικό έργο πολυτελείας στις αλβανικές ακτές, το οποίο καταπατούσε περιβαλλοντικά και νομικά όρια, ο σταθμός παρουσίασε το θέμα ως «αναπτυξιακή προοπτική».
Αυτή η επίκληση της «ισορροπίας» είναι στην ουσία μια μορφή λογοκρισίας με δημοκρατικό προσωπείο. Γιατί, σε μια κοινωνία όπου τα γεγονότα είναι εμφανώς άνισα, η ψευδοουδετερότητα δεν είναι αρετή – είναι συνενοχή. Δεν μπορείς να εξισώνεις τον αυτουργό με το θύμα, τη διαφθορά με τη διαφάνεια, την προπαγάνδα με την ενημέρωση.
Όταν η αλβανική κυβέρνηση υπερψήφισε μια ακόμη συνταγματική αναθεώρηση που ενίσχυε τη συγκέντρωση εξουσίας στα χέρια του πρωθυπουργού, το Top Channel προτίμησε να φωτίσει τις «αναπτυξιακές προοπτικές», τα νέα κτίρια, τα αεροδρόμια και τις ευρωπαϊκές σημαίες που κυματίζουν στα εγκαίνια.
Η δημοσιογραφία του φωτισμού μετατρέπεται έτσι σε δημοσιογραφία των φώτων — μια αισθητική βιτρίνας που εξωραΐζει την πραγματικότητα. Το αποτέλεσμα είναι ένα κοινό υπνωτισμένο από εικόνες ευημερίας, την ώρα που η χώρα αδειάζει από τους νέους της και γεμίζει με αφηγήματα.
Σε ένα υγιές δημοσιογραφικό περιβάλλον, το ρίσκο θεωρείται τιμή. Στην Αλβανία, είναι ποινή. Οι ερευνητές που τολμούν να σκάψουν βαθύτερα συχνά απομονώνονται ή εξορίζονται από τα μεγάλα κανάλια. Οι τηλεοπτικές αίθουσες προτιμούν τις «ελεγχόμενες» συζητήσεις, τις ήπιες ερωτήσεις και τα προσεκτικά μονταρισμένα δελτία.
Η αλήθεια, όμως, δεν φυτρώνει σε αποστειρωμένα στούντιο. Γεννιέται στο πεδίο, στις φωνές των ανθρώπων, στα έγγραφα που κάποιος θέλει να κρύψει. Και εκεί ακριβώς το Top Channel – και μεγάλο μέρος της αλβανικής τηλεόρασης – δεν τολμά να κοιτάξει.
Η δημοσιογραφία δεν είναι τελετή, ούτε θεατρική παράσταση. Είναι καθρέφτης της κοινωνίας. Όμως, όταν ο καθρέφτης θολώνει από τα διαφημιστικά συμβόλαια, τις πολιτικές φιλίες και τον φόβο, τότε η εικόνα που επιστρέφει δεν είναι πια η αλήθεια, αλλά η αντανάκλαση της υποταγής.
Η ουσία του επαγγέλματος συμπυκνώνεται σε τέσσερις λέξεις: πλαίσιο, συνέπεια, θάρρος και λογοδοσία. Κάθε είδηση από το εξωτερικό πρέπει να συνδέεται με τη δική μας πραγματικότητα. Κάθε στάνταρντ ηθικής που εφαρμόζουμε για το BBC ή τη Μητροπολιτική Αστυνομία πρέπει να ισχύει και για την αστυνομία των Τιράνων. Το θάρρος μετριέται από τις ερωτήσεις που κάνεις, όχι από τις ανακοινώσεις που αναπαράγεις. Και η λογοδοσία αρχίζει από τον ίδιο τον δημοσιογράφο.
Το ζητούμενο δεν είναι η δαιμονοποίηση του Top Channel ή οποιουδήποτε άλλου σταθμού. Είναι η αφύπνιση μιας επαγγελματικής συνείδησης που μοιάζει να έχει αποκοιμηθεί. Η Αλβανία δεν υποφέρει από έλλειψη θεμάτων, αλλά από έλλειψη βούλησης να τα αντιμετωπίσει. Από τα σκάνδαλα των δημοσίων έργων μέχρι τη διαχείριση των φυσικών πόρων, οι ιστορίες που αξίζουν να ειπωθούν είναι αμέτρητες – αρκεί να υπάρξει το θάρρος να ειπωθούν.
Στο τέλος της ημέρας, η διαφορά ανάμεσα στη δημοσιογραφία και την προπαγάνδα είναι μία: η πρώτη ρωτά, η δεύτερη εξηγεί. Κι αν η αλβανική δημοσιογραφία θέλει να ξαναγίνει δύναμη ελέγχου και όχι εργαλείο εξουσίας, πρέπει να κοιτάξει όχι προς το Λονδίνο, αλλά προς τον ίδιο της τον καθρέφτη.
Γιατί εκεί, μέσα στο είδωλο που αποφεύγει, βρίσκεται η μόνη αλήθεια που αξίζει να ειπωθεί.
Η δημοσιογραφία του φωτισμού μετατρέπεται έτσι σε δημοσιογραφία των φώτων — μια αισθητική βιτρίνας που εξωραΐζει την πραγματικότητα. Το αποτέλεσμα είναι ένα κοινό υπνωτισμένο από εικόνες ευημερίας, την ώρα που η χώρα αδειάζει από τους νέους της και γεμίζει με αφηγήματα.
Σε ένα υγιές δημοσιογραφικό περιβάλλον, το ρίσκο θεωρείται τιμή. Στην Αλβανία, είναι ποινή. Οι ερευνητές που τολμούν να σκάψουν βαθύτερα συχνά απομονώνονται ή εξορίζονται από τα μεγάλα κανάλια. Οι τηλεοπτικές αίθουσες προτιμούν τις «ελεγχόμενες» συζητήσεις, τις ήπιες ερωτήσεις και τα προσεκτικά μονταρισμένα δελτία.
Η αλήθεια, όμως, δεν φυτρώνει σε αποστειρωμένα στούντιο. Γεννιέται στο πεδίο, στις φωνές των ανθρώπων, στα έγγραφα που κάποιος θέλει να κρύψει. Και εκεί ακριβώς το Top Channel – και μεγάλο μέρος της αλβανικής τηλεόρασης – δεν τολμά να κοιτάξει.
Η δημοσιογραφία δεν είναι τελετή, ούτε θεατρική παράσταση. Είναι καθρέφτης της κοινωνίας. Όμως, όταν ο καθρέφτης θολώνει από τα διαφημιστικά συμβόλαια, τις πολιτικές φιλίες και τον φόβο, τότε η εικόνα που επιστρέφει δεν είναι πια η αλήθεια, αλλά η αντανάκλαση της υποταγής.
Η ουσία του επαγγέλματος συμπυκνώνεται σε τέσσερις λέξεις: πλαίσιο, συνέπεια, θάρρος και λογοδοσία. Κάθε είδηση από το εξωτερικό πρέπει να συνδέεται με τη δική μας πραγματικότητα. Κάθε στάνταρντ ηθικής που εφαρμόζουμε για το BBC ή τη Μητροπολιτική Αστυνομία πρέπει να ισχύει και για την αστυνομία των Τιράνων. Το θάρρος μετριέται από τις ερωτήσεις που κάνεις, όχι από τις ανακοινώσεις που αναπαράγεις. Και η λογοδοσία αρχίζει από τον ίδιο τον δημοσιογράφο.
Το ζητούμενο δεν είναι η δαιμονοποίηση του Top Channel ή οποιουδήποτε άλλου σταθμού. Είναι η αφύπνιση μιας επαγγελματικής συνείδησης που μοιάζει να έχει αποκοιμηθεί. Η Αλβανία δεν υποφέρει από έλλειψη θεμάτων, αλλά από έλλειψη βούλησης να τα αντιμετωπίσει. Από τα σκάνδαλα των δημοσίων έργων μέχρι τη διαχείριση των φυσικών πόρων, οι ιστορίες που αξίζουν να ειπωθούν είναι αμέτρητες – αρκεί να υπάρξει το θάρρος να ειπωθούν.
Στο τέλος της ημέρας, η διαφορά ανάμεσα στη δημοσιογραφία και την προπαγάνδα είναι μία: η πρώτη ρωτά, η δεύτερη εξηγεί. Κι αν η αλβανική δημοσιογραφία θέλει να ξαναγίνει δύναμη ελέγχου και όχι εργαλείο εξουσίας, πρέπει να κοιτάξει όχι προς το Λονδίνο, αλλά προς τον ίδιο της τον καθρέφτη.
Γιατί εκεί, μέσα στο είδωλο που αποφεύγει, βρίσκεται η μόνη αλήθεια που αξίζει να ειπωθεί.
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών