«Ο Κανένας»: Από τον Όμηρο στη σύγχρονη αλβανική πολιτική

Ο πολυμήχανος Οδυσσέας σώθηκε από τον Κύκλωπα Πολύφημο χάρη σε μια απλή αλλά ιδιοφυή απάτη: «Κανένας» είπε πως ονομαζόταν. Ένα τέχνασμα που του επέτρεψε να διαφύγει από τη σπηλιά του τέρατος και να συνεχίσει το μακρύ ταξίδι του προς την Ιθάκη. Χιλιετίες αργότερα, αυτή η μεταφορά μοιάζει να αποκτά μια απροσδόκητη επικαιρότητα σε μια χώρα μικρή στο χάρτη, αλλά τεράστια ως προς τις αντιφάσεις της: την Αλβανία.

Εκεί, η πολιτική σκηνή παραμένει εγκλωβισμένη σε μια δυαρχία που μοιάζει αμετακίνητη εδώ και δεκαετίες. Από τη μια ο Έντι Ράμα, πρωθυπουργός με αδιαμφισβήτητο έλεγχο πάνω στο κυβερνών Σοσιαλιστικό Κόμμα. Από την άλλη ο Σαλί Μπερίσα, ο μακροβιότερος και πιο επιδραστικός πολιτικός μετά την πτώση του κομμουνισμού, ο ιδρυτής και αμετακίνητος πυλώνας του Δημοκρατικού Κόμματος.
Η Αλβανία, παρά τη συνεχή εναλλαγή πολιτικών περιόδων, μοιάζει να ζει υπό τη βαριά σκιά δύο ανδρών που έχουν ορίσει όχι μόνο τα κόμματά τους αλλά και τον τρόπο που αντιλαμβάνεται η κοινωνία την ίδια την πολιτική.

Πρόσφατα ο Ράμα αναφέρθηκε στον Φάτος Νάνο ως «πολιτικό πατέρα» του, αλλά παραδέχτηκε ότι ο ίδιος δεν έχει ακόμη βρει «πολιτικό γιο» για διάδοχο. Δεν χρειάζεται όμως κανείς να αναζητήσει βαθιά τις πραγματικές του προθέσεις: ο Ράμα μοιάζει να έχει διαμορφώσει ένα πολιτικό περιβάλλον όπου μόνο ένας μπορεί να αναλύει, να αποφασίζει, να κρίνει και να κινεί τα νήματα.
Σε μια τέτοια ατμόσφαιρα, η ανάδειξη νέων προσώπων είναι σχεδόν αδύνατη. Ο Έριον Βελίαϊ, με τις φιλοδοξίες του, έχει εισέλθει σε μια αβέβαιη διαδρομή με τη Δικαιοσύνη, ενώ άλλες πιθανές προσωπικότητες απουσιάζουν εντελώς από τη «σκακιέρα» των Σοσιαλιστών. Ποιο είναι το κίνητρο να ρισκάρεις, όταν γνωρίζεις ότι ο χώρος για ανάδειξη είναι περιορισμένος; Και τι σημασία έχει το ταλέντο, όταν ο Ράμα φέρει την ταμπέλα του μόνου εγγυημένου νικητή των εκλογών;

Στην περίπτωση του Σαλί Μπερίσα, το ζήτημα του διαδόχου δεν τίθεται καν. Το Δημοκρατικό Κόμμα είναι δημιούργημά του, εμποτισμένο με την προσωπική του σφραγίδα από την πρώτη μέρα της Μεταπολίτευσης. Όσοι τόλμησαν στο παρελθόν να τον αμφισβητήσουν, είτε περιθωριοποιήθηκαν είτε επέστρεψαν πιο αδύναμοι και πιο συμμορφωμένοι.
Στους διαδρόμους των στούντιο ή στις ιδιωτικές συζητήσεις οι χαρακτηρισμοί και οι αναλογίες για τους δύο άνδρες δίνουν και παίρνουν. Όμως στις κομματικές εκδηλώσεις η σιωπή παραμένει κανόνας, αν και τελευταία εμφανίζονται δειλά κάποιες ρωγμές. Παρ’ όλα αυτά, η ουσία δεν αλλάζει: και στους δύο πόλους του αλβανικού πολιτικού συστήματος, η ιδέα της διαδοχής είναι όχι μόνο αδιανόητη αλλά και ανεπιθύμητη.

Ο Ράμα και ο Μπερίσα συνεχίζουν τους παράλληλους μονολόγους τους. Εξακολουθούν να κυριαρχούν με τον κυνισμό, τις ειρωνείες και την αίσθηση αλάθητης υπεροχής που έχει κουράσει, αλλά και μαγεύει ένα μέρος της κοινωνίας. Το κοινό τους, κουρασμένο αλλά εξαρτημένο, φωνάζει σχεδόν απεγνωσμένα:
«Ποιος μπορεί να τους αντικαταστήσει;»
Και η ερώτηση αυτή προϋποθέτει ήδη την απάντηση: κανείς.
Όπως έγραψε ο Μπέρτραντ Ράσελ, οι δημοκρατίες συχνά έχουν την τάση να θεωρούν ότι ο «απλός», λιγότερο ικανός άνθρωπος είναι και πιο τίμιος, αφήνοντας χώρο στους πολιτικούς να παριστάνουν ακόμη μεγαλύτερους «αφελείς» απ’ ό,τι είναι στην πραγματικότητα. Μια διαπίστωση που ταιριάζει απόλυτα στο αλβανικό πολιτικό σκηνικό.

Στο τέλος, η ομηρική φράση επιστρέφει με μια πικρή ειρωνεία. Στην Αλβανία, απέναντι σε ηγεσίες που δεν παραχωρούν χώρο ούτε στο χρόνο ούτε στην ανανέωση, οι πολίτες μοιάζουν να έχουν αποδεχθεί την ίδια μοίρα με τον Οδυσσέα∙ όχι τη σοφία του, αλλά το όνομά του.

Ίσως γι’ αυτό οι «θεοί» της πολιτικής παραμένουν ακλόνητοι – όχι επειδή είναι αιώνιοι, αλλά επειδή η χώρα δεν έχει ακόμη βρει τον Οδυσσέα της.

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια