Η Οργάνωσις «Χ» (1941–Δεκέμβριος 1944): Μια κριτική ανάγνωση του πατριωτισμού και του παραστρατιωτικού χαρακτήρα

Η Οργάνωσις «Χ» αποτελεί μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες μορφές της ελληνικής πολιτικής και στρατιωτικής ιστορίας κατά την Κατοχή και την προεπαναστατική φάση του Εμφυλίου. Στο παρόν κείμενο επιχειρείται κριτική ανάλυση της ίδρυσης, της οργανωτικής δομής, της δράσης της έως τα Δεκεμβριανά του 1944 και της ιστορικής της ταυτότητας — ως πατριωτικής οργάνωσης ή ως παραστρατιωτικού, αντικομμουνιστικού σχηματισμού. Η ανάλυση στηρίζεται στα στοιχεία που παρατίθενται στις πηγές που παραθέσατε και διερευνά τις εντάσεις ανάμεσα σε ιδεολογική ρητορική, πρακτικές επιλογές και συνέπειες για την κοινωνία.

Η «Χ» γεννήθηκε μέσα σε έναν κόσμο κατάρρευσης και ανασφάλειας· αξιωματικοί της II Μεραρχίας, με προπολεμικούς δεσμούς και εμπειρία από τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, επιχείρησαν να οικοδομήσουν έναν “εθνικό” πυρήνα αντίστασης. Ο Γεώργιος Γρίβας ξεχωρίζει ως ηγετική φιγούρα: παίρνει το όνομα, αυτονομεύεται, διευρύνει την προσέλευση και μετατρέπει την οργάνωση σε κάτι περισσότερο από έναν κλειστό συνωμοτικό κύκλο ανωτάτων αξιωματικών. Η ύπαρξη πνευματικής καθοδήγησης από πρόσωπα όπως ο προκάτοχος Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος, η εισροή φοιτητών, και η δομή «σαν μονάδα» καταδεικνύουν προσπάθεια νομιμοποίησης και στρατιωτικοποίησης ταυτόχρονα.
Το οργανωτικό σχήμα —υπαρχηγοί, επιτελεία, «τάγματα» ανά συνοικία— και η γεωγραφική εξάπλωση σε πολλές συνοικίες της Αθήνας και σε περιφερειακά κέντρα δείχνουν ότι η «Χ» ήταν πιο πολύπλοκη και ικανή από ένα χαλαρό δίκτυο. Ωστόσο, αυτή η στρατιωτική λογική συνοδευόταν από σαφές αντικομμουνιστικό πρόταγμα, που έπαιρνε μορφή τόσο ρητορική όσο και επιχειρησιακή.

Επίσημα οι τρεις άξονες δράσης που διακηρύσσονταν —εκδίωξη κατακτητών, δημιουργία εθνικών πυρήνων και συνέχιση του πολέμου με τους Συμμάχους— μοιάζουν πατριωτικοί. Στην πράξη όμως, η «Χ» επέλεξε να περιοριστεί σε πληροφοριοδοτικές και παρακολουθητικές ενέργειες, αποφεύγοντας την ένοπλη, επιθετική δράση κατά των κατακτητών λόγω της λογικής των αντιποίνων. Αυτή η επιλογή είναι διπλά επιβαρυντική: από τη μία δήλωνε πατριωτισμό, από την άλλη απέφευγε τον άμεσο κίνδυνο για τους πολίτες όταν η ανοχή προς τους κατακτητές θα είχε άλλες συνέπειες — με την εξαιρετική εξαίρεση συνεργασιών και επαφών με τις βρετανικές αρχές.
Πολύ σημαντικό στοιχείο είναι η βαθιά διείσδυση και σύνδεση με την Ειδική Ασφάλεια και τις δυνάμεις της Χωροφυλακής. Η μαζική εγγραφή μελών της «Χ» στην Ειδική Ασφάλεια και η πρακτική απορρόφησή τους στον κρατικό διωκτικό μηχανισμό καθιστούν δυσχερή την υπεράσπιση μιας αμιγώς πατριωτικής, ανεξάρτητης δράσης. Όταν μια ιδιωτική ή «παραστρατιωτική» οργάνωση εντάσσεται στο κρατικό κατασταλτικό σύστημα και χρησιμοποιεί την υπηρεσιακή ασυλία για διώξεις και εκτελέσεις χωρίς δίκη, το επιχείρημα «ηρωικού αγώνα» χάνει την ηθική του ισχύ.
Η ανησυχία ενισχύεται από στοιχεία για ψυχρές πρακτικές: μπράβοι, στοιχεία του υπόκοσμου που ενσωματώθηκαν στην Ειδική, και η ανοχή των Γερμανών απέναντι σε τμήματα της «Χ» λόγω της συνεργασίας της με την Ειδική Ασφάλεια. Όσο και αν η «Χ» διεκδικούσε διαφορετική σχέση με τους ταγματασφαλίτες (υποστηρίζεται ότι δεν είχε σχέση με αυτά τα σώματα), οι σχέσεις με τις κατοχικές διοικήσεις, η αποδοχή υπηρεσιακών ταυτοτήτων και η συμμετοχή σε πρακτικές καταστολής αφήνουν περιθώρια σοβαρής ηθικής κριτικής.

Η κλιμάκωση βίας από το 1943 και μετά, με έντονες συγκρούσεις ανάμεσα σε «Χ» και ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, δημιούργησε έναν «κύκλο αίματος» που δεν μπορούσε εύκολα να σβήσει. Αν και η αρχική βία υπήρξε αμφότερα αντιδραστική —επιθέσεις, εκτελέσεις, δολοφονίες—, η «Χ» φαίνεται πως βρέθηκε σε θέση που συχνά συνέβαλε στην όξυνση, είτε λόγω στοχοποίησης ΕΠΟΝ/ΕΑΜ μελών είτε μέσω της συμμετοχής της στην κατασταλτική λογική της Ειδικής Ασφάλειας. Η δολοφονία και ο βασανισμός στελεχών (π.χ. η υπόθεση Μουράτωφ) και οι καθημερινές συμπλοκές στην Αθήνα δημιούργησαν ένα περιβάλλον «ολοκληρωτικού πολέμου» στην πόλη, στο οποίο η διάκριση ανάμεσα σε αντιστασιακές και παρακρατικές πράξεις συχνά θολώνει.
Η ηθική κρίση εδώ δεν είναι μόνο ιστορική αλλά και πολιτική: όταν μια οργάνωση επιλέγει τον δρόμο της αντίκρουσης εναντίον μιας μαζικής πολιτικής κίνησης (όπως το ΕΑΜ) με μέσα που περιλαμβάνουν εκτελέσεις, ξυλοδαρμούς και συνεργασία με κατασταλτικούς μηχανισμούς, τότε η αξίωση περί «εθνικής διάσωσης» χάνει την αξία της ως μοναδικό κριτήριο αξιολόγησης.

Η μάχη του Θησείου και η υποχώρηση των Χιτών επάνω σε βρετανικά άρματα μάχης —με απώλειες και μακάβριες εικόνες όπως οι σβάστικες πάνω σε πτώματα— συνοψίζουν τη δραματική κατάληξη της παρουσίας της «Χ» στο αστικό πεδίο. Η εικόνα των Χιτών που σώζονται με επέμβαση βρετανικών δυνάμεων αναδεικνύει την εξάρτηση και την πρακτική σύμπραξη με ξένες δυνάμεις, γεγονός που αποδυναμώνει περαιτέρω τα περί «αυτόνομου πατριωτισμού».
Η πολιτική συνέπεια των Δεκεμβριανών ήταν η σαφής καταγραφή της «Χ» ως παράγοντα όχι απλώς αντιστασιακό αλλά και εσωτερικά πολωτικό, ικανό να τροφοδοτήσει τον εμφύλιο διχασμό. Η αποχώρηση των Χιτών από το Θησείo και οι 24 νεκροί λειτουργούν ως σύμβολο της ήττας αλλά και ως σημείο αναφοράς για μεταγενέστερες πολιτικές αφηγήσεις που θα επιχειρήσουν να ηρωοποιήσουν ή να διαστρεβλώσουν τα γεγονότα.

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη. Υπάρχει μια «διπλή φύση» στην «Χ»: από την μία, η ρητορική της και η σύνθεση με επαγγελματίες του στρατού και πρόσωπα με εθνικές αναφορές αποδίδουν έναν επίπλαστο ή πραγματικό πατριωτισμό· από την άλλη, η πρακτική τακτική της —συνεργασία με την Ειδική Ασφάλεια, απορρόφηση σε κρατικούς μηχανισμούς βίας, εμπλοκή σε κύκλο εκδικήσεων— την κατευθύνει προς τον παραστρατιωτικό και αντικομμουνιστικό χώρο.
Η κριτική είναι σαφής: όταν ο πατριωτισμός γίνεται επιχείρημα για την ενσωμάτωση μεθόδων καταστολής, όταν η «άμυνα της τάξης» μετατρέπεται σε κατασταλτική εμπλοκή κατά πολιτικών αντιπάλων χωρίς δίκη, και όταν η σχέση με ξένες δυνάμεις και κατοχικές αρχές θολώνει τη διάκριση ανάμεσα σε αντίσταση και συνεργασία, τότε το αίτημα του «πατριωτισμού» χάνει το αναφαίρετο ηθικό του έρεισμα. Η «Χ» επομένως, ενώ μπορεί να ισχυριστεί πατριωτικές προθέσεις, στην πράξη λειτούργησε ως ισχυρός καταλύτης της κοινωνικής πόλωσης και ως πυρήνας παρακρατικών πρακτικών.

Η ιστορική κρίση για την Οργάνωσιν «Χ» δεν μπορεί να περιοριστεί σε ετικέτες· απαιτεί ανάλυση της σχέσης προθέσεων και πράξεων. Τα τεκμήρια —ιδρυτικές επιλογές, οργανωτική δομή, επαφές με την Ειδική Ασφάλεια, συμμετοχή σε κύκλο βίας και τελική σύγκρουση στα Δεκεμβριανά— δείχνουν μια οργάνωση που περισσότερο υπηρετούσε την αναχαίτιση του κομμουνιστικού κινήματος και την εξυπηρέτηση πολιτικών στόχων παρά την ανεπιφύλακτη σύγκρουση με τον κατακτητή. Η κρίση δεν είναι μόνο ιστορική· αφορά και την ηθική ευθύνη των φορέων εξουσίας που επέτρεψαν την ενσωμάτωση παραστρατιωτικών δομών σε κρατικούς μηχανισμούς, με συνέπειες που εκτείνονται στην περίοδο του Εμφυλίου.
Η ιστοριογραφική αντιμετώπιση της «Χ» οφείλει να παραμείνει κριτική, να διακρίνει ανάμεσα στο ρητορικό πατριωτισμό και τις πρακτικές επιλογές, και να θέτει το ερώτημα για το ποιος «κέρδισε» ή «ηττήθηκε» ηθικά από τη συγκρουσιακή πορεία της περιόδου. Η «Χ» δεν ήταν ούτε μόνο πατριωτική ούτε μόνο παρακρατική· υπήρξε ένας πολυσύνθετος φορέας που, ωστόσο, με τη συμπεριφορά του συνέβαλε αποφασιστικά στην πόλωση και την παρακμή της δημόσιας ζωής της κατοχικής Αθήνας.

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια