Ο Βομβαρδισμός του Πειραιά (11 Ιανουαρίου 1944): Πολεμική Στρατηγική, Τραγωδία Αμάχων και Ιστορική Μνήμη

Ο βομβαρδισμός του Πειραιά στις 11 Ιανουαρίου 1944 αποτελεί μία από τις πιο δραματικές και ταυτόχρονα λιγότερο συζητημένες σελίδες της νεοελληνικής ιστορίας. Μέσα σε λίγα λεπτά, ο μεγαλύτερος λιμένας της χώρας μετατράπηκε σε κατεστραμμένο τοπίο, χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και ολόκληρες συνοικίες ισοπεδώθηκαν. Παρά την έκταση της καταστροφής, το γεγονός δεν απέκτησε ποτέ την ίδια θέση στη συλλογική μνήμη με άλλα αντίστοιχα τραύματα της Κατοχής. Σήμερα, με βάση όσα είναι γνωστά από στρατιωτικά αρχεία, μαρτυρίες και μεταγενέστερη ιστοριογραφία, μπορούμε να εξετάσουμε το πώς και το γιατί συνέβη αυτό το τραγικό επεισόδιο, ποιοι στρατηγικοί σχεδιασμοί το καθόρισαν, ποιες παρανοήσεις το περιέβαλαν και πώς διαμορφώθηκε γύρω του ένα πέπλο σιωπής.

Τον Ιανουάριο του 1944, η Ευρώπη πλησίαζε στο καταληκτικό στάδιο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Γερμανία είχε ήδη υποστεί σοβαρές απώλειες στο Ανατολικό Μέτωπο, οι Σύμμαχοι προετοιμάζονταν για την απόβαση στη Νορμανδία και η στρατηγική πίεση στη Μεσόγειο αυξανόταν. Η Ελλάδα, παρότι περιφερειακό μέτωπο, είχε ιδιαίτερη σημασία για τον γερμανικό στρατό: οι ναζιστικές δυνάμεις διατηρούσαν στον Πειραιά κρίσιμες αποθήκες καυσίμων, πυρομαχικών και εφοδίων, ενώ το λιμάνι αποτελούσε κόμβο μεταφορών προς το Αιγαίο, την Κρήτη και τα Βαλκάνια.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η 15η Αεροπορική Στρατιά των ΗΠΑ και η RAF είχαν σαφή στόχο: να αποδυναμώσουν την ικανότητα της Βέρμαχτ να διατηρεί δυνάμεις στην Ανατολική Μεσόγειο και να υποστηρίζει τις επιχειρήσεις της κατά των συμμαχικών δυνάμεων στη Βόρεια Αφρική και την Ιταλία. Ο Πειραιάς, ως το μεγαλύτερο και σημαντικότερο λιμάνι της Ελλάδας, αποτελούσε αναμφισβήτητα στρατηγικό στόχο υψηλής προτεραιότητας.
Οι σύμμαχοι σχεδίασαν επιχείρηση μεγάλης κλίμακας: περίπου 200 αμερικανικά Β-17 Flying Fortress και βρετανικά βομβαρδιστικά απογειώθηκαν με αποστολή να πλήξουν το λιμάνι και τις παρακείμενες εγκαταστάσεις. Σε συνθήκες πολέμου, τέτοια πλήγματα θεωρούνταν αναγκαία για την αποδυνάμωση του εχθρού, αλλά η πρακτική των μαζικών βομβαρδισμών περιοχής (area bombing) ενείχε έναν εγγενή κίνδυνο: την απώλεια οποιασδήποτε ακρίβειας.

Την ημέρα της επιδρομής, οι καιρικές συνθήκες πάνω από τον Πειραιά ήταν δραματικά δυσμενείς. Η ορατότητα ήταν σχεδόν μηδενική, με πυκνή νέφωση που έκρυβε το έδαφος από τους πιλότους. Στα αναφορικά φύλλα πτήσης (mission reports) της 15ης Aεροπορικής Στρατιάς καταγράφεται πως η ορατότητα ήταν «10/10», δηλαδή πλήρης κάλυψη νεφών. Αυτό σήμαινε ότι τα πληρώματα δεν μπορούσαν να δουν τους στόχους και αναγκάστηκαν να ρίξουν τις βόμβες με χρήση οργάνων, χωρίς οπτική επιβεβαίωση.
Επειδή η τακτική των Συμμάχων στηριζόταν στη μαζική ρίψη μεγάλου αριθμού βομβών σε μία περιοχή και όχι στη χειρουργική στόχευση, οι αποκλίσεις έστω και λίγων δεκάδων μέτρων μετατρέπονταν σε τραγωδία. Η πόλη του Πειραιά, πυκνοκατοικημένη και χωρίς επαρκή συστήματα προστασίας για άμαχους, βρέθηκε εκτεθειμένη σε έναν καταιγισμό εκρήξεων που κράτησε μερικά λεπτά αλλά είχε καταστροφικές συνέπειες.
Οι βόμβες, περίπου 900 συνολικά, έπεσαν όχι μόνο στις γερμανικές εγκαταστάσεις αλλά και σε κατοικημένες περιοχές όπως η Ευγένεια, η Κοκκινιά, το Πασαλιμάνι, η Πειραϊκή και ο Άγιος Βασίλειος. Πολλές εξερράγησαν μέσα σε σπίτια, άλλες σε καταστήματα ή δρόμους γεμάτους κόσμο. Η έλλειψη έγκαιρου συναγερμού για τον άμαχο πληθυσμό αύξησε ακόμη περισσότερο τις απώλειες.

Ο αριθμός των θυμάτων παραμένει μέχρι σήμερα ασαφής. Οι συμμαχικές ανακοινώσεις της εποχής έκαναν λόγο για «μικρές παράπλευρες απώλειες», κάτι που αντιτίθεται κάθετα στις μαρτυρίες και τις αποτιμήσεις στην Ελλάδα. Οι κατοχικές αρχές, από την άλλη, διογκώνοντας το γεγονός για λόγους προπαγάνδας, μιλούσαν για δεκάδες χιλιάδες νεκρούς, πράγμα επίσης ανακριβές.
Οι σύγχρονοι ιστορικοί εκτιμούν ότι ο αριθμός των νεκρών κυμαίνεται μεταξύ 1.000 και 2.000 αμάχων, πιθανόν περισσότεροι, δεδομένης της χαοτικής κατάστασης, των ανεξίχνιαστων ερειπίων και του γεγονότος ότι πολλοί τραυματίες πέθαναν αργότερα. Οι καταστροφές στις υποδομές και στα κτήρια ήταν τεράστιες: ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα ισοπεδώθηκαν, εργοστάσια και αποθήκες κάηκαν, ενώ χιλιάδες άνθρωποι έμειναν άστεγοι μέσα σε λίγες στιγμές.
Ο τρόπος με τον οποίο γράφτηκε αυτή η ιστορία συχνά επισκίασε την ανθρώπινη διάστασή της. Οι εικόνες που περιγράφουν αυτόπτες μάρτυρες μιλούν για χάος, για καπνούς που κάλυπταν κάθε γωνιά της πόλης, για κραυγές ανθρώπων θαμμένων στα ερείπια και για μία αίσθηση ολοκληρωτικής καταστροφής.

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες όψεις του γεγονότος αφορά την πολιτική του διάσταση. Μεγάλο μέρος του άμαχου πληθυσμού του Πειραιά πρόσκειτο στο ΕΑΜ και στον ΕΛΑΣ. Το γεγονός ότι οι Σύμμαχοι –αντίληψη που τότε κυριαρχούσε– χτύπησαν ένα «λαϊκό» προπύργιο, έκανε πολλούς να υποψιαστούν πρόθεση πολιτικού πλήγματος, την ώρα που το κίνημα της Αντίστασης είχε καταστεί κυρίαρχο σε μεγάλο τμήμα της χώρας.
Όμως, όσο και αν αυτή η ανάγνωση βρήκε απήχηση σε κατοχικές και μεταπολεμικές πολιτικές τοποθετήσεις, δεν επιβεβαιώνεται από καμία συμμαχική πηγή. Δεν υπάρχει στα αρχεία ούτε εντολή ούτε αναφορά ούτε στρατιωτικό σχέδιο που να συνδέει την επιδρομή με προσπάθεια υπονόμευσης του ΕΛΑΣ. Οι σύμμαχοι είχαν αυστηρά στρατιωτικούς στόχους –ότι η εκτέλεση της επιχείρησης οδήγησε σε τεράστια τραγωδία, αυτό αποτελεί άλλο ζήτημα, αλλά όχι ένδειξη πολιτικής σκοπιμότητας.
Ωστόσο, οι αντιδράσεις της εποχής δείχνουν ότι η κοινή γνώμη αντιλαμβανόταν τα γεγονότα διαφορετικά. Ο ΕΛΑΣ αποχώρησε από ορισμένες συνοικίες μετά τον βομβαρδισμό, ενώ οι γερμανικές αρχές εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση για να εμφανιστούν ως προστάτες της πόλης –μια προπαγανδιστική εκστρατεία που έβρισκε πρόσφορο έδαφος μέσα στο χάος και στην οργή του πληθυσμού.

Ένα από τα στοιχεία που προκαλούν ακόμη συζητήσεις είναι ο τρόπος με τον οποίο οι Σύμμαχοι ανακοίνωσαν το αποτέλεσμα της επιχείρησης. Στα επίσημα ανακοινωθέντα τους, η επιδρομή παρουσιάστηκε ως απόλυτα επιτυχής, δίνοντας έμφαση στην καταστροφή πλοίων και εγκαταστάσεων του εχθρού. Η αναφορά του Βρετανικού Πρακτορείου Ειδήσεων μιλούσε για πλήγμα «με ακρίβεια» σε «στρατιωτικούς στόχους», αποκλείοντας ουσιαστικά οποιαδήποτε μνεία σε νεκρούς αμάχους.
Αντίστοιχα, η αμερικανική πλευρά ανακοίνωσε ότι «εξουδετέρωσε τις αποθήκες καυσίμων του Στρατηγείου του Χίτλερ στον Πειραιά», χωρίς να αναφέρει τις ανθρώπινες απώλειες. Η επιλεγμένη γλώσσα αυτών των ανακοινώσεων μπορεί να θεωρηθεί όχι ακριβώς συνωμοσία σιωπής με τη στενή έννοια, αλλά μια πολιτική επιλογή να μην αποδοθούν ευθύνες ή να μην αμαυρωθεί η εικόνα των Συμμάχων σε μια κρίσιμη στιγμή του πολέμου.
Η σιωπή αυτή συνέβαλε στο να παραμείνει ο βομβαρδισμός του Πειραιά ένα γεγονός μετέωρο, λιγότερο γνωστό σε διεθνές επίπεδο και συχνά παρεξηγημένο στο ελληνικό. Το τραύμα εγγράφηκε στη μνήμη της πόλης αλλά δεν βρήκε ποτέ την επίσημη αναγνώριση που ίσως θα δικαιολογούσε η έκτασή του.

Οι επόμενες μέρες βρίσκουν τον Πειραιά σε κατάσταση σχεδόν πολιορκίας. Οι γερμανικές δυνάμεις περιφρουρούσαν τις στάχτες μιας πόλης καθημαγμένης, ενώ οι ομάδες διάσωσης έσκαβαν στα ερείπια ψάχνοντας για επιζώντες. Η έλλειψη τροφίμων, νερού και ιατρικής περίθαλψης έκανε τις συνθήκες αφόρητες. Η φτώχεια, η πείνα και η ανασφάλεια που ήδη σημάδευαν την Κατοχή εντάθηκαν ακόμη περισσότερο.
Την ίδια στιγμή, όμως, η κοινωνική αλληλεγγύη αναπτύχθηκε με εντυπωσιακό τρόπο: άνθρωποι από άλλες περιοχές της Αθήνας κατέβαιναν για να προσφέρουν βοήθεια, οικογένειες φιλοξενούσαν άστεγους και τα ελληνικά νοσοκομεία, παρά τις ελλείψεις, λειτούργησαν στα όρια των δυνατοτήτων τους.

Η περίπτωση του Πειραιά δεν είναι μοναδική. Εντάσσεται σε μια μεγάλη σειρά βομβαρδισμών που έπληξαν πόλεις σε όλη την Ευρώπη, από τη Δρέσδη και το Αμβούργο μέχρι το Κάσελ και τη Ρώμη. Η στρατηγική του area bombing, που υιοθετήθηκε με τη λογική ότι ο πόλεμος κερδίζεται με «ηθική και υλική καταστροφή» του εχθρού, αποδείχθηκε εξαιρετικά αιματηρή για τους άμαχους.
Ωστόσο, σε αντίθεση με αυτές τις πόλεις, η Ελλάδα δεν αποτελούσε κεντρικό θέατρο επιχειρήσεων, και γι’ αυτό ο βομβαρδισμός του Πειραιά δεν έλαβε τη διεθνή προσοχή που έλαβαν άλλες τραγωδίες. Εντούτοις, για τον ελληνικό πληθυσμό, η ζοφερή πραγματικότητα του πολέμου εκδηλώθηκε με την ίδια αγριότητα.

Οι περισσότεροι σύγχρονοι ιστορικοί συμφωνούν σήμερα ότι:
  • Ο Πειραιάς ήταν, από στρατιωτική σκοπιά, νόμιμος και σημαντικός στόχος.
  • Ο βομβαρδισμός είχε σχεδιαστεί ως πλήγμα εναντίον των γερμανικών δυνάμεων και όχι ως πράξη πολιτικής τρομοκράτησης.
  • Οι ακραίες καιρικές συνθήκες και η φύση της τακτικής επέφεραν καταστροφική απόκλιση από τους στόχους.
  • Οι απώλειες αμάχων ήταν τεράστιες και δυσανάλογες με το προσδοκώμενο στρατιωτικό όφελος.
  • Η επίσημη συμμαχική ενημέρωση υποβάθμισε το μέγεθος της τραγωδίας, δημιουργώντας αμφιβολίες και θεωρίες περί σκοπιμοτήτων.
  • Η ελληνική κοινωνία δεν μπόρεσε να επεξεργαστεί το σοκ σε συνθήκες κατοχής, και έτσι η μνήμη παρέμεινε αποσπασματική.
Ο βομβαρδισμός του Πειραιά είναι, με άλλα λόγια, ένα τραγικό παράδειγμα του πώς ακόμη και οι «καλοί» του πολέμου μπορούν να προκαλέσουν τεράστιο ανθρώπινο πόνο. Οι Σύμμαχοι δεν ενήργησαν με πρόθεση στοχευμένης επίθεσης στην ελληνική κοινωνία, αλλά η επιλογή της στρατηγικής, οι κακές συνθήκες και η απουσία ευθύνης για τις παράπλευρες απώλειες δημιούργησαν ένα γεγονός που σημάδεψε βαθιά την πόλη και τη χώρα.

Ο βομβαρδισμός του Πειραιά δεν είναι απλώς ένα επεισόδιο του πολέμου. Αποτελεί υπενθύμιση ότι οι στρατηγικές αποφάσεις, όσο «ορθολογικές» κι αν φαίνονται σε ένα επιτελικό σχέδιο, μπορούν να καταλήξουν σε τραγωδίες που αφήνουν πίσω τους χιλιάδες θύματα. Αποτελεί επίσης υπενθύμιση της ανάγκης για ιστορική διαφάνεια –η αλήθεια ενός γεγονότος δεν μπορεί να παραμείνει για πάντα κάτω από την ομίχλη της προπαγάνδας ή των πολιτικών σκοπιμοτήτων.
Είναι χρέος της ιστορικής μνήμης να αποδώσει στον Πειραιά τη θέση που του αρμόζει μέσα στη μεγάλη αφήγηση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Όχι για να διατυπωθούν όψιμες κατηγορίες, αλλά για να αναγνωριστεί η εμπειρία μιας πόλης που υπέστη βάναυσα τις συνέπειες ενός πολέμου στον οποίο δεν είχε κανέναν έλεγχο.
Αυτή η αναγνώριση αποτελεί ίσως την πιο ουσιαστική δικαίωση για όσους χάθηκαν κάτω από τα ερείπια της 11ης Ιανουαρίου 1944 και για τις γενιές που κληρονόμησαν σιωπηλά το τραύμα εκείνης της ημέρας.

Διαβάστε ακόμη

👉Ακολουθήστε μας στο twitter 

Σχόλια