Η μάχη του Μόντε Κασίνο αποτέλεσε μία από τις πιο αιματηρές και παρατεταμένες συγκρούσεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου σε ιταλικό έδαφος. Διήρκεσε από τις 17 Ιανουαρίου έως τις 18 Μαΐου 1944 και περιλάμβανε τέσσερις μεγάλες συμμαχικές επιθέσεις εναντίον των γερμανικών δυνάμεων που υπερασπίζονταν τη στρατηγικής σημασίας γραμμή άμυνας «Gustav». Παρότι οι Σύμμαχοι κατέλαβαν τελικά το Μόντε Κασίνο και άνοιξαν τον δρόμο προς τη Ρώμη, οι απώλειές τους υπήρξαν υπερδιπλάσιες από εκείνες των Γερμανών (περίπου 55.000 έναντι 20.000), ενώ περισσότεροι από 2.000 Ιταλοί άμαχοι σκοτώθηκαν.
Μετά την άνευ όρων παράδοση της Ιταλίας στους Συμμάχους τον Σεπτέμβριο του 1943, οι Γερμανοί κατέλαβαν ταχύτατα το μεγαλύτερο μέρος της χώρας και οργάνωσαν ισχυρή άμυνα για να εμποδίσουν την προέλαση προς τη Ρώμη. Κεντρικό σημείο αυτής της άμυνας ήταν η γραμμή Gustav, που εκτεινόταν από το Τυρρηνικό Πέλαγος έως τα Απέννινα και βασιζόταν στο δύσβατο ορεινό έδαφος, στα ποτάμια και σε εκτεταμένα οχυρωματικά έργα.
Το Μόντε Κασίνο και η κοιλάδα του ποταμού Λίρι αποτελούσαν το «κλειδί» για τη διείσδυση των Συμμάχων προς τη Ρώμη μέσω της οδού Καζιλίνα. Οι γερμανικές δυνάμεις, υπό τον στρατηγό Κέσερλινγκ και το 14ο Σώμα Πάντσερ, εκμεταλλεύτηκαν άριστα το έδαφος, δημιουργώντας ένα από τα ισχυρότερα αμυντικά συστήματα στην Ευρώπη.
Η πρώτη συμμαχική επίθεση διεξήχθη υπό τον Αμερικανό στρατηγό Μαρκ Κλαρκ και περιλάμβανε αμερικανικές, βρετανικές και γαλλικές δυνάμεις, με το Γαλλικό Εκστρατευτικό Σώμα να αποτελείται κυρίως από Μαροκινούς και Αλγερινούς στρατιώτες. Παρά αρχικές επιτυχίες, ιδιαίτερα από τις γαλλο-αφρικανικές μονάδες, οι κακές καιρικές συνθήκες, η γερμανική αντοχή και η έλλειψη συντονισμού οδήγησαν σε αποτυχία. Οι Σύμμαχοι υπέστησαν βαριές απώλειες χωρίς να διασπάσουν τη γραμμή Gustav.
Κεντρικό γεγονός της δεύτερης φάσης υπήρξε ο βομβαρδισμός του ιστορικού αβαείου του Μόντε Κασίνο, το οποίο είχε ιδρυθεί τον 6ο αιώνα από τον Άγιο Βενέδικτο. Παρά τις διαβεβαιώσεις των Γερμανών προς το Βατικανό ότι δεν το χρησιμοποιούσαν στρατιωτικά, οι Σύμμαχοι, θεωρώντας ότι αποτελούσε παρατηρητήριο των Ναζί, αποφάσισαν την καταστροφή του.
Στις 15 Φεβρουαρίου 1944 το αβαείο ισοπεδώθηκε από εκτεταμένους αεροπορικούς και πυροβολικούς βομβαρδισμούς. Το αποτέλεσμα υπήρξε στρατιωτικά αρνητικό για τους Συμμάχους, καθώς οι Γερμανοί αξιοποίησαν τα ερείπια ως ισχυρό οχυρό, ενώ η διεθνής κοινή γνώμη αντέδρασε έντονα στην καταστροφή ενός κορυφαίου μνημείου ευρωπαϊκής πολιτιστικής κληρονομιάς.
Η τρίτη μάχη υπήρξε η πιο αιματηρή. Οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές («Πράσινοι Διάβολοι») αμύνθηκαν με εξαιρετική αποτελεσματικότητα μέσα στα ερείπια της πόλης του Κασίνο και του αβαείου. Παρά τους μαζικούς συμμαχικούς βομβαρδισμούς και τις αλλεπάλληλες επιθέσεις, κυρίως από νεοζηλανδικές μονάδες, οι Γερμανοί διατήρησαν τις θέσεις τους. Η επιχείρηση απέτυχε, με τεράστιες απώλειες για τους Συμμάχους.
Η αποφασιστική επίθεση ξεκίνησε στις 11 Μαΐου 1944, με τη συμμετοχή νέων δυνάμεων, μεταξύ των οποίων το 2ο Πολωνικό Σώμα Στρατού υπό τον στρατηγό Άντερς. Οι Πολωνοί πολέμησαν με ιδιαίτερη αποφασιστικότητα, γνωρίζοντας ότι η τύχη της πατρίδας τους εξαρτιόταν και από τη συμβολή τους στον πόλεμο.
Μετά από σκληρές μάχες και μεγάλες απώλειες, οι γερμανικές δυνάμεις αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Στις 18 Μαΐου 1944, πολωνικές περίπολοι εισήλθαν στα ερείπια του αβαείου, σηματοδοτώντας το τέλος της μάχης. Ο δρόμος προς τη Ρώμη άνοιξε και η πόλη καταλήφθηκε από τους Συμμάχους στις 4 Ιουνίου 1944.
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στο 2ο Πολωνικό Σώμα, το οποίο σχηματίστηκε από Πολωνούς που είχαν επιβιώσει από τα σοβιετικά γκουλάγκ. Μαζί τους πολέμησε και ο θρυλικός «Στρατιώτης Βόιτεκ», μια εξημερωμένη αρκούδα που μετέφερε πυρομαχικά και έγινε σύμβολο του πολωνικού αγώνα.
Μετά τη διάσπαση της γερμανικής άμυνας, Μαροκινοί και Αλγερινοί στρατιώτες του Γαλλικού Εκστρατευτικού Σώματος προέβησαν σε εκτεταμένα εγκλήματα κατά του άμαχου πληθυσμού της κεντρικής Ιταλίας. Χιλιάδες γυναίκες βιάστηκαν και εκατοντάδες άμαχοι δολοφονήθηκαν, γεγονότα γνωστά ως «Marocchinate». Παρά τις διαμαρτυρίες του Βατικανού και τις μεταγενέστερες δίκες ορισμένων δραστών, τα εγκλήματα αυτά σημάδεψαν βαθιά τη συλλογική μνήμη της περιοχής και αποτυπώθηκαν και στην τέχνη, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την ταινία La Ciociara.
Μετά την άνευ όρων παράδοση της Ιταλίας στους Συμμάχους τον Σεπτέμβριο του 1943, οι Γερμανοί κατέλαβαν ταχύτατα το μεγαλύτερο μέρος της χώρας και οργάνωσαν ισχυρή άμυνα για να εμποδίσουν την προέλαση προς τη Ρώμη. Κεντρικό σημείο αυτής της άμυνας ήταν η γραμμή Gustav, που εκτεινόταν από το Τυρρηνικό Πέλαγος έως τα Απέννινα και βασιζόταν στο δύσβατο ορεινό έδαφος, στα ποτάμια και σε εκτεταμένα οχυρωματικά έργα.
Το Μόντε Κασίνο και η κοιλάδα του ποταμού Λίρι αποτελούσαν το «κλειδί» για τη διείσδυση των Συμμάχων προς τη Ρώμη μέσω της οδού Καζιλίνα. Οι γερμανικές δυνάμεις, υπό τον στρατηγό Κέσερλινγκ και το 14ο Σώμα Πάντσερ, εκμεταλλεύτηκαν άριστα το έδαφος, δημιουργώντας ένα από τα ισχυρότερα αμυντικά συστήματα στην Ευρώπη.
Η πρώτη συμμαχική επίθεση διεξήχθη υπό τον Αμερικανό στρατηγό Μαρκ Κλαρκ και περιλάμβανε αμερικανικές, βρετανικές και γαλλικές δυνάμεις, με το Γαλλικό Εκστρατευτικό Σώμα να αποτελείται κυρίως από Μαροκινούς και Αλγερινούς στρατιώτες. Παρά αρχικές επιτυχίες, ιδιαίτερα από τις γαλλο-αφρικανικές μονάδες, οι κακές καιρικές συνθήκες, η γερμανική αντοχή και η έλλειψη συντονισμού οδήγησαν σε αποτυχία. Οι Σύμμαχοι υπέστησαν βαριές απώλειες χωρίς να διασπάσουν τη γραμμή Gustav.
Κεντρικό γεγονός της δεύτερης φάσης υπήρξε ο βομβαρδισμός του ιστορικού αβαείου του Μόντε Κασίνο, το οποίο είχε ιδρυθεί τον 6ο αιώνα από τον Άγιο Βενέδικτο. Παρά τις διαβεβαιώσεις των Γερμανών προς το Βατικανό ότι δεν το χρησιμοποιούσαν στρατιωτικά, οι Σύμμαχοι, θεωρώντας ότι αποτελούσε παρατηρητήριο των Ναζί, αποφάσισαν την καταστροφή του.
Στις 15 Φεβρουαρίου 1944 το αβαείο ισοπεδώθηκε από εκτεταμένους αεροπορικούς και πυροβολικούς βομβαρδισμούς. Το αποτέλεσμα υπήρξε στρατιωτικά αρνητικό για τους Συμμάχους, καθώς οι Γερμανοί αξιοποίησαν τα ερείπια ως ισχυρό οχυρό, ενώ η διεθνής κοινή γνώμη αντέδρασε έντονα στην καταστροφή ενός κορυφαίου μνημείου ευρωπαϊκής πολιτιστικής κληρονομιάς.
Η τρίτη μάχη υπήρξε η πιο αιματηρή. Οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές («Πράσινοι Διάβολοι») αμύνθηκαν με εξαιρετική αποτελεσματικότητα μέσα στα ερείπια της πόλης του Κασίνο και του αβαείου. Παρά τους μαζικούς συμμαχικούς βομβαρδισμούς και τις αλλεπάλληλες επιθέσεις, κυρίως από νεοζηλανδικές μονάδες, οι Γερμανοί διατήρησαν τις θέσεις τους. Η επιχείρηση απέτυχε, με τεράστιες απώλειες για τους Συμμάχους.
Η αποφασιστική επίθεση ξεκίνησε στις 11 Μαΐου 1944, με τη συμμετοχή νέων δυνάμεων, μεταξύ των οποίων το 2ο Πολωνικό Σώμα Στρατού υπό τον στρατηγό Άντερς. Οι Πολωνοί πολέμησαν με ιδιαίτερη αποφασιστικότητα, γνωρίζοντας ότι η τύχη της πατρίδας τους εξαρτιόταν και από τη συμβολή τους στον πόλεμο.
Μετά από σκληρές μάχες και μεγάλες απώλειες, οι γερμανικές δυνάμεις αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Στις 18 Μαΐου 1944, πολωνικές περίπολοι εισήλθαν στα ερείπια του αβαείου, σηματοδοτώντας το τέλος της μάχης. Ο δρόμος προς τη Ρώμη άνοιξε και η πόλη καταλήφθηκε από τους Συμμάχους στις 4 Ιουνίου 1944.
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στο 2ο Πολωνικό Σώμα, το οποίο σχηματίστηκε από Πολωνούς που είχαν επιβιώσει από τα σοβιετικά γκουλάγκ. Μαζί τους πολέμησε και ο θρυλικός «Στρατιώτης Βόιτεκ», μια εξημερωμένη αρκούδα που μετέφερε πυρομαχικά και έγινε σύμβολο του πολωνικού αγώνα.
Μετά τη διάσπαση της γερμανικής άμυνας, Μαροκινοί και Αλγερινοί στρατιώτες του Γαλλικού Εκστρατευτικού Σώματος προέβησαν σε εκτεταμένα εγκλήματα κατά του άμαχου πληθυσμού της κεντρικής Ιταλίας. Χιλιάδες γυναίκες βιάστηκαν και εκατοντάδες άμαχοι δολοφονήθηκαν, γεγονότα γνωστά ως «Marocchinate». Παρά τις διαμαρτυρίες του Βατικανού και τις μεταγενέστερες δίκες ορισμένων δραστών, τα εγκλήματα αυτά σημάδεψαν βαθιά τη συλλογική μνήμη της περιοχής και αποτυπώθηκαν και στην τέχνη, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την ταινία La Ciociara.
Διαβάστε ακόμη
👉Ακολουθήστε μας στο twitter

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών