Οι πρόσφατες αποκαλύψεις γύρω από την ειδική δικαστή Ιρένα Γκιόκα επαναφέρουν με ένταση το ζήτημα της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης στην Αλβανία και ενισχύουν τις κατηγορίες περί πολιτικής εργαλειοποίησής της από το καθεστώς του Έντι Ράμα.
Ύστερα από δύο χρόνια διοικητικού ελέγχου, η Γενική Εισαγγελία της Αλβανίας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Γκιόκα είχε καταδικαστεί στην Ελλάδα το 2005 για πλαστογράφηση βίζας, καταδίκη την οποία δεν δήλωσε στο έντυπο αυτοδήλωσης που υπέβαλε στο πλαίσιο του νόμου περί αποποινικοποίησης. Το γεγονός αυτό εγείρει σοβαρά ερωτήματα περί παραβίασης της υποχρέωσης διαφάνειας και εντιμότητας που επιβάλλει ο νόμος σε λειτουργούς της Δικαιοσύνης.
Ο σχετικός φάκελος, που περιλαμβάνει την αυθεντική απόφαση ελληνικού δικαστηρίου καθώς και το έγγραφο αρχειοθέτησης της υπόθεσης λόγω μη εκτέλεσης της ποινής, διαβιβάστηκε ήδη στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (KLGJ), το οποίο καλείται πλέον να αποφασίσει αν η Γκιόκα πληροί τα νόμιμα κριτήρια για να παραμείνει στο δικαστικό σώμα.
Η υπόθεση, ωστόσο, δεν είναι απλώς νομική. Είναι βαθιά πολιτική.
Η Ιρένα Γκιόκα είναι η δικαστής που χειρίστηκε την υπόθεση του εκλεγμένου δημάρχου Χιμάρας, Φρέντι Μπελέρη, μια υπόθεση που έχει προκαλέσει διεθνείς αντιδράσεις και έντονη κριτική από την Ελλάδα, την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Για τους επικριτές της αλβανικής κυβέρνησης, η κράτηση και καταδίκη του Μπελέρη αποτέλεσε ένα ξεκάθαρο μήνυμα πολιτικής εξόντωσης της ελληνικής εθνικής μειονότητας και παραδειγματισμού κάθε φωνής που δεν ευθυγραμμίζεται με την εξουσία.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Γκιόκα κατηγορείται ότι εκτέλεσε τη «βρώμικη δουλειά» για το καθεστώς Ράμα, δίνοντας δικαστική νομιμοφάνεια σε μια υπόθεση που, σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, ήταν προαποφασισμένη πολιτικά. Η αυστηρότητα των μέτρων, η απόρριψη αιτημάτων αποφυλάκισης και η χρονική συγκυρία των αποφάσεων ενίσχυσαν την εντύπωση ότι η Δικαιοσύνη λειτούργησε ως προέκταση της εκτελεστικής εξουσίας.
Οι σημερινές αποκαλύψεις για το παρελθόν της ίδιας της δικαστού ρίχνουν ακόμη πιο βαριά σκιά πάνω στην υπόθεση Μπελέρη και θέτουν υπό αμφισβήτηση τη θεσμική αξιοπιστία αποφάσεων που επηρέασαν όχι μόνο ένα πρόσωπο, αλλά τις ελληνοαλβανικές σχέσεις και την ευρωπαϊκή πορεία της Αλβανίας.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο αν η Ιρένα Γκιόκα παραβίασε τον νόμο περί αυτοδήλωσης. Είναι αν το αλβανικό κράτος είναι διατεθειμένο να αποδείξει στην πράξη ότι η Δικαιοσύνη δεν λειτουργεί επιλεκτικά και κατά παραγγελία. Η απόφαση του KLGJ θα αποτελέσει τεστ αξιοπιστίας — όχι μόνο για τη Γκιόκα, αλλά για ολόκληρο το σύστημα εξουσίας υπό τον Έντι Ράμα.
Ύστερα από δύο χρόνια διοικητικού ελέγχου, η Γενική Εισαγγελία της Αλβανίας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Γκιόκα είχε καταδικαστεί στην Ελλάδα το 2005 για πλαστογράφηση βίζας, καταδίκη την οποία δεν δήλωσε στο έντυπο αυτοδήλωσης που υπέβαλε στο πλαίσιο του νόμου περί αποποινικοποίησης. Το γεγονός αυτό εγείρει σοβαρά ερωτήματα περί παραβίασης της υποχρέωσης διαφάνειας και εντιμότητας που επιβάλλει ο νόμος σε λειτουργούς της Δικαιοσύνης.
Ο σχετικός φάκελος, που περιλαμβάνει την αυθεντική απόφαση ελληνικού δικαστηρίου καθώς και το έγγραφο αρχειοθέτησης της υπόθεσης λόγω μη εκτέλεσης της ποινής, διαβιβάστηκε ήδη στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (KLGJ), το οποίο καλείται πλέον να αποφασίσει αν η Γκιόκα πληροί τα νόμιμα κριτήρια για να παραμείνει στο δικαστικό σώμα.
Η υπόθεση, ωστόσο, δεν είναι απλώς νομική. Είναι βαθιά πολιτική.
Η Ιρένα Γκιόκα είναι η δικαστής που χειρίστηκε την υπόθεση του εκλεγμένου δημάρχου Χιμάρας, Φρέντι Μπελέρη, μια υπόθεση που έχει προκαλέσει διεθνείς αντιδράσεις και έντονη κριτική από την Ελλάδα, την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Για τους επικριτές της αλβανικής κυβέρνησης, η κράτηση και καταδίκη του Μπελέρη αποτέλεσε ένα ξεκάθαρο μήνυμα πολιτικής εξόντωσης της ελληνικής εθνικής μειονότητας και παραδειγματισμού κάθε φωνής που δεν ευθυγραμμίζεται με την εξουσία.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Γκιόκα κατηγορείται ότι εκτέλεσε τη «βρώμικη δουλειά» για το καθεστώς Ράμα, δίνοντας δικαστική νομιμοφάνεια σε μια υπόθεση που, σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, ήταν προαποφασισμένη πολιτικά. Η αυστηρότητα των μέτρων, η απόρριψη αιτημάτων αποφυλάκισης και η χρονική συγκυρία των αποφάσεων ενίσχυσαν την εντύπωση ότι η Δικαιοσύνη λειτούργησε ως προέκταση της εκτελεστικής εξουσίας.
Οι σημερινές αποκαλύψεις για το παρελθόν της ίδιας της δικαστού ρίχνουν ακόμη πιο βαριά σκιά πάνω στην υπόθεση Μπελέρη και θέτουν υπό αμφισβήτηση τη θεσμική αξιοπιστία αποφάσεων που επηρέασαν όχι μόνο ένα πρόσωπο, αλλά τις ελληνοαλβανικές σχέσεις και την ευρωπαϊκή πορεία της Αλβανίας.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο αν η Ιρένα Γκιόκα παραβίασε τον νόμο περί αυτοδήλωσης. Είναι αν το αλβανικό κράτος είναι διατεθειμένο να αποδείξει στην πράξη ότι η Δικαιοσύνη δεν λειτουργεί επιλεκτικά και κατά παραγγελία. Η απόφαση του KLGJ θα αποτελέσει τεστ αξιοπιστίας — όχι μόνο για τη Γκιόκα, αλλά για ολόκληρο το σύστημα εξουσίας υπό τον Έντι Ράμα.
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών