Η σημερινή συνάντηση στο Δυρράχιο μεταξύ του πρωθυπουργού Έντι Ράμα και κατοίκων που επηρεάζονται από το έργο TID ανέδειξε, για ακόμη μία φορά, το βαθύ πρόβλημα πολιτικής κουλτούρας που χαρακτηρίζει την κυβέρνηση Ράμα: την αλαζονεία της εξουσίας.
Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά, ο Ράμα ξεκαθάρισε εξαρχής ότι δεν πήγε για να συζητήσει το ίδιο το έργο, αλλά αποκλειστικά το ύψος της αποζημίωσης. Με άλλα λόγια, η πολιτική απόφαση θεωρείται αδιαπραγμάτευτη και οι πολίτες καλούνται απλώς να διαπραγματευτούν το τίμημα της απώλειας της περιουσίας τους. Πρόκειται για μια στάση που δεν συνάδει με δημοκρατική διαβούλευση, αλλά περισσότερο με τετελεσμένα.
Ακόμη πιο ανησυχητικός ήταν ο τόνος του. Οι αναφορές του ότι οι κάτοικοι «θα βγουν χαμένοι» αν επιλέξουν τη σύγκρουση με το κράτος και οι προειδοποιήσεις ότι θα αποχωρούσε αν η συζήτηση δεν κινούνταν στους δικούς του όρους, συνθέτουν την εικόνα ενός ηγέτη που δεν ανέχεται την αμφισβήτηση. Αντί για διάλογο, προσφέρθηκε ένα αυστηρά ελεγχόμενο πλαίσιο συζήτησης· αντί για συναίνεση, ένα έμμεσο τελεσίγραφο.
Το γεγονός ότι ο ίδιος παραδέχθηκε πως η αποζημίωση ήταν «άδικη», αλλά ταυτόχρονα απέκλεισε κάθε κουβέντα για την ουσία του έργου, αποκαλύπτει μια αντίφαση: αναγνώριση προβλήματος χωρίς ουσιαστική πρόθεση επανεξέτασης της πολιτικής επιλογής. Η κυβέρνηση εμφανίζεται πρόθυμη να διορθώσει λεπτομέρειες, όχι όμως να επανεξετάσει στρατηγικές αποφάσεις που επηρεάζουν ζωές και περιουσίες.
Σε μια ώριμη δημοκρατία, οι μεγάλες παρεμβάσεις στον αστικό ιστό απαιτούν διαφάνεια, δημόσιο διάλογο και σεβασμό στις τοπικές κοινωνίες. Όταν η ηγεσία επιλέγει να θέτει όρους και να υπενθυμίζει τη δύναμη «της κρατικής μηχανής», τότε το μήνυμα που εκπέμπεται δεν είναι μεταρρυθμιστικό, αλλά συγκεντρωτικό.
Η υπόθεση αυτή δεν αφορά μόνο ένα έργο ανάπτυξης. Αγγίζει τον πυρήνα της σχέσης κράτους-πολίτη. Και όσο η κυβέρνηση επιμένει σε μια ρητορική ισχύος αντί για συναινετική πολιτική, τόσο θα ενισχύεται η εντύπωση ότι η αλαζονεία έχει αντικαταστήσει τον διάλογο στην κορυφή της εξουσίας.
Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά, ο Ράμα ξεκαθάρισε εξαρχής ότι δεν πήγε για να συζητήσει το ίδιο το έργο, αλλά αποκλειστικά το ύψος της αποζημίωσης. Με άλλα λόγια, η πολιτική απόφαση θεωρείται αδιαπραγμάτευτη και οι πολίτες καλούνται απλώς να διαπραγματευτούν το τίμημα της απώλειας της περιουσίας τους. Πρόκειται για μια στάση που δεν συνάδει με δημοκρατική διαβούλευση, αλλά περισσότερο με τετελεσμένα.
Ακόμη πιο ανησυχητικός ήταν ο τόνος του. Οι αναφορές του ότι οι κάτοικοι «θα βγουν χαμένοι» αν επιλέξουν τη σύγκρουση με το κράτος και οι προειδοποιήσεις ότι θα αποχωρούσε αν η συζήτηση δεν κινούνταν στους δικούς του όρους, συνθέτουν την εικόνα ενός ηγέτη που δεν ανέχεται την αμφισβήτηση. Αντί για διάλογο, προσφέρθηκε ένα αυστηρά ελεγχόμενο πλαίσιο συζήτησης· αντί για συναίνεση, ένα έμμεσο τελεσίγραφο.
Το γεγονός ότι ο ίδιος παραδέχθηκε πως η αποζημίωση ήταν «άδικη», αλλά ταυτόχρονα απέκλεισε κάθε κουβέντα για την ουσία του έργου, αποκαλύπτει μια αντίφαση: αναγνώριση προβλήματος χωρίς ουσιαστική πρόθεση επανεξέτασης της πολιτικής επιλογής. Η κυβέρνηση εμφανίζεται πρόθυμη να διορθώσει λεπτομέρειες, όχι όμως να επανεξετάσει στρατηγικές αποφάσεις που επηρεάζουν ζωές και περιουσίες.
Σε μια ώριμη δημοκρατία, οι μεγάλες παρεμβάσεις στον αστικό ιστό απαιτούν διαφάνεια, δημόσιο διάλογο και σεβασμό στις τοπικές κοινωνίες. Όταν η ηγεσία επιλέγει να θέτει όρους και να υπενθυμίζει τη δύναμη «της κρατικής μηχανής», τότε το μήνυμα που εκπέμπεται δεν είναι μεταρρυθμιστικό, αλλά συγκεντρωτικό.
Η υπόθεση αυτή δεν αφορά μόνο ένα έργο ανάπτυξης. Αγγίζει τον πυρήνα της σχέσης κράτους-πολίτη. Και όσο η κυβέρνηση επιμένει σε μια ρητορική ισχύος αντί για συναινετική πολιτική, τόσο θα ενισχύεται η εντύπωση ότι η αλαζονεία έχει αντικαταστήσει τον διάλογο στην κορυφή της εξουσίας.
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών