Από το Έπος του ’40 στη Στρατηγική Πραγματικότητα: Τα Όρια της Ελληνικής Νίκης το 1940–41

Η φράση «να τους ρίξουμε στη θάλασσα» συνοδεύει συχνά τη μνήμη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Υποδηλώνει μια ολοκληρωτική νίκη: την πλήρη συντριβή και εκδίωξη των ιταλικών δυνάμεων από το αλβανικό μέτωπο. Ωστόσο, η ιστορική πραγματικότητα του 1940–41 ήταν πιο σύνθετη. Η Ελλάδα πέτυχε μια εντυπωσιακή στρατιωτική επιτυχία, αλλά οι αντικειμενικοί περιορισμοί και η γεωστρατηγική συγκυρία κατέστησαν αδύνατη μια τέτοια κατάληξη.

Στις 28 Οκτωβρίου 1940, ο Ιταλός δικτάτορας Μπενίτο Μουσολίνι επιδίωξε μια γρήγορη νίκη στα Βαλκάνια, επιτιθέμενος στην Ελλάδα από την κατεχόμενη Αλβανία. Το καθεστώς του Ιωάννης Μεταξάς απέρριψε το τελεσίγραφο και ο Ελληνικός Στρατός ανέλαβε την άμυνα στην Ήπειρο.
Η αρχική ιταλική επίθεση ανακόπηκε γρήγορα. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, οι ελληνικές δυνάμεις πέρασαν στην αντεπίθεση, απελευθερώνοντας σημαντικές πόλεις της Βορείου Ηπείρου. Η επιτυχία αυτή αποτέλεσε την πρώτη ουσιαστική ήττα δύναμης του Άξονα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και προκάλεσε διεθνή εντύπωση.

Παρά την επιχειρησιακή επιτυχία, η Ελλάδα παρέμενε μια χώρα με περιορισμένους πόρους:
  • Δημογραφικά και στρατιωτικά όρια: Η Ιταλία διέθετε πολλαπλάσιο πληθυσμό και δυνατότητα συνεχών ενισχύσεων.
  • Βιομηχανική ανεπάρκεια: Η ελληνική πολεμική παραγωγή ήταν περιορισμένη· ο στρατός εξαρτιόταν από αποθέματα και εισαγωγές.
  • Δύσβατο πεδίο επιχειρήσεων: Οι μάχες διεξάγονταν σε ορεινό, χειμερινό περιβάλλον, με ανεπαρκείς οδικές υποδομές. Οι γραμμές ανεφοδιασμού επιμηκύνθηκαν επικίνδυνα όσο η προέλαση προχωρούσε εντός αλβανικού εδάφους.
Ο χειμώνας του 1940–41 υπήρξε από τους σφοδρότερους των τελευταίων δεκαετιών. Οι κακουχίες, τα κρυοπαγήματα και οι ελλείψεις σε υλικό επιβάρυναν σημαντικά τις ελληνικές μονάδες.

Τον Μάρτιο του 1941, η Ιταλία επιχείρησε να ανακτήσει την πρωτοβουλία με τη λεγόμενη «Εαρινή Επίθεση», υπό την επίβλεψη του ίδιου του Μπενίτο Μουσολίνι. Παρά την ένταση και τη μαζικότητα των επιθέσεων, οι ελληνικές δυνάμεις άντεξαν.
Ωστόσο, η στρατηγική εικόνα δεν είχε αλλάξει: η Ελλάδα είχε ήδη φτάσει στα επιχειρησιακά της όρια. Η πλήρης κατάρρευση των ιταλικών δυνάμεων απαιτούσε πόρους, εφεδρείες και μηχανοκίνητη ισχύ που η χώρα δεν διέθετε.

Η κρίσιμη καμπή ήρθε στις 6 Απριλίου 1941, όταν η ναζιστική Γερμανία επιτέθηκε στην Ελλάδα μέσω Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας (Επιχείρηση «Μαρίτα»). Η Ελλάδα βρέθηκε να πολεμά ταυτόχρονα σε δύο μέτωπα.
Η γερμανική υπεροχή σε τεθωρακισμένα, αεροπορία και ταχύτητα ελιγμών οδήγησε σε ταχεία διάρρηξη της άμυνας στη Μακεδονία. Οι ελληνικές δυνάμεις που μάχονταν στην Αλβανία κινδύνευσαν με περικύκλωση. Η στρατιωτική και πολιτική ηγεσία οδηγήθηκε τελικά σε συνθηκολόγηση.
Η γερμανική επέμβαση κατέστησε οριστικά ανέφικτο οποιοδήποτε σχέδιο πλήρους εκδίωξης των Ιταλών.

Η Ελλάδα δεν «έριξε τους Ιταλούς στη θάλασσα» όχι λόγω έλλειψης μαχητικότητας ή στρατιωτικής ικανότητας, αλλά λόγω:
  1. Περιορισμένων εθνικών πόρων
  2. Επιχειρησιακής κόπωσης και δυσμενών γεωγραφικών συνθηκών
  3. Συντριπτικής στρατηγικής παρέμβασης της Γερμανίας
Παρά το τελικό αποτέλεσμα, η εκστρατεία του 1940–41 αποτελεί μία από τις σημαντικότερες στιγμές της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Ανέδειξε την ικανότητα μιας μικρής χώρας να ανατρέψει τους αρχικούς συσχετισμούς και να επιφέρει πλήγμα στο κύρος του Άξονα, επηρεάζοντας τις εξελίξεις στα Βαλκάνια και στη Μεσόγειο.
Η φράση, λοιπόν, παραμένει περισσότερο σύμβολο εθνικής υπερηφάνειας παρά ρεαλιστική στρατιωτική προοπτική υπό τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες.

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια