Σύντομη αποτίμηση των οικονομικών επιπτώσεων από τον πόλεμο στο Ιράν

Γράφει ο Στέλιος Φενέκος

Οι πρώτες δύο εβδομάδες της σύγκρουσης μεταξύ των ΗΠΑ και Ισραήλ και Ιράν έχουν ήδη προκαλέσει σημαντικά αισθητές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία και στη γεωπολιτική ισορροπία.
Αν και είναι ακόμη νωρίς για πλήρη αποτίμηση, οι πρώτες ενδείξεις δείχνουν ότι οι τομείς που επηρεάστηκαν άμεσα είναι η ενέργεια, το εμπόριο και η χρηματοπιστωτική αβεβαιότητα.

Η πιο άμεση επίπτωση αφορά την αγορά πετρελαίου. Οι επιθέσεις και η αβεβαιότητα στην περιοχή του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου, προκάλεσαν έντονη άνοδο των τιμών ενέργειας, αυξημένες τιμές στο κόστος μεταφορών με τελικό αποδέκτη την βιομηχανική παραγωγή και τις τιμές καταναλωτή. Και είναι σοβαρός ο κίνδυνος ενός νέου πληθωριστικού κύματος σε πολλές οικονομίες.

Στις ΗΠΑ οι συνέπειες είναι μικτές. Από τη μία πλευρά, οι υψηλότερες τιμές πετρελαίου αυξάνουν τα έσοδα του αμερικανικού ενεργειακού τομέα. Από την άλλη, οι καταναλωτές επιβαρύνονται από τις αυξημένες τιμές καυσίμων και σύντομα και από το δημοσιονομικό κόστος των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Η αύξηση της τιμής της βενζίνης μπορεί να μετατραπεί σε κρίσιμο πολιτικό ζήτημα για την κυβέρνηση των ΗΠΑ, παρά τις προσπάθειες διατήρησης της ενεργειακής επάρκειας.

Στην ΕΕ οι επιπτώσεις είναι πιο αρνητικές, γιατί εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενη ενέργεια και ήδη αντιμετώπιζε προβλήματα στην ανάπτυξη. Η άνοδος των τιμών φυσικού αερίου και πετρελαίου πιέζει τη βιομηχανία, ιδιαίτερα τους κλάδους υψηλής ενεργειακής κατανάλωσης όπως η χημική βιομηχανία, η μεταλλουργία και οι μεταφορές. Αυτό αυξάνει τον κίνδυνο φαινομένων στασιμοπληθωρισμού, δηλαδή συνδυασμού χαμηλής ανάπτυξης και διαρκούντος πληθωρισμού.

Οι ασιατικές οικονομίες εμφανίζουν επίσης υψηλή ευαισθησία στην ενεργειακή αυτή κρίση. Η Ιαπωνία και η Ινδία εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές πετρελαίου από τις χώρες του Κόλπου. Η μείωση των ροών πετρελαίου και η αύξηση των τιμών ενέργειας πιέζει τα εμπορικά ισοζύγια, τα νομίσματα και τον πληθωρισμό τους. Μια παρατεταμένη κρίση θα μπορούσε να περιορίσει σημαντικά την οικονομική ανάπτυξη τους.

Οι χώρες του Κόλπου αντιμετωπίζουν μια πιο σύνθετη και εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση. Αν και οι υψηλότερες τιμές πετρελαίου θα αύξαναν τα κρατικά τους έσοδα, η αστάθεια στην περιοχή, οι επιθέσεις που υφίστανται σε κρίσιμες υποδομές και οι διακοπές στις θαλάσσιες μεταφορές, λειτουργούν αρνητικά ως προς τα οιαδήποτε οφέλη. Η αβεβαιότητα για την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών και των θαλάσσιων διαδρομών δημιουργεί σημαντικούς κινδύνους για την παραγωγή και τις εξαγωγές τους.

Την ίδια στιγμή, η Ρωσία και η Κίνα παρακολουθούν προσεκτικά τις εξελίξεις. Η Ρωσία έχει καταδικάσει τις επιθέσεις κατά του Ιράν και έχει προσφερθεί να διαμεσολαβήσει διπλωματικά. Όμως η άνοδος των τιμών ενέργειας ευνοεί τη ρωσική οικονομία, καθώς αυξάνει τα έσοδα από εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου (ήδη αυξήθηκαν τα έσοδά της από αυτές κατά 6 δις δολάρια την τελευταία εβδομάδα).
Η Κίνα ακολουθεί μία ακόμη πιο προσεκτική στάση και ζητά αποκλιμάκωση και διαπραγματεύσεις, καθώς η σταθερότητα στη Μέση Ανατολή είναι κρίσιμη για την παραγωγική βάση και την ενεργειακή της ασφάλεια. Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο και μια παρατεταμένη κρίση θα επηρέαζε σοβαρά την οικονομία της.

ΚΑΤΑΛΗΓΟΝΤΑΣ
Συνολικά, οι πρώτες εβδομάδες του πολέμου δείχνουν ότι η σύγκρουση έχει ήδη προκαλέσει ένα σημαντικό ενεργειακό και οικονομικό σοκ σε πολλές χώρες.
Αν η ένταση συνεχιστεί και οι ενεργειακές ροές τείνουν να περιορισθούν, υπάρχει κίνδυνος η ενεργειακή κρίση να επιφέρει ευρύτερη παγκόσμια οικονομική επιβράδυνση.
Επίσης η κρίση αυτή ενδέχεται να επιταχύνει τη διαμόρφωση ενός πιο πολυπολικού διεθνούς συστήματος, με αποτέλεσμα να δούμε νέες ενεργειακές και γεωπολιτικές συμμαχίες να διαμορφώνονται.

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια