Η στάση του υπουργού Δικαιοσύνης στην υπόθεση της δίκης για τα Τέμπη δεν είναι απλώς πολιτικά άστοχη· είναι βαθιά προβληματική σε επίπεδο θεσμικό και ανθρώπινο. Σε μια από τις πιο τραυματικές στιγμές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, όπου δεκάδες οικογένειες ζητούν δικαιοσύνη για την απώλεια των ανθρώπων τους, η επιλογή του λόγου και της στάσης δεν μπορεί να είναι τεχνοκρατική, ψυχρή ή –ακόμη χειρότερα– προκλητική.
Οι δηλώσεις που εστιάζουν στη χωρητικότητα της αίθουσας, στον αριθμό των θέσεων και στις «προβλέψεις» του συστήματος δίνουν την εντύπωση μιας διοικητικής αυτάρκειας που αγνοεί το βασικό: ότι η δίκη αυτή δεν είναι μια τυπική διαδικασία. Είναι μια δίκη με έντονο κοινωνικό, ηθικό και συμβολικό φορτίο. Και σε τέτοιες περιπτώσεις, η ευαισθησία δεν είναι πολυτέλεια – είναι υποχρέωση.
Ακόμη πιο προβληματική είναι η ρητορική που υπονοεί ότι κάποιοι επιχειρούν να «εκμεταλλευτούν» τη διαδικασία για πολιτική προβολή. Τέτοιου είδους αιχμές, ειδικά όταν αγγίζουν πρόσωπα που συνδέονται με τα θύματα, δεν εκλαμβάνονται ως ουδέτερες παρατηρήσεις, αλλά ως ευθεία απαξίωση. Και αυτή η απαξίωση πυροδοτεί οργή – δικαιολογημένη οργή.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι αντιδράσεις δεν περιορίζονται στην αντιπολίτευση. Όταν ακόμη και εντός της κυβερνητικής παράταξης διατυπώνονται δημόσιες επιφυλάξεις, αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό, αλλά ουσιαστικό. Υπάρχει μια εμφανής αστοχία στον τρόπο που προσεγγίζεται ένα ζήτημα υψηλής κοινωνικής ευαισθησίας.
Σε τέτοιες στιγμές, ο ρόλος ενός υπουργού Δικαιοσύνης δεν είναι να «έχει δίκιο» με τεχνικούς όρους. Είναι να εμπνέει εμπιστοσύνη, να διασφαλίζει ότι η Πολιτεία στέκεται με σεβασμό απέναντι στους πολίτες και να αποφορτίζει την ένταση – όχι να την ενισχύει. Η επιλογή μιας σκληρής και αμφιλεγόμενης γραμμής, αντί για έναν λόγο πιο μετρημένο και ενωτικό, δείχνει έλλειψη πολιτικού ενστίκτου.
Τελικά, το ζήτημα δεν είναι μόνο τι ειπώθηκε, αλλά τι εκπέμπεται συνολικά: μια εικόνα αποστασιοποίησης από τον ανθρώπινο πόνο και μια αδυναμία κατανόησης του βάρους της στιγμής. Και αυτό, για έναν υπουργό που καλείται να υπηρετήσει τη Δικαιοσύνη, είναι ίσως το πιο σοβαρό έλλειμμα.
Οι δηλώσεις που εστιάζουν στη χωρητικότητα της αίθουσας, στον αριθμό των θέσεων και στις «προβλέψεις» του συστήματος δίνουν την εντύπωση μιας διοικητικής αυτάρκειας που αγνοεί το βασικό: ότι η δίκη αυτή δεν είναι μια τυπική διαδικασία. Είναι μια δίκη με έντονο κοινωνικό, ηθικό και συμβολικό φορτίο. Και σε τέτοιες περιπτώσεις, η ευαισθησία δεν είναι πολυτέλεια – είναι υποχρέωση.
Ακόμη πιο προβληματική είναι η ρητορική που υπονοεί ότι κάποιοι επιχειρούν να «εκμεταλλευτούν» τη διαδικασία για πολιτική προβολή. Τέτοιου είδους αιχμές, ειδικά όταν αγγίζουν πρόσωπα που συνδέονται με τα θύματα, δεν εκλαμβάνονται ως ουδέτερες παρατηρήσεις, αλλά ως ευθεία απαξίωση. Και αυτή η απαξίωση πυροδοτεί οργή – δικαιολογημένη οργή.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι αντιδράσεις δεν περιορίζονται στην αντιπολίτευση. Όταν ακόμη και εντός της κυβερνητικής παράταξης διατυπώνονται δημόσιες επιφυλάξεις, αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό, αλλά ουσιαστικό. Υπάρχει μια εμφανής αστοχία στον τρόπο που προσεγγίζεται ένα ζήτημα υψηλής κοινωνικής ευαισθησίας.
Σε τέτοιες στιγμές, ο ρόλος ενός υπουργού Δικαιοσύνης δεν είναι να «έχει δίκιο» με τεχνικούς όρους. Είναι να εμπνέει εμπιστοσύνη, να διασφαλίζει ότι η Πολιτεία στέκεται με σεβασμό απέναντι στους πολίτες και να αποφορτίζει την ένταση – όχι να την ενισχύει. Η επιλογή μιας σκληρής και αμφιλεγόμενης γραμμής, αντί για έναν λόγο πιο μετρημένο και ενωτικό, δείχνει έλλειψη πολιτικού ενστίκτου.
Τελικά, το ζήτημα δεν είναι μόνο τι ειπώθηκε, αλλά τι εκπέμπεται συνολικά: μια εικόνα αποστασιοποίησης από τον ανθρώπινο πόνο και μια αδυναμία κατανόησης του βάρους της στιγμής. Και αυτό, για έναν υπουργό που καλείται να υπηρετήσει τη Δικαιοσύνη, είναι ίσως το πιο σοβαρό έλλειμμα.
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών