Η ουσία πίσω από τον θόρυβο: διαφθορά, ευθύνη και η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ

Η πρόσφατη τοποθέτηση της Ευρωπαίας Εισαγγελέως Λάουρα Κοβέσι στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών δεν άφησε περιθώρια παρερμηνειών. Με σαφή και αιχμηρό λόγο, επέλεξε να μετατοπίσει το επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης από τα πρόσωπα στην ουσία: το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και τα φαινόμενα διαφθοράς που αυτό αποκαλύπτει.
Σε μια περίοδο όπου η πολιτική αντιπαράθεση συχνά επικεντρώνεται σε προσωπικές αιχμές και επικοινωνιακές εντυπώσεις, η Κοβέσι υπενθύμισε κάτι απλό αλλά κρίσιμο: το ζήτημα δεν είναι ποια είναι η ίδια, αλλά τι έχει συμβεί. Με τον τρόπο αυτό, επιχείρησε να αποδομήσει τον «θόρυβο» που –όπως υποστήριξε– λειτουργεί αποπροσανατολιστικά, απομακρύνοντας την προσοχή από το πραγματικό πρόβλημα.

Η αναφορά της στον ΟΠΕΚΕΠΕ ως «ακρωνύμιο της διαφθοράς και του νεποτισμού» είναι ιδιαίτερα βαριά. Δεν πρόκειται απλώς για μια κριτική σε μια υπηρεσία, αλλά για μια συνολική αμφισβήτηση πρακτικών που φαίνεται να έχουν παγιωθεί. Η διατύπωση αυτή, ανεξαρτήτως της υπερβολής που μπορεί να εμπεριέχει, λειτουργεί ως καμπανάκι για την ανάγκη θεσμικής αυτοκριτικής.
Ακόμη πιο αιχμηρή ήταν η τοποθέτησή της σχετικά με την αντιμετώπιση της απάτης: «Στην Ελλάδα αν κάποιος διαπράξει απάτη επιστρέφει τα λεφτά και είναι ελεύθερος. Πώς είναι δυνατόν αυτό;». Η φράση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια γενική παρατήρηση, αλλά μια ευθεία αμφισβήτηση της αποτρεπτικής ισχύος του συστήματος δικαιοσύνης. Είτε αφορά συγκεκριμένες νομικές προβλέψεις είτε την πρακτική εφαρμογή τους, το μήνυμα είναι σαφές: όταν η τιμωρία δεν είναι επαρκής, η παραβατικότητα ενισχύεται.

Παράλληλα, η Κοβέσι απέφυγε να στοχοποιήσει αποκλειστικά την Ελλάδα. Αντιθέτως, υπογράμμισε ότι διαφθορά και απάτη υπάρχουν σε όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διαφορά, όπως τόνισε, δεν έγκειται στην ύπαρξη του προβλήματος, αλλά στην προθυμία των θεσμών να το αναγνωρίσουν και να το αντιμετωπίσουν. Η μεταφορά της «βρωμιάς κάτω από το χαλί» αποτυπώνει εύστοχα αυτή τη λογική: η απόκρυψη δεν ισοδυναμεί με καθαρότητα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αναφορά της στην αύξηση των καταγγελιών στην Ελλάδα, την οποία αξιολόγησε ως θετικό σημάδι. Η ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την αποτελεσματική καταπολέμηση της διαφθοράς. Ταυτόχρονα, επαίνεσε το θάρρος των εισαγγελέων στην Αθήνα, επισημαίνοντας ότι είναι διατεθειμένοι να αμφισβητήσουν κατεστημένες πρακτικές.

Ωστόσο, δεν παρέλειψε να αναδείξει και τα πρακτικά εμπόδια: περιορισμένοι πόροι, ελάχιστο προσωπικό και τεράστιος όγκος υποθέσεων. Η εικόνα τριών ανθρώπων που καλούνται να διαχειριστούν χιλιάδες έγγραφα και εκατοντάδες παρακολουθήσεις είναι ενδεικτική των δυσκολιών. Σε αυτό το πλαίσιο, η απαίτηση για άμεσες απαντήσεις πρέπει να συνδυάζεται με ρεαλισμό.
Η παρέμβαση της Λάουρα Κοβέσι δεν είναι απλώς μια ακόμη δήλωση. Είναι μια υπενθύμιση ότι η διαφθορά δεν είναι αφηρημένη έννοια, αλλά συγκεκριμένες πράξεις με θεσμικές και κοινωνικές συνέπειες. Και κυρίως, ότι η αντιμετώπισή της δεν εξαρτάται από ρητορικές συγκρούσεις, αλλά από τη βούληση για διαφάνεια, λογοδοσία και ουσιαστική απονομή δικαιοσύνης.

Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν υπάρχει πρόβλημα. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει η αποφασιστικότητα να αντιμετωπιστεί.

Διαβάστε ακόμη

Σχόλια