Στην πολιτική υπάρχουν ηγέτες που αφήνουν πίσω τους έργο, άλλοι που αφήνουν ιδέες και άλλοι που αφήνουν απλώς... ατάκες. Αν πιστέψει κανείς τους επικριτές του, ο Edi Rama έχει καταφέρει να συνδυάσει και τα τρία, αλλά με έναν τρόπο τόσο ιδιαίτερο ώστε να αποτελεί ξεχωριστή κατηγορία από μόνος του.
Λένε ότι κάθε φορά που η πολιτική πραγματικότητα τον στριμώχνει, εκείνος δεν απαντά με επιχειρήματα αλλά με παραστάσεις. Σαν να βρίσκεται διαρκώς σε μια σκηνή όπου το κοινό έχει πληρώσει εισιτήριο για πολιτική συζήτηση και τελικά παρακολουθεί επιθεώρηση. Άλλοτε ζωγραφίζει, άλλοτε αστειεύεται, άλλοτε εκτοξεύει ατάκες που θα ζήλευε και καφενείο Σαββατόβραδου.
Οι πιο σκληροί επικριτές του υποστηρίζουν ότι η σχέση του με την πρωθυπουργική καρέκλα θυμίζει έρωτα παλιάς ελληνικής ταινίας: δραματικό, παθιασμένο και αδύνατο να λήξει με πολιτισμένο τρόπο. Η καρέκλα δεν είναι απλώς έπιπλο εξουσίας· είναι χαρακτήρας της ιστορίας. Αν μπορούσε να μιλήσει, ίσως να ζητούσε και η ίδια λίγη ξεκούραση.
Κάθε διαδήλωση, λένε, αντιμετωπίζεται σαν προσωπική προσβολή. Αντί να ακούσει τα συνθήματα, μοιάζει να ψάχνει ποιος τόλμησε να πει κακή κουβέντα για την αγαπημένη του καρέκλα. Έτσι, η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται σε οικογενειακό καβγά, όπου όλοι φωνάζουν και κανείς δεν θυμάται πώς ξεκίνησε η συζήτηση.
Οι αντίπαλοί του τον κατηγορούν επίσης ότι έχει μετατρέψει την πολιτική σε αγώνισμα καλλιτεχνικού πατινάζ: πολλή περιστροφή, εντυπωσιακές φιγούρες και στο τέλος οι θεατές προσπαθούν να καταλάβουν αν είδαν πρόγραμμα διακυβέρνησης ή χορογραφία.
Όσο για τη διαφθορά, οι καταγγελίες που εκτοξεύονται εναντίον του είναι τόσο μεγάλες που, αν τις συγκέντρωνε κανείς όλες σε έναν τόμο, θα χρειαζόταν ξεχωριστή βιβλιοθήκη. Οι υποστηρικτές του απαντούν ότι πρόκειται για υπερβολές. Οι επικριτές του απαντούν ότι η λέξη «υπερβολή» έχει παραιτηθεί εδώ και χρόνια.
Λένε ότι κάθε φορά που η πολιτική πραγματικότητα τον στριμώχνει, εκείνος δεν απαντά με επιχειρήματα αλλά με παραστάσεις. Σαν να βρίσκεται διαρκώς σε μια σκηνή όπου το κοινό έχει πληρώσει εισιτήριο για πολιτική συζήτηση και τελικά παρακολουθεί επιθεώρηση. Άλλοτε ζωγραφίζει, άλλοτε αστειεύεται, άλλοτε εκτοξεύει ατάκες που θα ζήλευε και καφενείο Σαββατόβραδου.
Οι πιο σκληροί επικριτές του υποστηρίζουν ότι η σχέση του με την πρωθυπουργική καρέκλα θυμίζει έρωτα παλιάς ελληνικής ταινίας: δραματικό, παθιασμένο και αδύνατο να λήξει με πολιτισμένο τρόπο. Η καρέκλα δεν είναι απλώς έπιπλο εξουσίας· είναι χαρακτήρας της ιστορίας. Αν μπορούσε να μιλήσει, ίσως να ζητούσε και η ίδια λίγη ξεκούραση.
Κάθε διαδήλωση, λένε, αντιμετωπίζεται σαν προσωπική προσβολή. Αντί να ακούσει τα συνθήματα, μοιάζει να ψάχνει ποιος τόλμησε να πει κακή κουβέντα για την αγαπημένη του καρέκλα. Έτσι, η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται σε οικογενειακό καβγά, όπου όλοι φωνάζουν και κανείς δεν θυμάται πώς ξεκίνησε η συζήτηση.
Οι αντίπαλοί του τον κατηγορούν επίσης ότι έχει μετατρέψει την πολιτική σε αγώνισμα καλλιτεχνικού πατινάζ: πολλή περιστροφή, εντυπωσιακές φιγούρες και στο τέλος οι θεατές προσπαθούν να καταλάβουν αν είδαν πρόγραμμα διακυβέρνησης ή χορογραφία.
Όσο για τη διαφθορά, οι καταγγελίες που εκτοξεύονται εναντίον του είναι τόσο μεγάλες που, αν τις συγκέντρωνε κανείς όλες σε έναν τόμο, θα χρειαζόταν ξεχωριστή βιβλιοθήκη. Οι υποστηρικτές του απαντούν ότι πρόκειται για υπερβολές. Οι επικριτές του απαντούν ότι η λέξη «υπερβολή» έχει παραιτηθεί εδώ και χρόνια.
Και κάπως έτσι, ο Ράμα συνεχίζει να πρωταγωνιστεί σε ένα πολιτικό έργο όπου οι μισοί θεατές χειροκροτούν, οι άλλοι μισοί αποδοκιμάζουν και όλοι αναρωτιούνται ποιο θα είναι το επόμενο επεισόδιο. Ένα μόνο φαίνεται βέβαιο: στην αλβανική πολιτική σκηνή η πλήξη δεν έχει θέση.
Διαβάστε ακόμη

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών